ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηξεραν ότι θα βυθιστούν. Μόλις σταμάτησε η περιστροφή και της δεύτερης προπέλας, κάποιοι επιβάτες σύρθηκαν στην πλώρη και ξεντύθηκαν ενστικτωδώς. Αν έμεναν με όλα τα ρούχα, το κολύμπι μπορεί να γινόταν αδύνατο. Η λευκή πολυεστερική βάρκα πήρε κλίση και δύο λεπτά αργότερα ένα μεγάλο κύμα την ανέτρεψε. Ο Ρασίντ Μοχάμεντ είχε μείνει με ένα φανελάκι και το παντελόνι του, στα παγωμένα νερά του Ιονίου, χωρίς σωσίβιο. Γύρω του έβλεπε ανθρώπους να λιποθυμούν και να πνίγονται.

«Δεν έπρεπε να ανέβω. Αν είχαμε μυαλό, δεν θα μπαίναμε σε αυτή τη βάρκα», λέει ο 21χρονος Αφγανός, ένας εκ των 21 διασωθέντων του πολύνεκρου ναυαγίου της 11ης Ιανουαρίου ανοιχτά των Παξών. Δώδεκα σοροί ανασύρθηκαν από τη θάλασσα, ενώ δεκάδες άλλοι επιβάτες αγνοούνται. Προορισμός τους ήταν η Ιταλία. «Μας είχαν υποσχεθεί ότι θα είναι ένα μεγάλο πλοίο, τουριστικό. Με καπετάνιο, τρεις καμπίνες, Ιντερνετ και χάρτη. Μας εξαπάτησαν», λέει για όσα τους είχαν τάξει οι διακινητές.

Στο ίδιο σκάφος επέβαινε και ο 16χρονος αδελφός του, Ικράμ. Η σορός του δεν έχει βρεθεί. Τις πρώτες ώρες μετά το συμβάν κυκλοφορούσαν συγκεχυμένες πληροφορίες. Ο αριθμός των επιβατών δεν ήταν ξεκάθαρος. Μια εκδοχή ήθελε το υπερφορτωμένο σκαρί να κόπηκε στα δύο. Υπήρχε ακόμη και η υποψία ότι είχε ξεκινήσει από την Τουρκία και διέσχισε τις ελληνικές θάλασσες ανενόχλητο. Ενα σκάφος-φάντασμα, όπως περίπου είχε συμβεί και τον Δεκέμβριο του 2014 με το φορτηγό πλοίο «Blue Sky M», το οποίο πέρασε από την Κεφαλλονιά και έφτασε μέχρι την Καλλίπολη κρύβοντας στα αμπάρια του 769 ανθρώπους. Αυτή η περίπτωση ήταν διαφορετική. Για πρώτη φορά ένας εκ των διασωθέντων μιλάει για τις συνθήκες του πρόσφατου ναυαγίου στους Παξούς.

Η φυγή

Συναντάμε τον Ρασίντ Μοχάμεντ στα γραφεία της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Νόστος», η οποία έχει αναλάβει τη φιλοξενία του. Φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια. Μιλάει ψιθυριστά και με κοφτές προτάσεις, σα να μην θέλει να ακούσει ο ίδιος ξανά όλα όσα τραυματικά έζησε. Λέει ότι εγκατέλειψε το Αφγανιστάν για λόγους ασφαλείας –τους οποίους δεν διευκρινίζει– μαζί με τη μητέρα του και τρία αδέλφια του, πριν από 13 μήνες. Πέρασαν από την Τουρκία στη Λέσβο πληρώνοντας περίπου 1.000 ευρώ έκαστος. Ζήτησαν άσυλο και μεταφέρθηκαν από τη Μόρια σε δομή της Βόρειας Ελλάδας.

Τα δύο αδέρφια. Ο Ρασίντ (αριστερά) και ο Ικράμ, ο οποίος χάθηκε στο ναυάγιο της 11ης Ιανουαρίου. (Φωτογραφία: Αλεξία Τσαγκάρη)

Ο Ρασίντ και ο Ικράμ χωρίστηκαν από την υπόλοιπη οικογένεια και κατέληξαν στην Αθήνα. Αρχικά νοίκιασαν ένα δωμάτιο σε διαμέρισμα της οδού Αχαρνών και σχεδόν ανά μήνα άλλαζαν καταλύματα στην ευρύτερη περιοχή. Εκεί τους προσέγγισε ένας μετανάστης από το Πακιστάν. «Μας είπε ότι είχαν οργανώσει ένα σχέδιο φυγής με καράβι και ότι θα φτάναμε σώοι στην Ιταλία», λέει.

Αρχικά έστειλαν τους διακινούμενους με δρομολόγιο του ΚΤΕΛ στην Αρτα, όπου διανυκτέρευσαν σε σπίτι που διέθεσε μέλος του κυκλώματος. Το επόμενο βράδυ, κατά τις 22.00, τους οδήγησαν σε απόμερη παραλία κοντά στο χωριό Λυγιά της Πρέβεζας. Ο Μοχάμεντ θυμάται ότι μπορούσε να διακρίνει ξαπλώστρες από μακριά και το περίγραμμα των σπιτιών ενός οικισμού στο βάθος. «Ηταν ήσυχο μέρος, δεν είχε κίνηση», λέει.

Η βάρκα που τους περίμενε, όμως, δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες τους. Από την περιγραφή που κάνει ο νεαρός Αφγανός και ενδεικτικές φωτογραφίες παρόμοιων σκαφών που αναζητούμε και του δείχνουμε στο Διαδίκτυο, φαίνεται πως δεν ξεπερνούσε σε μήκος τα επτά μέτρα και είχε μόνο μία πλωριά καμπίνα. Από την αστυνομική έρευνα διαπιστώθηκε ότι ήταν νηολογημένο στην Τουρκία. Αγνωστο πώς, κατάφεραν και ανέβηκαν σε αυτή τουλάχιστον 50 άτομα. «Ο ένας πάνω στον άλλο. Ορθιοι και καθιστοί. Κανένας δεν είχε σωσίβια», λέει ο Μοχάμεντ.

Μεταξύ των επιβατών δεν υπήρχαν μικρά παιδιά. Οι περισσότεροι διακινούμενοι ήταν από το Αφγανιστάν και τρεις γυναίκες είχαν καταγωγή από τη Σομαλία. Ο Μοχάμεντ λέει ότι πλήρωσε 3.500 ευρώ για το ταξίδι, άλλοι του είπαν ότι είχαν δώσει σχεδόν τα διπλάσια. «Δεν υπήρχε καπετάνιος στη βάρκα και επιλέχθηκε ένας από τους επιβάτες. Δεν ήξερε να την κατευθύνει. Οι διακινητές είχαν πει ότι η διαδρομή θα διαρκέσει περίπου έξι ώρες. Είχε θαλασσοταραχή, πολύ αέρα και ήμασταν πολλά άτομα. Δεν μπορούσε να μείνει σταθερή η βάρκα μας», λέει. Μόλις χάλασε η πρώτη προπέλα, κάποιος επιβάτης κάλεσε για βοήθεια στο 112. Περίπου μισή ώρα αργότερα οι επιβάτες βρέθηκαν στο νερό.

Ο ήλιος είχε πλέον ανατείλει και ο Μοχάμεντ πάλευε με τα κύματα. Δεν είδε τον αδελφό του. Καθόταν δίπλα του στο σκάφος, αλλά τον έχασε με την ανατροπή. «Μπορεί να πέρασε κάποιο καράβι και να τον διέσωσε. Να είναι σε κάποια άλλη χώρα τώρα», λέει ο νεαρός Αφγανός. Ο ίδιος διασώθηκε από το πλήρωμα του εμπορικού πλοίου «Maestro Niyazi», σημαίας Αζερμπαϊτζάν, το οποίο βρισκόταν κοντά και βοήθησε τους ναυαγούς. «Οσοι είχαμε ακόμη ψυχή σωθήκαμε», λέει.


Οι διασωθέντες του ναυαγίου μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο της Πρέβεζας. (Φωτογραφίες: ΑΠΕ)

Ο φόβος

Πέρα από τον Μοχάμεντ, η «Κ» εντόπισε τα ίχνη μιας Σομαλής διασωθείσας, η οποία φιλοξενείται από τις 17 Ιανουαρίου σε δομή μη κυβερνητικής οργάνωσης στη Βόρεια Ελλάδα. Ανθρωποι που τη συνδράμουν λένε ότι παραμένει πολύ ταραγμένη από το ναυάγιο στο Ιόνιο και ότι ακόμη δεν έχει μιλήσει αναλυτικά για ό,τι συνέβη.

Ταξίδευε με μια φίλη της, η οποία πνίγηκε. Η ίδια γλίτωσε, αν και δεν γνωρίζει κολύμπι. Σε αντίθεση με τον Αφγανό, ο οποίος είχε ως πρώτο σημείο εισόδου στην Ελλάδα τη Λέσβο, ή άλλους επιβάτες της βάρκας, που είχαν φτάσει αρχικά στην Κω, η Σομαλή είχε περάσει τα σύνορα στον Εβρο τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Ο καιρός κυλάει δύσκολα και για τον Μοχάμεντ. «Τα βράδια δεν κοιμάμαι καλά», λέει. «Το ναυάγιο στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου. Φοβάμαι. Είδα πολλά πτώματα μπροστά μου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ