ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Θα μπορούσα να σταθώ στη μέση της 5ης Λεωφόρου, να πυροβολήσω κάποιον και να μη χάσω ψηφοφόρους». Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει όντως κάνει αυτή τη δήλωση στο παρελθόν. Ομως το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι μπορεί να έχει και δίκιο σε μια εποχή κατά την οποία ο μέσος ψηφοφόρος κλείνει αυτιά και μάτια μπροστά σε οτιδήποτε απειλεί την εικόνα που έχει ήδη σχηματίσει για την πραγματικότητα.

Διαδοχικές αποτυχίες των κυβερνήσεων στη Δύση, σε μια φάση ενίσχυσης του ανταγωνισμού από την Ανατολή, προκαλούν τη σπασμωδική αντίδραση των κοινωνιών με κύρια χαρακτηριστικά την πόλωση και την παραπληροφόρηση. Μια σειρά ερευνητών και αναλυτών συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι η κρίση στην ποιότητα της δημοκρατίας οφείλεται αφενός στις αδυναμίες των κρατών, αφετέρου στη δυσκολία προσήλωσης στα πραγματικά δεδομένα, τα οποία έχουν αρχίσει να χάνουν την αξία τους για τις αποφάσεις των ανθρώπων.

Συμπερασματικά, οι κυβερνήσεις που υπηρετούν την ιδέα της δημοκρατίας οφείλουν να αυξήσουν τις επιδόσεις τους και να καταπολεμήσουν τις ενδογενείς τους παθογένειες. Οι πολίτες από την πλευρά τους θα πρέπει να βελτιώσουν το αξιολογικό τους κριτήριο, αποτρέποντας την περαιτέρω ανάπτυξη ενός πολιτισμού στον οποίο ο καθένας θα ακούει και θα βλέπει μόνο αυτό που θα ήθελε ή φαντάζεται, σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Για την ώρα, η δημοκρατία βρίσκεται σε ύφεση. Η ποιότητα της παγκόσμιας δημοκρατίας καταγράφει αρνητικό υψηλό 15ετίας και η δυσφορία της κοινής γνώμης σημειώνει τη χειρότερη επίδοση από το 1995. Η Ελλάδα φαίνεται να κινείται πλέον κόντρα στο ρεύμα που επικρατεί στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ωστόσο πλήθος ερωτημάτων συνοδεύει το αφήγημα της «επιστροφής στην κανονικότητα».

Μια σφαιρική εικόνα των δημοκρατικών επιδόσεων ανά τον κόσμο δίνει η αντίστοιχη ετήσια έκθεση του Economist Ιntelligence Unit. Το 2019 η μέση παγκόσμια βαθμολογία μειώθηκε από 5,48 το 2018 σε 5,44 (κλίμακα 0-10). Πρόκειται για το χειρότερο αποτέλεσμα από την έναρξη του δείκτη το 2006. Μόνο μία περιοχή κατέγραψε βελτίωση. Αυτή ήταν η Βόρεια Αμερική. Ομως όχι χάρη στις ΗΠΑ αλλά χάρη στον Καναδά. Η βαθμολογία της δυτικής Ευρώπης παρέμεινε στάσιμη, αντιμέτωπη με προκλήσεις οι οποίες παγιώθηκαν τα χρόνια που προηγήθηκαν. Παγκοσμίως, σε αντίθεση με την πολιτική συμμετοχή η οποία παρουσίασε βελτίωση, οι υπόλοιποι τομείς επιδεινώθηκαν: εκλογική διαδικασία και πλουραλισμός, λειτουργία της γενικής κυβέρνησης, πολιτική κουλτούρα και πολιτικές ελευθερίες.

Η Ελλάδα; Είναι σήμερα η φωτεινή εξαίρεση της Ευρώπης; Mένει να αποδειχθεί, εν προκειμένω να καταγραφεί, στην επόμενη έκθεση με έτος αναφοράς το 2020. Για το 2019, η ελληνική θεωρείται «ελαττωματική δημοκρατία», με βάση τις διεθνείς προδιαγραφές. Δίνοντας συνολικό σκορ 7,43, ο Economist την κατατάσσει 39η στον κόσμο και 20ή στην Ευρώπη, καταδεικνύοντας ως μεγαλύτερο «αγκάθι» τη λειτουργία της γενικής κυβέρνησης, με 4,86.

Από τις 167 χώρες που καλύπτει ο δείκτης, οι «πλήρεις δημοκρατίες» είναι 22. Σε 54 χώρες συναντά κανείς «απολυταρχικά καθεστώτα». Την καλύτερη επίδοση στον κόσμο καταγράφει η Νορβηγία (9,87) και τη χειρότερη η Bόρεια Κορέα (1,08). Η Γερμανία κατατάσσεται 13η με σκορ 8,68. Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ τοποθετούνται στην 25η θέση με επίδοση 7,96, γεγονός που τους αποδίδει τον τίτλο της «ελαττωματικής δημοκρατίας».

Αρνητικό ρεκόρ 25ετίας

Υφεση δεν αντιμετωπίζουν μόνο οι οικονομίες αλλά και οι δημοκρατίες. Εκθεση την οποία εκπόνησε το Κέντρο για το Μέλλον της Δημοκρατίας, στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, καταδεικνύει ότι η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης για τη δημοκρατία βρίσκεται σήμερα σε υψηλό 25ετίας. Eιδικότερα, σε δείγμα 154 χωρών, η δυσφορία για τη δημοκρατία μεταπήδησε από 47,9% το 1995 σε 57,5% το 2019.

Mετά την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, η δυσφορία για τη δημοκρατία ενισχύθηκε κατά 6,5 ποσοστιαίες μονάδες, μια αύξηση η οποία «φαίνεται να είναι ανθεκτική». Ξεχωρίζουν ως παραδείγματα οι ΗΠΑ και η Βρετανία, όπου η δυσαρέσκεια των πολιτών τους αυξήθηκε κατά 1/3 από τη δεκαετία του 1990. Στα διαχρονικά υψηλά τους παρέμειναν εξάλλου χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ισπανία και η Ελλάδα. Στον αντίποδα, «οι νήσοι της ικανοποίησης». Σε ιστορικά χαμηλά η δυσφορία για τη δημοκρατία στην καρδιά της Ευρώπης: Δανία, Ελβετία, Νορβηγία, Ολλανδία.

Τροφή για προβληματισμό, αλλά συγχρόνως και για αισιοδοξία, προσφέρει μάλλον το πόρισμα των ερευνητών: «Η άνοδος του λαϊκισμού δείχνει λιγότερο η αιτία και περισσότερο το σύμπτωμα της δυσφορίας για τη δημοκρατία (…) Αν ολισθαίνει η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία, είναι επειδή οι θεσμοί της αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις βασικές κρίσεις της εποχής μας, από τις οικονομικές καταρρεύσεις μέχρι την απειλή της παγκόσμιας υπερθέρμανσης (…) Tα ευρήματα δείχνουν ότι οι πολίτες είναι λογικοί απέναντι στους θεσμούς και επικαιροποιούν τη στάση τους αντιδρώντας κάθε φορά σε αυτό που έχουν μπροστά τους».

Υπεύθυνοι για την παραπληροφόρηση είναι και οι πολίτες


«Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν οι πολίτες μοιράζονται με άλλους την παραπληροφόρηση που οι ίδιοι παρήγαγαν», λέει στην «Κ» ο Tζέισον Κόνελ, επίκουρος καθηγητής στο Ohio State University.

O Tζέισον Κόνελ, επίκουρος καθηγητής στο Ohio State University στις ΗΠΑ, βάζει μάλλον δύσκολα στον εαυτό του. Αφιερώνει τον ακαδημαϊκό του χρόνο προσπαθώντας να καταλάβει πώς και γιατί οι άνθρωποι λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις με τον τρόπο που το κάνουν. Σε συνομιλία με την «Κ», εξηγεί πώς εκείνος και η ομάδα του, έπειτα από έρευνα για τη διάδοση της παραπληροφόρησης, οδηγήθηκαν σε μια μάλλον αναμενόμενη πλην ενδιαφέρουσα διαπίστωση: Οι άνθρωποι τείνουν να θυμούνται λανθασμένα ή να μη θυμούνται καν αριθμούς που δεν ταιριάζουν στις πεποιθήσεις τους. Θεωρούν ότι βασίζουν τις απόψεις τους σε γερά δεδομένα όταν υποσυνείδητα προσαρμόζουν αυτά τα δεδομένα ώστε να ταιριάζουν στις προκαταλήψεις τους.

Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι ακούν επιλεκτικά μόνο τη μία πλευρά της πραγματικότητας, ακόμη και αν έχουν μπροστά τους στοιχεία προς την αντίθετη κατεύθυνση. Επομένως, η παραπληροφόρηση δεν πηγάζει μόνο από εξωτερικές πηγές αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό μας, με εύλογες συνέπειες για τις τελικές αποφάσεις μας.

Οπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο συντονιστής της έρευνας, η ομάδα του μπορούσε να καταλάβει πότε οι εξεταζόμενοι συναντούσαν αριθμούς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες τους. Τα μάτια τους πήγαιναν μπρος - πίσω στα στοιχεία που είχαν μπροστά τους, σαν να ρωτούσαν «τι συμβαίνει;», όταν τα νούμερα δεν υποστήριζαν αυτό που είχαν μέχρι εκείνη την ώρα στο μυαλό τους.

– Μέσα από την ερευνητική σας δραστηριότητα εξετάζετε τον τρόπο με τον οποίο ο μέσος άνθρωπος συγκρατεί πληροφορίες. Ποια είναι τα ευρήματα έως τώρα;
– Τα αριθμητικά γεγονότα που άπτονται θεμάτων πολιτικής διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον δημόσιο λόγο, καθώς πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ομάδες συμφερόντων τα χρησιμοποιούν ως αποδεικτικά στοιχεία είτε για να υποστηρίξουν είτε για αποδομήσουν πολιτικά επιχειρήματα - σκοπούς. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι οι άνθρωποι συχνά παρέχουν λανθασμένες εκτιμήσεις αριθμητικών ποσοτήτων, όπως οικονομικές στατιστικές και πληθυσμιακές δημογραφίες. Στην πράξη, οι πολίτες μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους παραπληροφόρηση, η οποία δεν προέρχεται μόνο από εξωτερικές πηγές. Μπορεί να μην το κάνουν σκοπίμως, αλλά οι προκαταλήψεις τους είναι σε θέση να τους παρασύρουν.

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν μοιράζονται με άλλους την παραπληροφόρηση που οι ίδιοι παρήγαγαν.

– Πώς οδηγείστε σε αυτό το συμπέρασμα και ποιες μεθόδους χρησιμοποιείτε πρακτικά στην έρευνα; Μπορείτε να μοιραστείτε κάποια παραδείγματα από τις συνομιλίες σας με τους ανθρώπους που χρησιμοποιήσατε ως δείγμα;
– Eχουμε διενεργήσει δύο έρευνες στις οποίες εξετάζουμε πώς τα πολιτιστικά στερεότυπα των ανθρώπων ή η γενική γνώση του κόσμου, τα λεγόμενα σχήματα, μπορούν να διαστρεβλώσουν τη μνήμη τους γύρω από αριθμητικά γεγονότα.

Στην πρώτη εργαστηριακή μελέτη, για παράδειγμα, δείξαμε στους ανθρώπους την πληροφορία ότι υπήρχαν 12,8 εκατ. Μεξικανοί μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2007, αλλά το 2014 ο πληθυσμός μειώθηκε στα 11,7 εκατ. Σημειωτέον, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, όπως το Pew Research, ο αριθμός των Μεξικανών μεταναστών μειώθηκε στο διάστημα μεταξύ 2007 και 2014. Ωστόσο, ο κόσμος γενικώς θεωρεί ότι ο αριθμός των Μεξικανών μεταναστών αυξάνεται κάθε χρόνο. Οταν δοκιμάσαμε λοιπόν τη μνήμη των εξεταζόμενων στους αριθμούς, διαπιστώσαμε ότι παραποίησαν τις πληροφορίες με τρόπο που ήταν συμβατός με τα σχήματά τους. Αυτό που θυμούνταν ήταν ότι ο αριθμός των Μεξικανών μεταναστών το 2014 ήταν μεγαλύτερος από ό,τι το 2007.

Στη δεύτερη μελέτη, εξετάσαμε πώς αυτές οι στρεβλώσεις μνήμης θα μπορούσαν να εξαπλωθούν μέσω της κοινωνικής μετάδοσης, δεδομένου ότι στην καθημερινή ζωή οι άνθρωποι αναπαράγουν συχνά πληροφορίες σε φίλους, μέλη της οικογένειας και στους συναδέλφους τους, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορούν να τις μεταδώσουν σε άλλους. Σχεδιάσαμε λοιπόν μια μελέτη που μοιάζει με ένα γνωστό παιδικό παιχνίδι, το «χαλασμένο τηλέφωνο». Το πρώτο άτομο της «αλυσίδας» είδε την αρχική έκδοση των πληροφοριών. Για παράδειγμα, 12,8 εκατ. Μεξικανοί μετανάστες στις ΗΠΑ το 2007 και 11,7 εκατ. το 2014. Στη συνέχεια τους ζητήσαμε να γράψουν, διά της μνήμης, τον αριθμό των Μεξικανών μεταναστών το 2007 και το 2014. Οι αριθμοί που έγραψε το πρώτο άτομο παρουσιάστηκαν στη συνέχεια στο δεύτερο άτομο της αλυσίδας. Οι εκτιμήσεις του δεύτερου ατόμου για τους αριθμούς μεταβιβάστηκαν στη συνέχεια στο τρίτο άτομο. Αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι οι αριθμητικές εκτιμήσεις που παρείχαν οι πρώτοι στην «αλυσίδα» ήταν σημαντικά διαφορετικές από τις αριθμητικές εκτιμήσεις που παρείχαν οι τελευταίοι. Οι πρώτοι έδωσαν εκτιμήσεις που ήταν πιο κοντά στο πρωτότυπο. Εκτίμησαν ότι ο αριθμός των Μεξικανών μεταναστών το 2007 ήταν 11,7 εκατ. και 12,6 εκατ. το 2014 – μια διαφορά 900.000. Οι τελευταίοι της «αλυσίδας» παρείχαν εκτιμήσεις που ήταν πολύ πιο μακριά από τις αρχικές πληροφορίες. Εκτίμησαν ότι ο αριθμός των Μεξικανών μεταναστών το 2007 ήταν 12,8 εκατ. και 16,9 εκατ. το 2014 – μια διαφορά 4,1 εκατομμυρίων.

– Ποιο είναι λοιπόν το δικό σας ευρύτερο συμπέρασμα μέσα από την έρευνα, με φόντο το φαινόμενο των ημερών, που αφορά ευρύτερα τα fake news και την παραπληροφόρηση στα δυτικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα;
– Η ομάδα μας θεωρεί ότι τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης είναι σημαντικά, διότι μέχρι σήμερα όλοι μας επικεντρωνόμαστε στις εξωτερικές πηγές της παραπληροφόρησης: fake news, εκστρατείες παραπληροφόρησης στα social media και πολιτικούς που σκοπίμως διαδίδουν προϊόντα παραπληροφόρησης. Ωστόσο, οι εξωτερικές πηγές δεν είναι οι μόνες πηγές παραπληροφόρησης. Θέλαμε να εξετάσουμε εάν οι προϋπάρχουσες προκαταλήψεις των ανθρώπων μπορούν να τους οδηγήσουν σε εσφαλμένη πληροφόρηση, ακόμη και αν υποβληθούν σε ακριβή γεγονότα. Ονομάζουμε αυτές τις προϋπάρχουσες προκαταλήψεις που μπορούν να διαστρεβλώσουν τη μνήμη ως «εσωτερικές πηγές» παραπληροφόρησης. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους παραπληροφόρηση και, επιπλέον, να μετατραπούν σε εξωτερική πηγή παραπληροφόρησης εάν μοιραστούν ή μεταδώσουν αυτές τις πληροφορίες σε άλλους ανθρώπους.

Αλλος ο λαϊκισμός στην Ελλάδα, άλλος στην Ευρώπη


Ο ερευνητικός εταίρος της δεξαμενής σκέψης Chatham House και λέκτωρ διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University, Αγγελος Χρυσόγελος, εκτιμά πως επιστροφή στις προ κρίσης πολιτικές και αξίες δεν θα υπάρξει.

Ο Aγγελος Χρυσόγελος είναι ερευνητικός εταίρος της δεξαμενής σκέψης Chatham House και λέκτωρ διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University. Σε συνέντευξή του στην «Κ», εκφράζει την εκτίμηση ότι ο ελληνικός λαϊκισμός μόνο χρονικά συμπίπτει με τον διεθνή λαϊκισμό των τελευταίων ετών, διακινδυνεύοντας μάλιστα την πρόβλεψη ότι μια πραγματική λαϊκιστική έκρηξη ενδεχομένως ακόμη εκκρεμεί στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, αποδέχεται τον όρο της ελληνικής «επιστροφής στην κανονικότητα», μόνον υπό την έννοια της επιστροφής στην κοινωνική ηρεμία και μετριοπάθεια. Διότι οι πολιτικές και οι αξίες που είχαν παγιωθεί πριν από την κρίση βρίσκονται ήδη στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

– Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κρίση της δημοκρατίας; Ως μια υπαρξιακή απειλή ή ως ένα χρήσιμο εργαλείο υγιούς επανεκκίνησης, τουλάχιστον δυνητικά;
– Οταν ένα σύστημα νοσεί, η κρίση αποτελεί έκκληση να προσαρμοστεί αυτό σε νέα λαϊκά αιτήματα. Υπό αυτήν την έννοια, η σημερινή κρίση της δημοκρατίας έχει τη θετική διάσταση ότι θέτει το αίτημα της αλλαγής στο τραπέζι. Πέραν αυτής της συνειδητοποίησης όμως, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς πρέπει να γίνει ή τι θα ικανοποιούσε τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους.

Υπάρχει η άποψη ότι τα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας είναι συστημικού χαρακτήρα. Αφορούν για παράδειγμα τη θεμελιώδη αδυναμία του έθνους-κράτους, μέσα στα όρια του οποίου λειτουργεί η δημοκρατία, να διαχειριστεί προβλήματα υπερεθνικού χαρακτήρα. Ή τον ρόλο των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, που συντελεί στον κατακερματισμό της δημόσιας σφαίρας και τον αναχωρητισμό των πολιτών από την πολιτική διαδικασία. Ο λαϊκισμός αποτελεί σύμπτωμα όλων αυτών των διαδικασιών, δεν προτείνει όμως συγκεκριμένες λύσεις. Το πιθανότερο σενάριο επομένως είναι η διατήρηση αυτής της λανθάνουσας αίσθησης κρίσης της δημοκρατίας, με παροδικές εξάρσεις, με διάφορες αφορμές (π.χ. οικονομικές ή μεταναστευτικές κρίσεις).

– Λαϊκισμός. Πώς έχει επιδράσει τα τελευταία χρόνια στα συστήματα των δυτικών χωρών; Εχει «ταβάνι»;
– Η βασική επίπτωση του λαϊκισμού είναι ο κατακερματισμός, η πολιτική αστάθεια και η αδυναμία σχηματισμού ισχυρών κυβερνήσεων. Πλέον στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες χρειάζονται τρία ή και περισσότερα κόμματα για να σχηματιστούν κυβερνήσεις. Βλέπουμε νέους και περίεργους συνδυασμούς όπως ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Πρασίνων στην Αυστρία, ενώ έχουμε παρατεταμένες περιόδους πολιτικού κενού όπως στην Ισπανία. Πλέον στις περισσότερες χώρες με ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις κυβερνούν κόμματα με ισχυρά λαϊκιστικά ή εθνοσυντηρητικά χαρακτηριστικά, όπως η Βρετανία, η Πολωνία και η Ουγγαρία. Η σύνθεση και το ιδεολογικό προφίλ της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης αποτελεί την εξαίρεση πανευρωπαϊκά.

Σχετικά με το αν ο λαϊκισμός έχει «ταβάνι», αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες κάθε χώρας. Είναι πιθανό κάπου να δούμε υποχώρηση του λαϊκισμού, αλλού ενίσχυση. Αυτό που πιστεύω ότι είναι μη αναστρέψιμο είναι η πολυδιάσπαση, η πολυκομματικότητα και οι ασταθείς κυβερνήσεις. Αυτή είναι πια μια μόνιμη κατάσταση που κάνει τη λήψη αποφάσεων στην Ε.Ε. μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση.

– Για την Ελλάδα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι είναι η ευρωπαϊκή χώρα η οποία πρώτη ήρθε αντιμέτωπη με την έξαρση του λαϊκισμού και τις επιπτώσεις του. Ποιο κενό ήρθε να καλύψει η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ποια είναι η «παρακαταθήκη» της για την ελληνική δημοκρατία;
– Οσο περνάει ο καιρός σχηματίζω την άποψη ότι ο ελληνικός «αντιμνημονιακός» λαϊκισμός ήταν ένα φαινόμενο που ναι μεν συνέπεσε, αλλά ήταν θεμελιωδώς διαφορετικός από ό,τι συνέβη αλλού στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, με εξαίρεση ίσως τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Λόγω της έντασης της οικονομικής κρίσης, ο δικός μας λαϊκισμός είχε κυρίως ένα αριστερό πρόσημο και στηριζόταν σε οικονομικά - υλικά αιτήματα. Αντίθετα στο εξωτερικό είδαμε σχεδόν παντού κυρίως δεξιόστροφους λαϊκισμούς, με έμφαση σε ζητήματα μετανάστευσης και εθνικής κυριαρχίας.

Θα φανεί παράξενο, αλλά ίσως τελικά ο ελληνικός λαϊκισμός της κρίσης ήταν ένα λιγότερο δραματικό και περισσότερο παροδικό φαινόμενο σε σχέση με αυτά που ζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ηταν ένας λαϊκισμός που, μέσα από παλινδρομήσεις και περιπέτειες, απορρόφησε τη λαϊκή δυσαρέσκεια χωρίς τελικά να ανατραπούν ούτε η θέση της χώρας στην Ε.Ε. ούτε το πολίτευμά της. Σε σχέση για παράδειγμα με τη Βρετανία που έφυγε από την Ε.Ε. ή την Ουγγαρία που έχει διολισθήσει σε ένα ημι-αυταρχικό πολίτευμα, η Ελλάδα διατήρησε τις σταθερές της. Αντί λοιπόν να βλέπουμε την Ελλάδα ως την πρώτη χώρα που «πέρασε λαϊκισμό», θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η Ελλάδα ακόμα δεν έχει γνωρίσει έναν λαϊκισμό πραγματικά ανάλογο με ό,τι συνέβη στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, που θα αφορά για παράδειγμα τη μετανάστευση, τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης και της τεχνολογικής αλλαγής στην αγορά εργασίας, ή την αλλαγή στον τρόπο ζωής και την ανασφάλεια της μεσαίας τάξης που επιφέρει το άνοιγμα της οικονομίας σε επενδύσεις και διεθνείς πιέσεις. Υπό μια έννοια, η πραγματική λαϊκιστική έκρηξη ακόμα εκκρεμεί στην Ελλάδα.

– Γίνεται λόγος σήμερα για την ελληνική «επιστροφή στην κανονικότητα». Ποια είναι η γνώμη σας; Σε κάθε περίπτωση, θα λέγατε ότι η Ελλάδα κινείται σήμερα κόντρα στο ρεύμα που επικρατεί στην Ευρώπη;
– Το σύνθημα της «κανονικότητας» έχει ένα διττό νόημα. Από τη μια μεριά υπονοεί την επιστροφή σε μια πιο ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της δημόσιας συζήτησης, χωρίς τις υπερβολές και την πόλωση της προηγούμενης περιόδου. Αυτό είναι κάτι που ήταν όντως αίτημα της κοινωνίας και το οποίο η νέα κυβέρνηση υπηρετεί όσο οι συνθήκες της το επιτρέπουν.

Το άλλο νόημα της «κανονικότητας» που υπονοείται είναι η επιστροφή στις προ κρίσης πολιτικές και αξίες. Αν όμως κάποιοι ευελπιστούν στην επιστροφή στο οικονομικό και κοινωνικό φιλελεύθερο κονσένσους των πρώτων δύο μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών, φοβάμαι ότι οι εξελίξεις τους έχουν ξεπεράσει. Η οικονομική κρίση, η άνοδος της Κίνας, η μετανάστευση και οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες είναι όλες εξελίξεις που συντείνουν σε έναν πιο ενεργό ρόλο του κράτους, προστασία των συνόρων, γενικά σε μια επαναφορά της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής έναντι της αγοράς και του εθνικού έναντι του υπερεθνικού.

Δεν γίνεται επομένως να συζητούμε πια για τον Τραμπ και το Brexit σαν να είναι παροδικά φαινόμενα ή αποτελέσματα εκλογικών «ατυχημάτων». Είναι γεγονότα που ήδη παράγουν αποτελέσματα στα οποία άλλωστε βλέπουμε και τη νέα ηγεσία της Ε.Ε. να αντιδρά, με τη συζήτηση περί «Ευρωπαίων βιομηχανικών πρωταθλητών», «ψηφιακής κυριαρχίας» και «γεωπολιτικής Ευρώπης». Πλέον, όλες οι μεγάλες δυνάμεις ενσωματώνουν τα λαϊκά αιτήματα για κυριαρχία, σύνορα και ρύθμιση στις εξωτερικές, οικονομικές και τεχνολογικές πολιτικές τους. Αν υπάρχει πια «κανονικότητα» στη διεθνή πολιτική, εκεί πρέπει να την αναζητήσουμε.

Νομίζω, ή τουλάχιστον ελπίζω, ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πολύ πιο συνειδητοποιημένη και καταλαβαίνει ότι οι σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια. Αυτή που εμφανίζεται πλήρως ασύγχρονη με τις διεθνείς εξελίξεις είναι η διανόηση σε πανεπιστήμια, ΜΜΕ και δεξαμενές σκέψης, που παραμένει στην πλειοψηφία της νοσταλγική και προσκολλημένη σε μια εποχή φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που όμως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Εχουν πει για την «κόπωση» της δημοκρατίας και τις επιπτώσεις της 

«Κάποιος μια μέρα να μου εξηγήσει γιατί σε μια εποχή που η επιστήμη δεν ήταν ποτέ πιο ευφυής, η αλήθεια πιο γυμνή και η γνώση πιο διαθέσιμη, υπάρχει τέτοια ζήτηση για λαϊκιστές και ψεύτες».
Τζον Λε Καρέ, Βρετανός συγγραφέας

«Είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μέσα στο ψέμα και στην πόλωση; Οι περισσότερες δημοκρατίες έχουν αναπτύξει μηχανισμούς που ελαχιστοποιούν το κόστος των αναπόφευκτων αυτών πρακτικών. Η σχετική συζήτηση θα ήταν πολύ πιο γόνιμη αν επικεντρωνόταν στους μηχανισμούς αυτούς».
Στάθης Καλύβας, University of Oxford

«Η δημοκρατία δεν πεθαίνει, αλλά περνάει μια απρόβλεπτη κρίση ενός “μεσήλικα”. Οι ψηφοφόροι έχουν έντονη την αίσθηση της ρουτίνας και αρέσκονται στην ιδέα μιας αλλαγής. Ομως δεν θέλουν κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, αλλάζουν ηγέτες παρά συστήματα».
Ντέιβιντ Ράνσιμαν, University of Cambridge

– Ματέο Ρέντσι: Πρόεδρε, πότε θα φτάσετε στη δημοκρατία;
– Σι Τζινπίνγκ: Νομίζω δεν θα φτάσουμε προτού φύγετε εσείς από αυτήν.

O πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, μιλώντας πρόσφατα σε συνέδριο του Economist στη Γερμανία, αποκάλυψε διάλογο που είχε κάποτε με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, «μετά από τρία μπουκάλια κρασί», στη Σαρδηνία.

«Η σηµερινή κόπωση της δηµοκρατίας θυμίζει σε πολλούς αυτήν του µεσοπολέµου. Oµως η τότε κρίση της δηµοκρατίας συνδέθηκε άρρηκτα µε την οικονοµική µιζέρια της Μεγάλης Υφεσης, ενώ η σηµερινή έρχεται σε καιρούς µε ιστορικά υψηλά απασχόλησης. Aρα, η αντίδραση δεν µπορεί να είναι επανάληψη της προηγούµενης».
Χάρολντ Τζέιμς, Princeton University

4 γεγονότα-σταθμοί για τη σύγχρονη δημοκρατία

2008
Τον Σεπτέμβριο καταρρέει η Lehman Brothers και ξεσπά η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση. Οι συνέπειες θίγουν ευθέως την καθημερινότητα του πολίτη στις δυτικές κοιτίδες του δημοκρατικού συστήματος και στην πράξη κορυφώνεται για την κοινή γνώμη η έννοια της πολιτικής αποτυχίας.

2015
Τον Απρίλιο η μεταναστευτική και προσφυγική κρίση αναγνωρίζεται ως τέτοια. Οι μαζικές ροές προς την Ευρώπη και οι επιπτώσεις τους συνδυάζονται με την πολιτική τους εκμετάλλευση από λαϊκιστικά κόμματα, τα οποία επενδύουν στην ανασφάλεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών με σκοπό την ευκαιριακή τους ανέλιξη. Η δημοκρατία καλείται να αντιμετωπίσει πλέον την οργή και τον φόβο των δυτικών εκλογικών σωμάτων. 

2016
Τον Ιούνιο οι Βρετανοί επιλέγουν με δημοψήφισμα να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Eνωση. Η εξέλιξη επιφέρει πλήγμα στο μεγαλύτερο δημοκρατικό εγχείρημα της Γηραιάς Ηπείρου, θέτοντας εν αμφιβόλω τη μακροπρόθεσμη προοπτική της Eνωσης. Δημιουργεί κρίση εμπιστοσύνης και αβεβαιότητα στο εσωτερικό της Ευρώπης ενισχύοντας τις δυνάμεις που τάσσονται υπέρ των κλειστών συνόρων.

Τον Νοέμβριο ο Ντόναλντ Τραμπ κερδίζει τις εκλογές και εκλέγεται 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Με την υπόσχεση ότι θα κάνει την Αμερική «σπουδαία ξανά» επιχειρεί να ξηλώσει γραπτούς και άγραφους κανόνες της αμερικανικής δημοκρατίας όπως τη γνωρίζαμε. Κηρύττει πόλεμο στα ΜΜΕ και ανάγει το Τwitter σε μέσο άσκησης «υψηλής» πολιτικής.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ