Το «Κ» μπήκε σε τρία περίοπτα μέγαρα της Αθήνας, τα οποία έχουν γράψει τη δική τους ιστορία και για διαφορετικούς λόγους παραμένουν άγνωστα στους κατοίκους της πόλης. 

 

 

Μέγαρο Μποδοσάκη: Μάρτυρας της ανασυγκρότησης

1949. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει, ο Εμφύλιος επίσης, και η χώρα πάσχιζε να σταθεί στα πόδια της. Στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας –που μέχρι το 1886 ήταν χωματόδρομος και εξοχικός περίπατος για την πρώτη βασίλισσα– με την οδό Σουρή άρχισε η ανέγερση ενός εξαώροφου κτιρίου. Η αγορά του οικοπέδου είχε γίνει έναν χρόνο πριν, από τον ισχυρότερο, ίσως, επιχειρηματία της εποχής, τον δαιμόνιo Πρόδρομο Αθανασιάδη, που έγινε γνωστός ως Μποδοσάκης – παραφθορά του βαφτιστικού ονόματός του στην τουρκική γλώσσα, μια και είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σε μια μικρή πόλη της Τουρκίας, τον Πόρο της επαρχίας Νίγδης. Το 1922 ήρθε στην Ελλάδα, έχοντας ήδη ξεκινήσει μια λαμπρή επιχειρηματική πορεία στη Μερσίνα και στην Κωνσταντινούπολη. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, οι επιχειρήσεις του –χημική βιομηχανία, ορυχεία, μεταλλεία και πυρομαχικά, μεταξύ άλλων– αντιπροσώπευαν το 35% της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής. Η άνθηση συνεχίστηκε μετά την επαναφορά της ειρήνης.

Ο Μποδοσάκης ήθελε ένα «αρχηγείο» αντάξιο της οικονομικής του δύναμης. Ανέθεσε τον σχεδιασμό του στον Ανδρέα Πλουμιστό, ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής Εταιρείας και επί χρόνια προϊστάμενο του αρχιτεκτονικού τομέα στον Δήμο Αθηναίων. Μαζί με τον υφιστάμενό του, νεαρό τότε Άρη Κωνσταντινίδη, είχαν σχεδιάσει το 1939 τα προπύλαια του Α΄ Νεκροταφείου της Αθήνας, όπως και αρκετά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια.

Το Μέγαρο Μποδοσάκη, που θεωρείται το καλύτερο έργο του Πλουμιστού, ολοκληρώθηκε το 1958 και συνδύαζε με ευφυή τρόπο τον κλασικισμό με τον μοντερνισμό. Με τις συμμετρικές όψεις του και τα «εσωστρεφή» του μπαλκόνια (σε κεραμιδί χρώμα, δημοφιλές στη νεοκλασική αρχιτεκτονική), αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του «απογυμνωμένου κλασικισμού», σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ Δημήτρη Φιλιππίδη. Δεν είναι τυχαίο ότι τη δεκαετία του ’60 το κτίριο «πρωταγωνίστησε» σε πολλές ελληνικές ταινίες. Σήμερα στεγάζει τα κεντρικά γραφεία του Ομίλου Eurobank.

 

 

Μέγαρο Διομήδη: Οι «θησαυροί» της πρώτης μας τράπεζας 

Μπορεί να έχετε περάσει από μπροστά του αμέτρητες φορές και να μην το έχετε προσέξει. Ακόμη κι αν το έχετε δει, ίσως να μην έχετε σηκώσει τα μάτια σας για να θαυμάσετε τις υπέροχες ζωγραφικές λεπτομέρειες στη μετόπη του. Και όμως, στον αριθμό 146 της οδού 3ης Σεπτεμβρίου, ανάμεσα σε υαλοπωλεία, μπουτίκ και σουβλατζίδικα, στέκει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα το Μέγαρο Διομήδη, που στεγάζει το Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας. Πήρε το όνομά του από τον πολυσχιδή Αλέξανδρο Διομήδη, διοικητή της Εθνικής Τράπεζας την περίοδο 1923-1928, άνθρωπο με μεγάλη μόρφωση (σπούδασε Νομικά σε Βαϊμάρη, Λειψία, Παρίσι και Βερολίνο) και ενεργή παρουσία όχι μόνο στην οικονομική, αλλά και στην πολιτική ζωή της χώρας: διετέλεσε βουλευτής, υπουργός (Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Εξωτερικών), αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρωθυπουργός (το 1949).

Επί των ημερών του χτίστηκε το εντυπωσιακό τριώροφο κτίριο – το πρώτο στην Ελλάδα που οικοδομήθηκε για να στεγάσει αρχεία. Η κατασκευή του ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1923 και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1926. Ο αρχιτέκτονας της Εθνικής Τράπεζας Νικόλαος Ζουμπουλίδης ανέλαβε τον πρωτοποριακό για την εποχή σχεδιασμό του. Οι προδιαγραφές στατικής αντοχής ήταν ένας τόνος ανά τετραγωνικό μέτρο, μια και προοριζόταν για την αποθήκευση τεράστιων όγκων χαρτιού. Η διαρρύθμιση ανταποκρινόταν στις ανάγκες ενός αρχειοστασίου, που χρειαζόταν χώρους φύλαξης, όχι εργασίας, και οι σιδηρές κατασκευές παραγγέλθηκαν στη γερμανική εταιρεία Tanzer. 

To Μέγαρο Διομήδη επιτέλεσε τον σκοπό για τον οποίο ανεγέρθηκε για εβδομήντα και πλέον χρόνια. Όμως ο σεισμός του 1999 το τραυμάτισε. Το 2000, λοιπόν, εκκενώθηκε και άρχισαν εργασίες στερέωσης και ανάπλασής του. Ανακατασκευάστηκε και απέκτησε όχι μόνο ράφια μήκους 10 χιλιομέτρων (!), αλλά και όλα όσα ήταν απαραίτητα για να υποδεχθεί τους «θησαυρούς» του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας, όπως εξήγησε στο «Κ», ξεναγώντας μας στο ΙΑΕΤ, ο επικεφαλής του, Γεράσιμος Νοταράς: σταθερή υγρασία και θερμοκρασία (στους 19° C), διαμερισματική διάταξη των ορόφων ώστε να αποτρέπεται η επέκταση πυρκαγιάς, σύστημα πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης με αέριο, γιατί το νερό προκαλεί στο χαρτί καταστροφή εξίσου μεγάλη με τη φωτιά, αισθητήρες που ανιχνεύουν διαρροή νερού, ψυκτικούς θαλάμους για τη φύλαξη των μικροφίλμ και του φωτογραφικού αρχείου, ακόμα και αίθουσα μηχανικής απορρόφησης της σκόνης του νεοεισερχόμενου αρχειακού υλικού.

Σήμερα, το επιβλητικό μέγαρο του Μεσοπολέμου δεν αποτελεί μόνο χώρο φύλαξης. Έχει πολλούς ρόλους: πρωτοπορεί στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών, δραστηριοποιείται σε ερευνητικές και εκδοτικές εργασίες, οργανώνει εκθέσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα. Και στο ισόγειό του, το οποίο είναι αφιερωμένο στην προβολή του αρχειακού υλικού και των άλλων συλλογών που έχει συγκεντρώσει η Εθνική Τράπεζα στα σχεδόν 180 χρόνια λειτουργίας της, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να δει σπάνια τεκμήρια και αντικείμενα, που αφηγούνται την ιστορία της πρώτης τράπεζας του νεοελληνικού κράτους, αλλά και της ίδιας της χώρας: από τους φοίνικες του Καποδίστρια και τη δραχμή του 2002 μέχρι τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του Γεωργίου Σταύρου, του πρώτου διοικητή της ΕΤΕ...

 

 

Βρετανική Σχολή Αθηνών: Όταν το Κολωνάκι ήταν εξοχή...

Δρύινα πατώματα, μαρμάρινα τζάκια, ευρήματα αρχαιολογικών ανασκαφών, γκραβούρες και παλιές φωτογραφίες στους τοίχους, παχιά χαλιά και βαριές κουρτίνες, χειροποίητα μικροέπιπλα, σπάνιες εκδόσεις και μια βιβλιοθήκη που κάθε ερευνητής θεωρεί παράδεισο. Όλα αυτά σε ένα συγκρότημα κτιρίων, το οποίο αγκαλιάζει ένας καταπράσινος, προσεγμένος κήπος. Στην οδό Σουηδίας, στο κέντρο της Αθήνας, βρίσκεται η έδρα της Βρετανικής Σχολής Αθηνών –ένα από τα 17 ξένα αρχαιολογικά ινστιτούτα που λειτουργούν στην Ελλάδα–, που ιδρύθηκε το 1886. Ήταν 18 Μαΐου 1884 όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ με διάταγμά του παραχωρούσε γη για τη δημιουργία μιας βρετανικής αρχαιολογικής σχολής, στο σημερινό Κολωνάκι, που τότε ήταν εξοχή! 

Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός έγινε από τον πρώτο διευθυντή της Βρετανικής Σχολής, Φράνσις Κράνμερ Πενρόουζ –και υπεύθυνο αρχιτέκτονα για τη συντήρηση και τη διατήρηση του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο–, ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1886 και το κόστος ανήλθε σε 3.262 λίρες Αγγλίας. 

 

 

Το αρχικό κτίριο, γνωστό ως Οικία Διευθυντή ή Άνω Οικία, ήταν η κατοικία του Πενρόουζ και της οικογένειάς του και, επιπλέον, διέθετε μια μεγάλη βιβλιοθήκη (η συγκεκριμένη αίθουσα είναι τώρα γνωστή ως Σαλόνι). Σήμερα, χρησιμοποιείται για διαλέξεις, σεμινάρια, εργαστήρια και συνέδρια και διαθέτει στούντιο για τη φιλοξενία ενός καλλιτέχνη. Στη συνέχεια χτίστηκε ο ξενώνας Μακμίλαν, που σηματοδότησε τη συνταξιοδότηση του Τζορτζ Μακμίλαν ως επίτιμου γραμματέα της Βρετανικής Σχολής. Διώροφος, παρείχε καταλύματα για εννέα σπουδαστές και προσωπικό, καθώς και ένα κοινόχρηστο δωμάτιο (γνωστό πλέον ως Finlay Common Room, μια και στεγάζει τη βιβλιοθήκη-δωρεά του Τζορτζ Φίνλεϊ, ιστορικού και φιλέλληνα). Τα θεμέλια τέθηκαν τον Ιανουάριο του 1895 από τη βασίλισσα Όλγα και το κτίριο ολοκληρώθηκε σε επτά μήνες. Τον Απρίλιο του 1904 εγκαινιάστηκε η βιβλιοθήκη Πένροουζ, προς τιμήν του πρώτου διευθυντή, ο οποίος είχε πεθάνει έναν χρόνο νωρίτερα.

Στις επόμενες δεκαετίες προστέθηκαν κι άλλοι χώροι ή έγιναν τροποποιήσεις, για να καλυφθούν διάφορες ανάγκες. Το υπόγειο της βιβλιοθήκης με τις περιοδικές εκδόσεις, για παράδειγμα, δημιουργήθηκε το 1959, ενώ στο πλαίσιο μια ευρείας ανακατασκευής, την περίοδο 1965-66, δημιουργήθηκαν μία επιπλέον αίθουσα ανάγνωσης και μία αρχείου φωτογραφιών. Ενώ το 2010 υπήρξε άλλη μία αλλαγή: διαμορφώθηκε στη σοφίτα της Άνω Οικίας το Eleftherios Art Studio, φιλόξενος χώρος για νέους ταλαντούχους καλλιτέχνες. Υπάρχει και κάτι, όμως, που έμεινε ίδιο: οι γόνιμες ερευνητικές/πολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτός ο δεσμός δεν αλλάζει. Oύτε με το Brexit... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ