Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Απ’ τη «Βαβυλωνία» στην ανέκφραστη δημοτική

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την κωμωδία του Βυζάντιου «Βαβυλωνία» την είχα δει στην παράσταση του Κουν. Θυμάμαι ακόμη τη διανομή, τον Λαζάνη, τον Καρακατσάνη, τον φίλο Ηλία Λογοθέτη στον ρόλο του Επτανήσιου αστυνόμου. Ακόμη κι όσους ξεχνώ τους θυμάμαι ως χαρακτήρες επί σκηνής, τον Σοφολογιότατο, τον Κρητικό, τον Αρβανίτη. Είναι η δύναμη του μεγάλου θεάτρου: η παράσταση μπορεί να κρατάει δύο ώρες το πολύ, όμως το αποτύπωμά της μένει. Και, βέβαια, στην περίπτωση αυτή μένει και το κείμενο.

Το επεισόδιο διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο του Ναυπλίου, όπου συναντιούνται όλες οι φυλές του αρτιγέννητου νεοελληνικού κράτους και αναπαράγουν το πρωταρχικό γλωσσικό χάος. Ολοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ελληνικά, όμως τα ελληνικά τού ενός διαφέρουν τόσο από τα ελληνικά τού άλλου, ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Για τον Κρητικό τα κουράδια είναι τα πρόβατα, για τον Αρβανίτη έχουν τη σημασία που έχουν και για εμάς σήμερα. Παρεξήγηση, πυροβολισμός, τραυματισμός του Κρητικού και παρέμβαση του αστυνόμου στα ελληνοϊταλικά: «Ηταν caso pensato ή caso accidente»;
Ηθογραφία; Γραφική αναπαράσταση του γλωσσικού χάους που επικρατούσε στην Ελλάδα του 1832; Αυτό το πρωταρχικό χάος που οι λόγιοι εργάσθηκαν για να το κωδικοποιήσουν στον εμφύλιο της καθαρεύουσας με τη δημοτική; Αυτό και κάτι παραπάνω. Η «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου είναι η απόδειξη ότι το πρωταρχικό χάος συνυπάρχει με τη δυνατότητα αναπαράστασής του. Ο Κωνσταντινουπολίτης αγιογράφος και δημόσιος υπάλληλος με τα δικά του ελληνικά ανεβάζει το χάος επί σκηνής. Δεν είναι ο περιηγητής που αντιμετωπίζει με συγκατάβαση τους Ελληνες οι οποίοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν ούτε στη γλώσσα τους, ο ίδιος όμως για να καταγράψει την ασυνεννοησία τους γράφει γαλλικά ή αγγλικά.

Γράφει ελληνικά και τα ελληνικά τα οποία γράφει καταδεικνύουν την αδυναμία συνεννόησης στα ελληνικά. Πλάθει μια μήτρα που θα επιτρέψει στο γλωσσικό χάος να γίνει οργανισμός. Δείχνει τη δυναμική του χάους. Η δυναμική προκύπτει από τις κωμικές καταστάσεις. Η σύγχρονη Ελλάδα δημιουργείται μέσα από την αναπαράσταση του εαυτού της. Και στο κάτω κάτω, η αναπαράσταση υπήρξε μια από τις συστατικές χειρονομίες του ελληνικού πολιτισμού από τα χρόνια του Ομήρου και των Κούρων.

Το γλωσσικό υπήρξε ένα από τα στερεότυπα της νεοελληνικής ύπαρξης. Δεν μπορούμε να μπούμε στο εργαστήριο της συλλογικής μας ταυτότητας χωρίς να το συναντήσουμε. Υποθέτω, κατά συνέπεια, ότι στις τελετές της αυτογνωσίας για τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση δεν θα αγνοηθεί ως ένα από τα σημαντικά κεφάλαια της κοινής μας υπόθεσης. Ενδιαφέρουσες οι ιδεολογικές διαμάχες των ιστορικών, δεν λέω. Ηταν «φιλελεύθερη» η Επανάσταση, ήταν νεωτερική, ήταν εθνικοπατριωτική, ήταν αντιιμπεριαλιστική; Τη συγκρίνουν με τη γαλλική ή την αμερικανική επανάσταση. Ομως, τα έθνη που τις ολοκλήρωσαν δεν είχαν πρόβλημα γλώσσας, και μάλιστα τόσο βαθύ ώστε να συνεχίσει να τα ταλανίζει ακόμη και μετά την απελευθέρωσή τους ή την ανεξαρτησία τους. Αν θέλουμε να εντοπίσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ελληνικής Επανάστασης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γλωσσικό. Εμάς το «γλωσσικό» μάς ταλαιπώρησε έως τα τέλη του 20ού αιώνα. Ποια γλώσσα θα διδάσκουμε στα παιδιά μας ως ελληνική; Ενας ακόμη εμφύλιος ανάμεσα στους τόσους που διακρίνουν τη συνύπαρξή μας. Εκλεισε με την οριστική νίκη της δημοτικής επί της καθαρευούσης, σαν να κόβαμε το μέλος που απειλούσε με γάγγραινα τον οργανισμό. Εκτοτε ψάχνουμε γλώσσα για να εκφραστούμε.

Εύκολη διαφυγή ο εμφύλιος. Εχει και ιστορικό βάθος. «Αθήνα εναντίον Σπάρτης», «δημοκρατικοί εναντίον αριστοκρατών», «οπλαρχηγοί και φαναριώτες», «λαός και κοτζαμπάσηδες», «αριστεροί εναντίον δεξιών», «μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί», «καθαρευουσιάνοι και δημοτικιστές». Παίρνεις θέση, δηλώνεις ταυτότητα και έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν αρχίζεις να βλέπεις το πρωταρχικό χάος που κρύβεται πίσω από τις διχοτομίες. Γιατί συγκρούονται οι αγωνιστές στη διάρκεια της επανάστασης, όσο ακόμη ο Ιμπραήμ αλωνίζει στην Πελοπόννησο; Δεν συγκρούονται για τη μορφή της πολιτείας που θα προκύψει. Συγκρούονται για το ποιος θα τη διαφεντεύει. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα σε δυνάμεις του πρωταρχικού χάους, στα «εγώ» που μπορεί να αναγνωρίζουν κοινή «θρησκεία και πατρίδα», όμως δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Η «Βαβυλωνία» αυτό το πρωταρχικό χάος αναπαριστά. Οι χαρακτήρες πιστεύουν στον ίδιο θεό, αναγνωρίζουν την ίδια πατρίδα, όμως δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο. Η συνθήκη μάς είναι γνώριμη. Τα διακόσια χρόνια που μας χωρίζουν από το 1821 είναι μια συνεχής προσπάθεια οργάνωσης του πρωτογενούς χάους από το οποίο γεννηθήκαμε. Το ερώτημα είναι αν η σημερινή ανέκφραστη δημοτική μπορεί να το χειραγωγήσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ