ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Αφρική, Ζανζιβάρη

Οι βιβλικές καταιγίδες της εποχής των βροχών δεν πτοούν τους λάτρεις της Ζανζιβάρης, που μαγεύονται από τη γαστρονομία και το πλούσιο παρελθόν της.

Αν δεν ήμουν μούσκεμα σαν βρεγμένη γάτα, πιθανόν να μην είχα σταθεί στο Zanzibar Curio Shop. Φαινομενικά, δεν διέφερε από τα υπόλοιπα σουβενιράδικα που κατακλύζουν τα μπερδεμένα δρομάκια του Stone Town (ιστορική συνοικία της Ζανζιβάρης). Τουρίστες χαζολογούσαν αγοράζοντας αναμνηστικά και μυριάδες μπλουζάκια «Hakuna Matata» έκρυβαν την πρόσοψη του μαγαζιού. Ηττημένη από τη μανία της νεροποντής, προσποιήθηκα ότι ενδιαφερόμουν για μαγνητάκια μέχρι να στεγνώσω.  


Οι Ζανζιβαριανοί συνωστίζονται με ποδήλατα και μηχανάκια στα δρομάκια του Stone Town. Εδώ, έξω από το Zanzibar Curio Shop. (Φωτογραφία: phJoao Silva/The New York Times)


«Αν θέλετε να δείτε την αληθινή ιστορία της Ζανζιβάρης, πρέπει να ανεβείτε πάνω», μου είπε ο Murtaza Akberali που, μαζί με τον αδελφό του, έχει αναλάβει το μαγαζί που άνοιξε ο πατέρας τους το 1968. Τον ακολούθησα. Και, χωρίς να το καταλάβω, πέρασα μια πύλη στον χρόνο και βρέθηκα αντιμέτωπη με το παρελθόν της Ζανζιβάρης. Ο ένας τοίχος ήταν γεμάτος μπαούλα από ξύλο και μπρούντζο, ο άλλος ήταν ολόκληρος ένα κολάζ από vintage ινδικές διαφημίσεις τσιγάρων και τανζανέζικα πολιτικά πόστερ. Το ταβάνι έμοιαζε με νεκρόπολη γυρισμένη τα πάνω κάτω, με φθαρμένους φανούς και τσαγιέρες κρεμασμένες από τα δοκάρια. Σε κάποιες γωνίες στοιβάζονταν προτομές Αφρικανών φυλάρχων, ενώ σε άλλες ήταν τοποθετημένα με τάξη πάσης φύσεως παραφερνάλια: ρολόγια, ασπρόμαυρα πορτρέτα νεονύμφων από ινδικούς γάμους και σκουριασμένα κλειδιά, που υποψιάζομαι ότι ανήκουν σε παλιές πόρτες του Stone Town, σαν κι αυτές με τα μπρούντζινα καρφιά που βλέπω καθώς περιηγούμαι στα στενά και τις οποίες ανεβάζω μανιωδώς στο Instagram. Σε ένα δωμάτιο σάστισα μπροστά σε ένα γυάλινο ντουλάπι γεμάτο γυαλιστερά φιλντισένια στιλέτα.  

Ανακάτεμα πολιτισμών

Και για να επανέλθω στα καθ’ ημάς... Προσγειώθηκα στη Ζανζιβάρη την πρώτη ημέρα της –αργοπορημένης φέτος– εποχής των βροχών κι ενώ ήμουν προετοιμασμένη για ξαφνικά ντους, τίποτα δεν μπορούσε να με προετοιμάσει για τις στιγμές Αποκάλυψης που βίωσα από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου. Το κολύμπι σε ζαφειρένιες θάλασσες ήταν εξαρχής εκτός προγράμματος, όμως δεν περίμενα να καταλήξω να κολυμπάω σε βρόμικους δρόμους που είχαν μετατραπεί σε κανάλια.


Η Ζανζιβάρη είναι ένα ποτ πουρί πολιτισμών, με επιρροές από την Αραβία, την Ινδία, την Κεντρική Αφρική και την Ευρώπη. (Φωτογραφία: phJoao Silva/The New York Times)


Απτόητη, κραδαίνοντας την ομπρέλα μου σαν ασπίδα, προχώρησα στους πλημμυρισμένους δρόμους του Stone Town. Παρότι δεν θα είχα πρόβλημα να βρίσκομαι σε μια παραλία και να λιάζομαι, στο συγκεκριμένο ταξίδι δεν ήταν αυτό που πραγματικά λαχταρούσα να κάνω. Έχοντας ζήσει στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία και στην Αφρική, ήμουν πάντα περίεργη για το πώς αυτοί οι τρεις πολιτισμοί αλληλοδιαπλέκονται σε ένα αρχιπέλαγος που στον χάρτη μοιάζει με κηλίδες από μελάνι που έχουν πιτσιλίσει τον Ινδικό ωκεανό. Η γλώσσα σουαχίλι που ομιλείται εδώ είναι μια μείξη αραβικών και μπαντού (νιγηρο-κονγκολέζικη διάλεκτος), με ολίγα περσικά, πορτογαλέζικα, αγγλικά και χίντι. H αρχιτεκτονική είναι επίσης ένα γλυκό ανακάτεμα Αφρικής, Αραβίας, Ινδίας και Ευρώπης. Οι φαγωμένοι από το θαλασσινό αεράκι τοίχοι, τα οφιοειδή σχέδια στα μπαλκόνια, οι περίτεχνα διακοσμημένες πόρτες από ξύλο τικ δίνουν στο Stone Town μια απαράμιλλη ομορφιά, που δεν κρύβεται από καμία νεροποντή. Οι σωροί από μπιχλιμπίδια στο Zanzibar Curio Shop μαζί με την –πολιτισμικά ετερόκλητη– κουζίνα, που είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω αργότερα, μου έμαθαν σίγουρα περισσότερα για τη Ζανζιβάρη από όσα θα μπορούσε να μου μάθει μια ηλιόλουστη παραλία.

Μπαντού, Ινδοί, Άραβες

«Η Ζανζιβάρη δεν είναι μόνο ένα πράγμα», μου εξήγησε ο σχεδιαστής μόδας Farouque Abdela. Με μαύρα γυαλιά, κεντητό καπέλο kofia, χαμογελαστός και ετοιμοπόλεμος να πετάξει τη μία ατάκα μετά την άλλη, ο Abdela είναι μια εύκολα αναγνωρίσιμη παρουσία, που συχνάζει στο ξενοδοχείο Emerson Hurumzi, ένα κομψό αρχοντικό του 19ου αιώνα που κάποτε ανήκε σε έναν εύπορο σύμβουλο του σουλτάνου. «Οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατατάξουν τη Ζανζιβάρη. Ανήκει στην Ανατολή; Στην Αφρική; Κάπου αλλού;» είπε και σιώπησε για λίγο, για να καταλήξει στο ότι «αυτό είναι που την κάνει τόσο ενδιαφέρουσα».

Ο ίδιος ο Abdela αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα για να καταλάβει κανείς την περίπλοκη ταυτότητα της περιοχής. Είναι αυτόχθονας Ζανζιβαριανός με ινδικές και αραβικές ρίζες, που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αγγλία προτού επιστρέψει στο Stone Town, πριν από δεκαέξι χρόνια. «Η Ζανζιβάρη είναι το πιο φιλήσυχο μέρος του κόσμου. Είμαστε όλοι ένα. Δεν μπορώ να αντιπαρατεθώ με τους Άραβες γιατί έχω κι εγώ λίγο αραβικό αίμα. Δεν μπορώ να στραφώ ενάντια στους Ινδούς, γιατί έχω επίσης και λίγο ινδικό αίμα. Εδώ δεν νοείται να τσακωθείς με κάποιον με αφορμή την εθνικότητα ή τη θρησκεία του», εξήγησε.
 
Ευγενής σκέψη, που όμως υποβαθμίζει το πολύπλοκο και βαρύ παρελθόν της Ζανζιβάρης, μιας περιοχής που ασκούσε έλξη σε λαούς από τα πιο μακρινά μέρη του κόσμου. Η Ζανζιβάρη αποικήθηκε από Κεντροαφρικανούς Μπαντού, μετά από Πέρσες, Πορτογάλους και Άραβες, καθένας από τους οποίους άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στη γλώσσα, στο ντύσιμο, στη γαστρονομία και στη θρησκεία. Σήμερα, ο πληθυσμός της Ζανζιβάρης είναι σχεδόν ολοκληρωτικά μουσουλμανικός. Για δύο αιώνες η περιοχή ανήκε στο Σουλτανάτο του Ομάν, και μάλιστα για μια μικρή περίοδο, τη δεκαετία του 1880, η πρωτεύουσα του Ομάν μεταφέρθηκε από τη Μουσκάτ στο Stone Town. Η Ζανζιβάρη πλούτισε από το σκλαβοπάζαρο σε Ευρώπη και Ασία, ενώ παράλληλα λειτούργησε σαν εμπορικός κόμβος για ελεφαντόδοντο και μπαχάρια. To ενδιαφέρον της Ευρώπης για την Αφρική μετέτρεψε τη Ζανζιβάρη σε βρετανικό προτεκτοράτο το 1890 και τέλος η βίαιη επανάσταση του 1964 οδήγησε στην ένωση της Ζανζιβάρης με την Τανγκανίκα και στη δημιουργία της Τανζανίας.  

Με πιπέρι και κανέλα

Τα μπαχαρικά παραμένουν ατού της Ζανζιβάρης, παρότι με το πέρασμα του χρόνου τα πράγματα άλλαξαν. «Τα παλιά χρόνια το πιπέρι άξιζε όσο σήμερα η κοκαΐνη», μου είπε ο Raphael Flury, Ελβετός δικηγόρος και επικεφαλής της κουπερατίβας μπαχαρικών 1001 Organic στο Stone Town. Πλέον, οι καλλιέργειες των μπαχαρικών λειτουργούν περισσότερο τουριστικά, με ξεναγήσεις και δρώμενα που απευθύνονται στους επισκέπτες. Μάλιστα, πολλά από τα μπαχάρια που πωλούνται στις ζανζιβαριανές αγορές είναι εισαγόμενα. Ο Ethan Frisch είναι ένας Νεοϋορκέζος επιχειρηματίας. Η εταιρεία του, Burlap & Barrel, εμπορεύεται μπαχαρικά τα οποία προμηθεύεται απευθείας από παραγωγούς σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ο Frisch ήρθε στη Ζανζιβάρη ψάχνοντας για πρώτες ύλες και, ένα από αυτά τα σπάνια πρωινά όπου ο ήλιος ξεμυτούσε πίσω από τα σύννεφα, τον ακολούθησα στα ραντεβού που είχε με καλλιεργητές μοσχοκάρυδου, κανέλας και μαύρου πιπεριού.  


Παράδεισος των μπαχαρικών κάποτε, η Ζανζιβάρη διαθέτει ισχυρή γαστρονομική ταυτότητα. (Φωτογραφία: phJoao Silva/The New York Times)

«Η παγκόσμια γαστρονομική επανάσταση έχει αγνοήσει τα μπαχαρικά. Στην εποχή μας έχει αναγνωριστεί η αξία που έχουν οι παραδοσιακές ποικιλίες ντομάτας και ο single-origin καφές (σ.σ. προέρχεται από έναν τόπο και δεν είναι μείγμα καφέ από διαφορετικές περιοχές). Προσωπικά, αυτό που ψάχνω είναι τα παραδοσιακά μπαχαρικά», μου είπε ο Frisch. Παρότι η εταιρεία του αναζητά πρώτες ύλες σε όλο τον κόσμο (από φύκια στην Ισλανδία μέχρι μπλε κουρκουμά στο Βιετνάμ), η Ζανζιβάρη ήταν ο πρώτος προορισμός που επισκέφτηκε για επαγγελματικούς λόγους, το 2016. Γιατί; «Γιατί είναι ένας τόπος αγνοημένος, που όμως έχει πλούσια ιστορία».  

Μια γαστρονομική περιπέτεια

Παρ’ όλα τα θέλγητρά του, αυτό που πραγματικά με κέρδισε στο Stone Town και με έκανε να τριγυρίζω με όρεξη στα κοιμισμένα δρομάκια του, ήταν το φαγητό. Η μακρά σχέση του νησιού με τα μπαχάρια και οι λογιών λογιών λαοί που πέρασαν από εδώ συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας μοναδικής γαστρονομίας. Στη Ζανζιβάρη, το φαγητό είναι θρησκεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το urojo, που «δεν είναι απλώς ένα πιάτο αλλά ένα μείγμα πολιτισμών», όπως μου είπε ο Abdela γι’ αυτό το μικρό μπολ που κρύβει μέσα του «όλες τις επιρροές της Ζανζιβάρης». Όπως διαπίστωσα και μόνη μου, είναι από τα φαγητά που δεν τα τρως, τα καταβροχθίζεις.

Όταν το δοκίμασα, ένιωσα ότι οι γευστικοί μου κάλυκες έκαναν τον γύρο του κόσμου: κομμάτια mishkaki (ψητό κρέας από την Ανατολική Αφρική), ινδικές τηγανητές πατάτες bhajias, ψιλοκομμένο κασάβα, πατάτες (τις έφεραν οι Ευρωπαίοι που ταξίδεψαν στη Ζανζιβάρη από την Αμερική), τσάτνεϊ καρύδας, τσίλι σος σε έναν ξινό ζωμό μάνγκο. Κάθε λαίμαργη μπουκιά από αυτή τη σούπα με γέμιζε με οράματα από τα μακάρια ηλιόλουστα απογεύματα που δεν ήταν γραφτό μου να ζήσω. 

 
Το καλύτερο μέρος για να την ανακαλύψει κανείς είναι η νυχτερινή αγορά των κήπων Forodhani, με τις αμέτρητες νοστιμιές, από urojo με ψητό κρέας μέχρι ζανζιβαριανή πίτσα. (Φωτογραφία: phJoao Silva/The New York Times)

Και όμως, το πιάτο που απογείωσε την επικούρεια φύση μου ήταν η ζανζιβαριανή πίτσα. Αν είστε άνθρωποι του φαγητού, δεν θα χρειαστεί να ψάξετε πολύ για να βρείτε τον γαστρονομικό παράδεισο του Stone Town. Θα σας οδηγήσουν οι μυρωδιές. Πρόκειται για μια υπαίθρια αγορά στους κήπους Forodhani. Δυστυχώς, στην πρώτη μου επίσκεψη ο καιρός ήταν κακός και ανάγκασε τους πωλητές να φύγουν κακήν κακώς.  

Επέστρεψα κάποιο άλλο απόγευμα. Προσπέρασα τους πάγκους που πουλούσαν urojo και χυμό ζαχαροκάλαμου και κατευθύνθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη προς τις πιτσαρίες (είχαν ονόματα όπως Mr. Delicious και Mr. Big Banana), προτού η βροχή μάς τα χαλάσει πάλι όλα. Στο Mr. Nutella, το οποίο τελικά επέλεξα, ο σεφ άνοιξε ζύμη, ποτισμένη, υποψιάζομαι, όχι μόνο με λάδι αλλά και με νερό της βροχής και ιδρώτα. Την πασπάλισε με ψιλοκομμένο μοσχαρίσιο κρέας, κρεμμύδια, ντομάτες, πράσινες πιπεριές, αλάτι, μαγιονέζα, τυρί και achaar (πικάντικο καρύκευμα). Πάνω στο όλον, έσπασε ένα αυγό κι έπειτα έψησε τη ζύμη στην πλάκα ώσπου να αποκτήσει τη γνωστή –θεϊκή– γεύση της. Σκεφτείτε αυτό το πιάτο σαν το υιοθετημένο αδελφάκι της ιταλικής πίτσας: έχουν το ίδιο όνομα, αλλά διαφορετικό DNA. Η ζανζιβαριανή εκδοχή μοιάζει περισσότερο με κρέπα, στην οποία αναδεικνύονται οι ξεχωριστές γεύσεις καθεμιάς από τις πρώτες ύλες.  

Δεν είχα προλάβει καλά καλά να καταπιώ την τελευταία μπουκιά, ώσπου αισθάνθηκα τις σταγόνες της βροχής, πρώτα στον ώμο, στα μάγουλα, στο κεφάλι και μετά παντού. Η καταιγίδα είχε επιστρέψει χωρίς προειδοποίηση. Σκέφτηκα να ακολουθήσω το πλήθος κάτω από μία τέντα ώσπου να περάσει, όμως λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αναρωτήθηκα «ποιο το νόημα;». Αποφάσισα να ξεχυθώ στη νυχτερινή Ζανζιβάρη, μουσκεμένη αλλά χαρούμενη.   

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ