ΝΙΚΟΣ ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ*, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΙΝΑΡΔΗΣ**

Οι εν Ελλάδι πολλοί μη χρήστες Διαδικτύου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η καθημερινότητα, ολόκληρος ο πολιτισμός, καθώς και οι πολιτικές διεργασίες κάθε είδους επηρεάζονται καθοριστικά από τη λεγόμενη «ψηφιακή κατάσταση»: ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο –πλην όμως σε διαφορετικές αναλογίες– διαπραγματεύονται και διαμορφώνουν το νόημα της ζωής τους σε πολλαπλά και τεμνόμενα πεδία δραστηριοτήτων, από τα πλέον τετριμμένα έως τα πλέον λεπτοφυή, μέσα και μέσω της χρήσης περίπλοκων ψηφιακών επικοινωνιακών υποδομών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η διαδοχική επέκταση του Διαδικτύου των Ανθρώπων και του Διαδικτύου των Πραγμάτων και η σύγκλισή τους με τη ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη αλλάζουν άρδην τις συνθήκες του δυνατού, το εύρος δηλαδή των δυνατοτήτων εντός των οποίων μπορούν να εξελιχθούν άτομα, ομάδες και κοινωνίες.

Εδώ και πολλά χρόνια τίθεται και ερευνάται το ερώτημα εάν το Διαδίκτυο και τα νέα μέσα ενισχύουν ή υπονομεύουν τη δημοκρατία: αν δηλαδή συμβάλλουν στην πολυφωνία απόψεων, στην εμπέδωση μορφών δημόσιας διαβούλευσης και στη διευκόλυνση της συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια ζωή. Οριστική απάντηση μάλλον δεν θα δοθεί, καθώς η ψηφιακή κατάσταση χαρακτηρίζεται από έναν αμετάβατο επαμφοτερισμό, όπου  θετικές τάσεις και αρνητικές επιδράσεις συνυπάρχουν μέσω των πολλαπλών χρήσεων των αλγορίθμων από πολίτες και πολιτικούς, από απλούς χρήστες του Διαδικτύου και κέντρα διαχείρισης και παραβίασης προσωπικών δεδομένων. Κεντρικό ζητούμενο είναι μια περισσότερο δημοκρατική και λιγότερο επιτηρητική κοινωνία της πληροφορίας. Προς τούτο έχει σημασία ο ψηφιακός αλφαβητισμός, καθώς και προσεκτικά σχεδιασμένες πολιτικές για μια ανοικτή και αποτελεσματική ηλεκτρονική διακυβέρνηση.   

Η συνεχής κατάληψη από την Ελλάδα των τελευταίων θέσεων στον ευρωπαϊκό δείκτη DESI (Digital Economy and Society Index) δεν αποτελεί σημάδι προόδου για τη χώρα. Με τον δείκτη αυτόν αποτιμάται η «συνδεσιμότητα» (σταθερή και κινητή ευρυζωνική, ταχύτητα και χαμηλό κόστος), το «ανθρώπινο κεφάλαιο» (πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ψηφιακές δεξιότητες), η «χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών», η «ολοκληρωμένη ψηφιακή τεχνολογία» (ψηφιοποίηση εμπορίου και επιχειρήσεων), καθώς και οι «ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες». Εδώ θα εστιάσουμε στο «ανθρώπινο κεφάλαιο» και ειδικά στην πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται προέρχονται από τον τρίτο γύρο της έρευνας World Internet Project, μιας διεθνούς σύμπραξης στην οποία συμμετέχει η Ελλάδα μέσω του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών. Η έρευνα πεδίου διεξήχθη την άνοιξη του 2019. 

Αν και την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε πολύ το ποσοστό χρήσης του Διαδικτύου (43% το 2009  έναντι 71% το 2019), η Ελλάδα απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί μια ολοκληρωμένη κοινωνία της πληροφορίας, όπως είναι π.χ. η Νορβηγία με 98%.  Μολονότι εκείνο που μετράει πλέον περισσότερο είναι το ψηφιακό χάσμα επέκεινα της πρόσβασης, δηλαδή οι κοινωνικά προσδιορισμένες διαφορές στην απόκτηση και χρήση ψηφιακών δεξιοτήτων από τη στιγμή που όλοι ή έστω η μεγάλη πλειονότητα έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο –κάτι που σε ορισμένες χώρες συνιστά συνταγματικό δικαίωμα–,  σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η διείσδυση του Διαδικτύου έχει ακόμη περιθώρια ανάπτυξης, το ψηφιακό χάσμα υφίσταται ως άλλη μία διάσταση κοινωνικού αποκλεισμού και πληροφοριακής φτώχειας. Δεν είναι μικρό πράγμα το 29% των συμπολιτών μας να μην κάνει χρήση του Διαδικτύου και έτσι δυνάμει να μην επωφελείται της πανοπλίας των ψηφιακών μέσων.

Σχεδόν επτά στους δέκα από τους μη χρήστες βρήκαμε ότι όχι μόνο δεν προτίθενται να χρησιμοποιήσουν το Διαδίκτυο κατά το έτος που διανύουμε, αλλά  ούτε προτίθενται να το χρησιμοποιήσουν τον επόμενο χρόνο. Οι ανήκοντες στην εν λόγω ομάδα χαρακτηρίζονται συνήθως «αμυνόμενοι στην τεχνολογική πρόοδο» ή «σκληροπυρηνικοί μη χρήστες». Υπάρχει εκ παραλλήλου μια άλλη, μικρότερη, ομάδα, εκείνη των μη χρηστών, που όμως το είχε χρησιμοποιήσει κάποτε στο παρελθόν. Αυτά τα άτομα ας τα ονομάσουμε «χρήστες διακοπτόμενης διασύνδεσης». Η πρώτη ομάδα αποτελείται από άτομα που ανήκουν στο γυναικείο φύλο (58,4%), με μέση ηλικία τα 69,45 έτη, με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, οικονομικώς μη ενεργά, με πολύ χαμηλό έως χαμηλό μηνιαίο οικογενειακό ακαθάριστο εισόδημα και συχνά σε κατάσταση χηρείας. Η δεύτερη ομάδα συγκεντρώνει κυρίως και πάλι γυναίκες (54,6%), άτομα νεότερα κατά μία δεκαετία (59,56), με μέσο εκπαιδευτικό επίπεδο, που, αν και στην πλειονότητά τους είναι οικονομικώς μη ενεργά, το ποσοστό των ανέργων και των εργαζομένων μεταξύ τους είναι αρκετά ανεβασμένο. Είναι πρόδηλο ότι πίσω από αυτά τα ποσοστά υπάρχουν αρκετές χιλιάδες συμπολιτών μας που υφίστανται τις συνέπειες του πρωτογενούς ψηφιακού χάσματος, οι οποίες προστίθενται σε επιβαρύνσεις που ήδη βιώνουν λόγω οικονομικής δυσπραγίας και προχωρημένης ηλικίας. Με την ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση του Διαδικτύου το πιθανότερο είναι ότι περίπου σε μία δεκαετία οι κατηγορίες αυτές του πληθυσμού να έχουν εκλείψει. Το ψηφιακό χάσμα θα μεταλλαχθεί από πρωτογενές σε δευτερογενές και δεν θα αφορά πλέον τόσο τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά των πολιτών όσο τις ψηφιακές δεξιότητες και το ανθρώπινο κεφάλαιο και κατ’ επέκταση την «ψηφιακή ιδιότητα του πολίτη».

* Ο κ. Νίκος δεμερτζής είναι πρόεδρος του ΕΚΚΕ, εκπρόσωπος του World Internet Project στην Ελλάδα.
**Ο κ. Απόστολος Λινάρδης είναι ερευνητής του ΕΚΚΕ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ