Μαργαρίτα Πουρνάρα ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Ο σοφός, επίμονος καραβομαραγκός

ΕΛΛΑΔΑ

Ο μαστρο-Ντίνος Κορακής (1934-2020), ένας σπουδαίος μάστορας με λαϊκή φλέβα και βρετανικό χιούμορ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

«Ο Ντίνος εργαζόταν σε όλη του τη ζωή φτιάχνοντας καΐκια, μόνος, ευτυχισμένος, δίχως να ζητάει τίποτα από κανέναν. Και σαν καλός τεχνίτης, όνειρό του ήταν να μεταφέρει στον γιο του το μόνο πράγμα που είχε, το ασύγκριτο πάθος να κατασκευάζεις με τα χέρια σου ένα σκαρί». Στο βιβλίο του «Σελίδες από την Ελλάδα», ο Γάλλος συγγραφέας Μισέλ Ντεόν, που ’χε ζήσει χρόνια στις Σπέτσες, φίλος με τον μαστρο-Κορακή, πύκνωσε σε λέξεις το esprit de travail του καραβομαραγκού. Τότε όμως που τα ’γραφε όλα αυτά, δηλαδή μέσα στη δεκαετία του ’60, ολόκληροι στολίσκοι από ξύλινα σκάφη στόλιζαν τα ελληνικά λιμάνια. Δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ο Ντεόν την τεράστια πίκρα του φίλου του πρωτομάστορα. Ο Κορακής, που έφυγε από τη ζωή πριν από από λίγες ημέρες, παρακολούθησε τις τελευταίες δεκαετίες πολλά δικά του καΐκια να διαλύονται από εκσκαφείς. Τον κόπο του και το μεράκι του να καταλήγουν ένα βουνό από σπασμένα ξύλα στη στεριά. Περισσότερο πόναγε αυτός τα σκαριά παρά οι ψαράδες που τα «έκοβαν» τσεπώνοντας τις παχυλές ευρωπαϊκές επιδοτήσεις με αντάλλαγμα τις επαγγελματικές άδειες αλιείας.

Είχα επισκεφθεί πολλές φορές το καρνάγιο του στις Σπέτσες. Προσπερνούσε κανείς ένα σμήνος από χήνες που πολλαπλασιάστηκαν με τα χρόνια. Συμβίωναν κάτω από τον ήλιο με πολυάριθμες τεμπέλικες γάτες. Το ένα είδος αδιαφορούσε για το άλλο, αλλά ο μαστρο-Ντίνος είχε πάρει έναν σκύλο, τον Τυφώνα, για να βάζει καλού-κακού σε τάξη τους εισβολείς που φτεροκοπούσαν ανάμεσα στους κουβάδες και στα εργαλεία του. Μυρωδιά από κόλλα και μπογιές, κυρίως όμως η ευωδιά του φρεσκοκομμένου ξύλου σου ’σπαγε τη μύτη. «Κάτσε να ψήσω έναν ελληνικό», και ακόμα μία μυρωδιά ερχόταν να συμπληρώσει τις άλλες. «Ελα να σου δείξω», μου έλεγε μετά. «Βλέπεις εκεί τη “Σαρδέλα” να λικνίζεται όμορφα; Εγώ τη σκάρωσα. Τούτο το λιμπερτάκι πώς σου φαίνεται; Αυτό το καραβόσκαρο το παλεύω ένα χρόνο και…». Περπατάγαμε ανάμεσα σε πλώρες και πρύμνες, τα χαλίκια κάτω από τα παπούτσια μας έτριζαν από βίδες και ροκανίδια. Είχε χάσει την ακοή του από νέος και έπρεπε να του φωνάζεις για να σε ακούσει. Την τελευταία φορά που τον είδα δυο χρόνια πριν, είχε αναθαρρήσει λίγο. Είχαν έρθει νέες παραγγελίες για ξύλινα σκαριά αλλά και κάποια σκάφη για μετατροπές. Πολλά από αυτά έπαιρναν μέρος στη ρεγκάτα των Σπετσών.

«Μια από τις έγνοιες που είχαμε το 2011 όταν ξεκινήσαμε τον θεσμό, ήταν να ξαναδώσουμε δουλειές στους καραβομαραγκούς του νησιού», λέει ο Στρατής Ανδρεάδης, μέλος της οργανωτικής επιτροπής της ρεγκάτας, φίλος και γείτονας του μαστρο-Κορακή. Ο καραβομαραγκός είχε φτιάξει δύο σκάφη για την οικογένειά του, τον «Στρατή» και τη «Διώνη». Τα καλοκαίρια, περνώντας για να πάει στο καρνάγιο τους, άφηνε έξω από την πόρτα φρέσκα σύκα από τον κήπο του. «Ο μαστρο-Ντίνος ήταν ένας άνθρωπος γλυκός και σοφός. Αν και λαϊκός τύπος, είχε χιούμορ βρετανικό. Καθόταν και άκουγε όλους τους άλλους χωρίς να σχολιάζει. Στο τέλος πετούσε μια τρομερή ατάκα απίστευτης ακρίβειας, που εφάρμοζε στην κουβέντα σαν καλά κομμένο ξύλο σε σκαρί. Η ακρίβεια ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της δουλειάς του. Ηταν από τους τελευταίους που μπορούσε να σκαρώσει καΐκι χωρίς σάλα, χωρίς δηλαδή αυτό το σχέδιο για τα ξύλα που είναι ζωγραφισμένο στο δάπεδο σε κλίμακα 1 προς 1. Δούλευε με το μάτι και το χέρι».

Γεννημένος στις Σπέτσες το 1934, ο μαστρο-Ντίνος είχε σιφναίικη καταγωγή. Στα έντεκα χρόνια άφησε το σχολείο γιατί τον είχαν σαγηνεύσει τα καΐκια που έφτιαχνε ο ονομαστός καραβομαραγκός του νησιού, ο  μαστρο-Μαργέτας. Μαθήτευσε κοντά στον πρωτομάστορα μαζί με άλλα 5-6 παιδιά, χωρίς πληρωμή. Μόνο όταν έφτιαξε μόνος του την πρώτη βάρκα, μια γαΐτα στα δεκάξι του, άρχισε να πληρώνεται. «Ετσι γινόταν τότε», έλεγε όταν διηγείτο τη ζωή του. Αργότερα ακολούθησε τον Μαργέτα στην Κοιλάδα Αργολίδας για κάποια χρόνια. Ξαναγύρισε στις Σπέτσες ώσπου έκανε τη θητεία του στο Ναυτικό δουλεύοντας στο λεμβουργείο.

Το πρώτο του καΐκι τού το ανέθεσαν οι άνθρωποι του Νιάρχου στη Σπετσοπούλα, ένα καραβόσκαρο 12,5 μέτρα. Υστερα από σύντομο μπάρκο, συνεργάστηκε με τον Δελημήτρο και το 1979 άνοιξε δικό του ναυπηγείο. Ο μαστρο-Ντίνος είχε κατασκευάσει πάνω από 200 καΐκια που διακρίνονται για την ομορφιά τους και την πλεύση τους. Πέρασε την τέχνη στον γιο του Παντελή, που τη συνεχίζει μέχρι σήμερα.

«Μερικές μέρες προτού πεθάνει, ο πατέρας μου ήταν εδώ και δούλευε, είχαμε δύο νέες παραγγελίες», μου λέει από την άλλη άκρη της γραμμής. «Τα τελευταία χρόνια δεν είχε μόνο στεναχωρηθεί από τα καΐκια του που τα σπάζανε αλλά και από το γεγονός ότι οι Αρχές δημιουργούσαν προβλήματα και θέλανε να απομακρύνουνε τα καρνάγια από τη θέση τους στο λιμάνι. Θύμωνε που μας κυνηγούσανε και που μια παραδοσιακή τέχνη εκατοντάδων ετών δεν είχε την αναγνώριση που της αξίζει από την πολιτεία. Για εκείνον τα σκαριά που είχε φτιάξει ήταν αυτή η ζωντανή συνέχεια της παράδοσης που δεν έπρεπε να σβήσει», τονίζει ο γιος του. Η «Μαρίδα» ήταν ένα από τα καΐκια που καμάρωνε ο Κορακής. Το είχε φτιάξει για τον Στάθη Πάκη: «Μια φορά σε ένα κολπάκι στις Σπέτσες, σε μια εκδρομή για κολύμπι, βρεθήκανε τυχαία 3-4 σκαριά που ’χε φτιάξει εκείνος. Επειτα από λίγο ήρθε και αυτός με ένα καΐκι όπου εκτελούσε χρέη καπετάνιου. Η χαρά του που τα ’βλεπε όλα μαζί δεν περιγραφότανε. Εκανε σαν μικρό παιδί», λέει ο Πάκης.

Κάθε καραβομαραγκός έχει το δικό του σήμα κατατεθέν που τοποθετεί δεξιά και αριστερά της πλώρης στα σκαριά του, το λεγόμενο «μπούρδο». Αλλοι έχουν τα ματάκια, άλλοι τα παστελάκια (ρομβάκια), ο μαστρο-Ντίνος είχε ένα ψαράκι. Στο καρνάγιο του κρεμόταν πάντα ένα μοντέλο ψαριού για να σχεδιάζει το σουλούπι του πάνω στο ξύλο. Την τελευταία φορά που τον είδα, μου το χάρισε. Ενα μικρό πραγματάκι, φτιαγμένο από τα μαγικά χέρια του πρωτομάστορα, θα μου τον θυμίζει πάντα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ