ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξάνουν τις κρατικές δαπάνες οι ισχυρότερες χώρες του κόσμου

Ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος απολαμβάνει την πρόσφατη, σαρωτική νίκη του, έχει ήδη υποσχεθεί την αύξηση των δαπανών σε έργα υποδομών και ιδίως σε φτωχότερες περιοχές στα βόρεια της χώρας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια κοινή τάση εμφανίζεται στις μεγαλύτερες οικονομίες ανά τον κόσμο, οι κυβερνήσεις των οποίων ενισχύουν συνεχώς τα μέτρα επεκτατικής πολιτικής, σηκώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα βάρος από τους ώμους των κεντρικών τραπεζών. Τρανταχτό είναι το παράδειγμα των ασιατικών οικονομιών, όπως η Κίνα και η Νότια Κορέα, οι οποίες αύξησαν τις κρατικές δαπάνες τους πρώτους δύο μήνες του έτους, προκειμένου να αντισταθμίσουν τον αντίκτυπο του κορωνοϊού στην οικονομία τους. Αντίστοιχα, στην Ευρώπη, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει προχωρήσει το τελευταίο έτος σε φοροελαφρύνσεις ύψους 17 δισ. ευρώ εξαιτίας των πιέσεων που δέχθηκε από τις συνεχείς και σε ορισμένες περιπτώσεις βίαιες διαμαρτυρίες των «Κίτρινων Γιλέκων». Ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης των δαπανών, πολλοί οικονομολόγοι αναμένουν πως φέτος οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου θα παρουσιάσουν υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα και χαμηλότερα πλεονάσματα σε σχέση με τις εκτιμήσεις τους πριν από ένα εξάμηνο.

Στις ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αύξησε κατά τη διάρκεια της θητείας του τις κρατικές δαπάνες και προχώρησε σε μειώσεις φόρων. Τα μέτρα αυτά ενίσχυσαν την ανάπτυξη της χώρας. Ο Τραμπ έχει προτείνει την παραχώρηση φοροελαφρύνσεων στη μεσαία τάξη και τη μείωση των κρατικών δαπανών, ωστόσο προβλέπεται ότι τα σχέδιά του θα «παγώσουν» τουλάχιστον μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών τον Νοέμβριο.

Αντιθέτως, ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος απολαμβάνει την πρόσφατη και σαρωτική νίκη του, έχει ήδη υποσχεθεί την αύξηση των δαπανών σε έργα υποδομών και ιδίως σε φτωχότερες περιοχές στα βόρεια της χώρας. Παράλληλα, σκοπεύει να ενισχύσει τους χαμηλόμισθους, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό τον ψήφισαν στις εκλογές. Οι στόχοι του Βρετανού πρωθυπουργού είναι εφικτοί, διότι έχει πλέον στο πλευρό του τον νέο υπουργό Οικονομικών Ρίσι Σουνάκ, ο οποίος φαίνεται διατεθειμένος να εξυπηρετήσει τους στόχους του Τζόνσον.

Οσο η οικονομία διέτρεχε μια περίοδο αστάθειας, η ιταλική κυβέρνηση κατάφερε να συγκεντρώσει μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα και σκοπεύει να επιβάλει νέο φόρο στις πωλήσεις μέσω Διαδικτύου. Από το επόμενο τρίμηνο έχει σκοπό να διοχετεύσει τα επιπλέον χρήματα στην οικονομία, ωστόσο δεν προβλέπεται πως θα τα εξαντλήσει πλήρως. Η Ιταλία έχει έρθει επανειλημμένως σε σύγκρουση με τις Βρυξέλλες, διότι έχει υπερβεί τα όρια που καθορίζονται στην Ευρωζώνη για το δημοσιονομικό έλλειμμα. Το ίδιο σενάριο ενδέχεται να επαναληφθεί και φέτος.

Ιδιάζουσα είναι η περίπτωση της ιαπωνικής οικονομίας, η οποία «φλέρταρε» με την ύφεση ακόμη και πριν από την εκδήλωση του θανατηφόρου ιού, λόγω της σκληρής νομισματικής πολιτικής. Τον Ιανουάριο, όμως, οι ιαπωνικές αρχές ενέκριναν νέα συμπληρωματικά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας αξίας 29 δισ. δολαρίων, τα οποία η κυβέρνηση σκοπεύει να ξοδέψει μέχρι το τέλος του Μαρτίου.

Για την επανεκκίνηση της οικονομίας της και για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στη Ρωσία, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν προετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει μέρος των χρημάτων από το κρατικό ταμείο πετρελαϊκών εσόδων, στο οποίο συγκεντρώνονται 124 δισ. δολάρια. Οι δαπάνες σε έργα υποδομών και σε κοινωνικά προγράμματα ενδέχεται να αγγίξουν το 1,4% του ΑΕΠ φέτος στη Ρωσία.

Αντίθετα στο ρεύμα πηγαίνει η Γερμανία, η οποία, παρά τις επανειλημμένες πιέσεις από εξωτερικούς παράγοντες, μεταξύ αυτών η γαλλική κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αρνείται να προβεί σε μέτρα επεκτατικής πολιτικής. Η επιβράδυνση του βιομηχανικού κλάδου, κεντρικής αρτηρίας της γερμανικής οικονομίας, και η οικονομική απειλή που δημιουργεί ο κορωνοϊός φαίνεται πως δεν δημιουργούν αρκετή πίεση στη Γερμανία ώστε να αλλάξει πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ προχώρησε σε κρατικές δαπάνες για την κατάργηση της παραγωγής και χρήσης του λιθάνθρακα μέχρι το 2038. Συγκεκριμένα, ανακοίνωσε την αποζημίωση ύψους 44 δισ. ευρώ προς τις εταιρείες κοινής ωφελείας και προς τις περιφέρειες που παράγουν το ρυπογόνο ορυκτό καύσιμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ