Τασούλα Επτακοίλη ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Νοσοκομείο, όπως ζωή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Πυροσβεστήρας ξηρής σκόνης, 6 κιλών, ανώτερης ποιότητας, υψηλής κατασβεστικής ικανότητας» και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά...

Εχεις δει τόσο πολλούς πυροσβεστήρες στη ζωή σου και ποτέ δεν διάβασες την ετικέτα τους. Ποτέ η ετικέτα ενός πυροσβεστήρα δεν κέντρισε το ενδιαφέρον σου. Ομως εδώ που είσαι, διαβάζεις τα πάντα: από τα φυλλάδια πάνω στο τραπεζάκι και τα παλιά περιοδικά έως την προχθεσινή εφημερίδα, την οποία «ξεκοκαλίζεις». Διαβάζεις επίσης τις οδηγίες για την αποφυγή λοιμώξεων, όλες τις ανακοινώσεις για το νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, διαβάζεις τα μηνύματα και τα emails στο κινητό σου. Ξανά και ξανά. Για να περάσει η ώρα, να ξεγελάσεις τον χρόνο, για να μουδιάσει το μυαλό σου, για να μη σκέφτεσαι...

Στο νοσοκομείο, αυτό μόνο έχει σημασία. Και  βέβαια τι καινούργιο θα ακούσεις από τους γιατρούς. Τους περιμένεις ανυπόμονα, με αγωνία τους γιατρούς. Κοιτάς κάθε τόσο το ρολόι σου και τον διάδρομο. «Αραγε γιατί άργησαν; Τέτοια ώρα χθες είχαν ήδη περάσει...».

Μιλάς χαμηλόφωνα στις νοσοκόμες και στους συνοδούς των άλλων ασθενών. Βάζεις αντισηπτικό όταν μπαίνεις και όταν βγαίνεις από το δωμάτιο, βάζεις αντισηπτικό και όταν ακουμπάς τα πόμολα και τα κουμπιά του ασανσέρ. Εφαρμόζεις τα λαστιχάκια της μάσκας μιας χρήσης στα αυτιά σου και συνηθίζεις γρήγορα να αναπνέεις μέσα από το γαλάζιο ύφασμα. Προετοιμάζεσαι και δεν αφήνεις τον άνθρωπό σου να σε δει με βλέμμα σκοτεινιασμένο. Του χαμογελάς. Εστω και με το ζόρι. «Φάε λίγο ζελέ. Και κάνε λίγο υπομονή, σε μια-δυο μέρες θα είμαστε στο σπίτι», του λες με σιγουριά.

Στο νοσοκομείο σε πιάνει το παράπονο. Θυμάσαι τις πολλές άγρυπνες νύχτες του παρελθόντος, σε ίδια δωμάτια, με την ίδια μυρωδιά του αντισηπτικού. Εχεις στ’ αυτιά σου ακόμα και τον ήχο του ορού που στάζει. Το έχεις ξαναζήσει. Και ίσως το ξαναζήσεις. Το απεύχεσαι βέβαια, κάνεις ό,τι μπορείς για να το αποφύγεις, αλλά κάποια στιγμή θα ξαναπεράσεις το κατώφλι του. Αν όχι για σένα, ίσως για τον πατέρα, για τον αδελφό, για τον σύντροφό σου. Φοβάσαι. Και μετά βλέπεις τα χειρότερα: ένα παιδί με χλωμό, πάλλευκο πρόσωπο, τη γυναίκα με το μαντίλι στα μαλλιά. Ντρέπεσαι για τη δική σου αδυναμία.

Στο νοσοκομείο ζυγίζεις το καθετί. Τα επουσιώδη, τα φτηνά, όλα αυτά ξεγυμνώνονται. Τα ακριβά φαίνονται ακόμη πιο πολύτιμα. Βουρκώνεις, αγωνιάς. Αλλά και γελάς: βλέποντας τον ηλικιωμένο που κυκλοφορεί με τη μακριά μάλλινη ρόμπα του, ένα πλαστικό ποτήρι φραπέ στο χέρι κι ένα κασκόλ του Ολυμπιακού τυλιγμένο στον λαιμό του. Ή έναν άλλο ευτραφή κύριο που μαζί με τη σύζυγό του μπαίνει φουριόζος στην αίθουσα αναμονής: εκείνος με ένα χοντρό πούρο στο στόμα (ευτυχώς σβηστό...) κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι, εκείνη με μια φουντωτή γούνα και μαλλί-λάχανο. Ναι, καμιά φορά καταφέρνεις να γελάς. Μπορείς ακόμα να γελάς. Γιατί κάθε μέρα στο νοσοκομείο είναι σαν τη ζωή: έχει και ξέφωτα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ