ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην πεποίθησή του ότι έπρεπε «να δοθεί στην Ελλάδα κάθε ευκαιρία να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να ανακάμψει» αποδίδει τη ριζική διαφωνία του στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Με αφορμή την επίσκεψή του στη χώρα μας και τη συμμετοχή του στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, στις 7 Μαρτίου, ο πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δηλώνει στην «Κ» ότι, παρότι η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη με ανακριβή στοιχεία, η πραγματική ζημιά έγινε με τη διαχείριση μετά την ένταξη, που οδήγησε σε σοβαρή απώλεια ανταγωνιστικότητας και «τεράστιο έλλειμμα» στον προϋπολογισμό.

Ευρύτερα, τονίζει την ανάγκη η Ευρωζώνη να επιταχύνει τις εργασίες της για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και την ανάγκη να αποκτήσει ένα πραγματικό εργαλείο δημοσιονομικής σταθεροποίησης. Τέλος, εκφράζει την ανησυχία του για τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας και το έλλειμμα επενδύσεων στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά και τη συσσώρευση κινδύνων που απειλούν την παγκόσμια οικονομία.

– Τι σας ανησυχεί περισσότερο σχετικά με την παγκόσμια οικονομία σήμερα;
– Ζούμε σε έναν εξαιρετικά περίπλοκο κόσμο. Είναι ένα οικονομικό σύμπαν επιτυχιών και κινδύνων, τεχνολογικών θαυμάτων και σημαντικών δυνητικών αποτυχιών. Πρέπει να τον αποδεχθούμε ως έχει, με εξίσου πολυάριθμα θετικά και αρνητικά στοιχεία. Αν εστιάσω στα αρνητικά, θα στεκόμουν σε τρία ζητήματα.

Το πρώτο είναι το επίμονα χαμηλό επίπεδο αύξησης της παραγωγικότητας στις ανεπτυγμένες χώρες. Πρέπει να απεγκλωβιστούμε από αυτήν την κατάσταση, που οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα αύξησης του ΑΕΠ και υπονομεύει την ευημερία.

Δεύτερον, το επίμονα χαμηλό επίπεδο των επενδύσεων, που και αυτό αφορά κυρίως τις ανεπτυγμένες οικονομίες: πρόκειται για ένα φαινόμενο που σηματοδοτεί την έλλειψη της αναγκαίας προετοιμασίας για ένα καλύτερο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον.  

Το τρίτο ζήτημα είναι η συσσώρευση πολλών κινδύνων που μπορεί να γίνουν πραγματικότητα και να πλήξουν τις οικονομίες μας και τους πολίτες μας, ιδίως τους πιο ευάλωτους. Πρόκειται για κινδύνους γεωπολιτικούς, υγειονομικούς, χρηματοοικονομικούς κ.ά.

– Πόσο ανησυχείτε για τα όρια των δυνατοτήτων της ΕΚΤ να χρησιμοποιήσει ακόμη και ανορθόδοξη νομισματική πολιτική για να αντιμετωπίσει την επόμενη κρίση στην Ευρωζώνη;
– Είναι ένα ουσιώδες ερώτημα. Σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι κεντρικές τράπεζες έχουν εξαιρετικά περιορισμένο πεδίο δράσης σε περίπτωση σημαντικής επιβράδυνσης, ύφεσης ή μιας νέας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης. Από αυτήν την άποψη, η ΕΚΤ έχει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών από την Τράπεζα της Ιαπωνίας ή την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Αντλώ δύο συνέπειες από αυτήν την παρατήρηση.

Πρώτον, ότι η ΕΚΤ, όπως και όλες οι κεντρικές τράπεζες, δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνη της όλες τις δύσκολες καταστάσεις. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι κυβερνήσεις, τα Κοινοβούλια, η κοινή γνώμη και ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να αναλάβουν πλήρως τις δικές τους ευθύνες και να μην αφήνουν τις κεντρικές τράπεζες ως μοναδικούς φορείς των εργαλείων διαχείρισης κρίσεων. Ειδικότερα, οι οικονομίες εκείνες που έχουν ευρύ δημοσιονομικό χώρο και μεγάλες μακροοικονομικές δυνατότητες, αλλά και αναπτυξιακό δυναμικό που δεν αξιοποιείται, πρέπει να είναι έτοιμες να συμβάλουν.

Δεύτερον, η ΕΚΤ πρέπει να έχει συνείδηση –και νομίζω ότι την έχει– της ανάγκης να διατηρήσει ένα απόθεμα των πολεμοφοδίων της ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει απροσδόκητες δυσκολίες στο μέλλον, ακόμη και αν κάποιοι από τους υπόλοιπους παίκτες δείξουν ότι θα μπορούσαν και αυτοί να αναλάβουν δράση.

– Πιστεύετε ότι μπορεί να βρεθεί κάποιος συμβιβασμός ώστε να ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων (EDIS); Είναι καλό σημάδι ότι τα κράτη-μέλη συζητούν την πρώιμη εισαγωγή του κοινού ταμείου ύστατης καταφυγής (common backstop), πριν από το 2024;
– Ελπίζω και προσδοκώ ότι θα βρεθεί γρήγορα ο κατάλληλος συμβιβασμός για να ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση με την εφαρμογή του EDIS. Είναι το τρίτο κρίσιμο μέρος της τραπεζικής ένωσης και μια απαραίτητη κίνηση αν θέλουμε να δημιουργηθεί μια αποτελεσματική ενιαία αγορά τραπεζικών υπηρεσιών, χωρίς φαινόμενα αφύσικου κατακερματισμού. Παρεμπιπτόντως, η απουσία του EDIS δεν είναι ο μόνος λόγος εξαιτίας του οποίου η τραπεζική αγορά παραμένει κατακερματισμένη. Εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά εμπόδια στην ενοποιημένη διαχείριση των κεφαλαίων και της ρευστότητας εντός ενός τραπεζικού ομίλου με διασυνοριακή παρουσία.

Ολα αυτά δυσχεραίνουν την αναγκαία αναδιάρθρωση του κλάδου ώστε να εξελιχθεί σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Σχετικά με το ενιαίο ταμείο εξυγίανσης των τραπεζών, θέλω να ενθαρρύνω σθεναρά τα κράτη-μέλη να συζητήσουν ενεργά το ζήτημα του κοινού ταμείου ύστατης καταφυγής ώστε να λειτουργήσει πριν από το 2024. Θεωρώ την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με τους τρεις πυλώνες της σε πλήρη λειτουργία, ζωτικής σημασίας για την οικονομία της Ευρωζώνης.

– Το BICC –o «προϋπολογισμός της Ευρωζώνης»– φαίνεται ότι δεν θα ξεπεράσει κατά πολύ τα 10 δισ. ευρώ για την επταετία 2021-27. Σας απογοητεύει το μέγεθος αυτό ή θεωρείτε πιο σημαντικό το γεγονός ότι υπάρχει πλέον αυτό το νέο εργαλείο;
– Στα δικά μου μάτια, ο επονομαζόμενος «προϋπολογισμός της Ευρωζώνης» είναι ένα μικρό πρώτο βήμα, το οποίο απέχει πολύ από τις αρχικές φιλοδοξίες αλλά και από την πρώτη πρόταση που κατέθεσαν η Γαλλία και η Γερμανία. Ωστόσο, είναι μία θετική πρωτοβουλία.

Προσωπικά, θεωρώ ότι, όταν έλθει η ώρα, θα πρέπει η Ευρωζώνη να αποκτήσει ένα κατάλληλο δημοσιονομικό εργαλείο, το οποίο θα μπορεί να παίξει ένα σταθεροποιητικό ρόλο, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο στην οικονομία του κοινού νομίσματος εν συνόλω. Το εργαλείο αυτό δεν πρέπει να είναι ένας προϋπολογισμός με μόνιμες μεταβιβάσεις. Πρέπει να είναι ουδέτερο στη διάρκεια του κύκλου, συσσωρεύοντας αποθεματικά στην ανοδική περίοδο ώστε να μπορεί να διαδραματίσει επεκτατικό ρόλο σε περιόδους ύφεσης.

– Πόσο σημαντική θεωρείτε την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ για την οικονομική κυριαρχία της Ευρωζώνης; Τι πρέπει να γίνει για να αυξηθεί το μερίδιό του στο διεθνές εμπόριο και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές απέναντι στο δολάριο;
– Το ευρώ ως νόμισμα είναι εξαιρετικά επιτυχημένο: είναι το δεύτερο σε μετατρεψιμότητα διεθνώς, με μεγάλη απόσταση από το τρίτο, το γιεν. Στις πληρωμές, φέρ’ ειπείν, έχει μερίδιο 34% της παγκόσμιας αγοράς – δέκα φορές υψηλότερο από το γιεν και κοντά στα επίπεδα του δολαρίου (45%).

Είναι αλήθεια ότι το ευρώ δεν έχει εξίσου ισχυρή παρουσία όταν μιλάμε για συναλλαγματικά αποθεματικά ή διεθνή δάνεια: το ποσοστό του στους τομείς αυτούς είναι περίπου 20%, έναντι 60% για το δολάριο. Η εξήγηση γι’ αυτό είναι απλή: το βάθος και η ρευστότητα της αγοράς των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια είναι πολλαπλάσια των αντιστοίχων σε ευρώ, γιατί υπάρχει ένα ενιαίο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έναντι 19 υπουργείων Οικονομικών της Ζώνης του Ευρώ. Ακόμη και για τα μεγαλύτερα εθνικά υπουργεία (της Γερμανίας, της Γαλλίας ή της Ιταλίας), ο όγκος των συναλλαγών είναι ένα μικρό κλάσμα των αντιστοίχων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών – 20 με 25 φορές μικρότερος.

Η πρωτοκαθεδρία του δολαρίου στα συναλλαγματικά αποθεματικά και στα διεθνή δάνεια δεν αντανακλά αποκλειστικά και μόνον το πόσο επιτυχημένο είναι ως νόμισμα· είναι συνέπεια του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ είναι μια ολοκληρωμένη πολιτική ομοσπονδία, κάτι που δεν ισχύει στην Ευρώπη. Το συμπέρασμα από τις παρατηρήσεις αυτές είναι ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να ενισχύσουν και να εμβαθύνουν αποφασιστικά την ενότητά τους.

Στην οικονομία δεν υπάρχουν θαύματα!

– Η Ελλάδα καταγράφει σχετικά ισχυρούς δείκτες μεγέθυνσης, η ανεργία συνεχίζει την πτωτική της πορεία, οι εξαγωγές αυξάνονται και οι αποδόσεις των δεκαετών της ομολόγων πρόσφατα έπεσαν κάτω από το 1%. Πρόκειται για μια θαυματουργή ανάκαμψη; Ή υπάρχουν ακόμα ουσιώδεις λόγοι ανησυχίας;
– Στην οικονομία δεν υπάρχουν θαύματα! Οι επιτυχίες που αντέχουν στον χρόνο οφείλονται σε μακροπρόθεσμη συνετή διαχείριση, θαρραλέες αποφάσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα μέσω της συγκράτησης του κόστους, ενεργές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις κατάλληλες επενδύσεις που προετοιμάζουν το έδαφος για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτός είναι ο δρόμος προς την πλήρη απασχόληση, τη διαρκή ευημερία και την προστασία των πιο ευάλωτων. Εύχομαι η Ελλάδα να έχει ένα λαμπρό μέλλον, με δημιουργία θέσεων εργασίας, ισχυρή ανάπτυξη και σταθερή ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό: υπάρχουν πολλοί εξωγενείς κίνδυνοι, γεωστρατηγικοί, οικονομικοί, χρηματοπιστωτικοί ή –όπως βλέπουμε αυτές τις μέρες– υγειονομικοί, που μπορεί να ανατρέψουν τα δεδομένα.

Στηρίξαμε την Ελλάδα αγοράζοντας ομόλογά της στη δευτερογενή αγορά

– Κοιτώντας πίσω, τι θα κάνατε διαφορετικά στη διαχείριση της ελληνικής και της ευρω-κρίσης; Δεν ήταν λανθασμένη η πλήρης αντίθεσή σας στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους; Δεν έπρεπε να συμμετάσχει και η ΕΚΤ στο PSI;
– Πάντα αξίζει να σκεφτόμαστε το παρελθόν και να εξετάζουμε, με το προνόμιο της ύστερης γνώσης, την πορεία των πραγμάτων. Από την αρχή της κρίσης δημόσιου χρέους του 2009-10 ζητούσα να δοθεί στην Ελλάδα κάθε ευκαιρία να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να ανακάμψει. Οι δημόσιες παρεμβάσεις μου κινήθηκαν πάντα σε αυτήν την κατεύθυνση. Και είμαι περήφανος για την απόφαση της ΕΚΤ να υποστηρίξει την Ελλάδα, όπως και την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, με τις αγορές των ομολόγων τους στη δευτερογενή αγορά (το Securities Market Program). Ηταν μια σαφής επίδειξη της πλήρους στήριξης της ΕΚΤ στα πρώτα δύσκολα μέτρα που είχε λάβει η Ελλάδα για να ξεφύγει από τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν. Πάντα θεωρούσα ότι οι θεσμοί, οι εταίροι και η διεθνής κοινότητα συνολικά πρέπει να εξετάσουν πρώτα αν μια χώρα που έχει βρεθεί σε δυσκολία μπορεί να αντεπεξέλθει χωρίς χρεοκοπία, χάρη στα δικά της θαρραλέα μέτρα και στην κατάλληλη βοήθεια από τους φίλους της. Αυτό αποδείχθηκε εφικτό, ευτυχώς, στις περιπτώσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Αποδεχόμουν πλήρως ότι σε περίπτωση που αποδεικνυόταν μη εφικτό –όπως στην περίπτωση της Ελλάδας– έπρεπε να υπάρξουν οι αναπόφευκτες συνέπειες. Αυτός είναι ο λόγος που συναίνεσα στο σχέδιο ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουλίου του 2011.


Ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ και ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομικών Ολι Ρεν υποδέχονται τον Ελληνα υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου στο Eurogroup της 15ης Μαρτίου 2010. Τα δύσκολα μόλις άρχιζαν...

Ταυτοχρόνως, απαίτησα και έλαβα από τους ηγέτες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης την απόσυρση της λεγόμενης «συμφωνίας της Ντοβίλ», που προωθούσε τη γενική, καταναγκαστική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων δημόσιου χρέους. Αυτή η απόσυρση της συμφωνίας της Ντοβίλ και η ισχυρή επιβεβαίωση εκ μέρους των ηγετών όλων των ευρωπαϊκών χωρών ότι όλες, πλην της Ελλάδος, είχαν την πρόθεση να εξυπηρετήσουν στο ακέραιο τις δανειακές τους υποχρεώσεις ήταν ένας από τους λόγους που η Ευρωζώνη μπόρεσε σταδιακά να εξέλθει από την κρίση χρέους. Κρίσιμης σημασίας ήταν επίσης οι μαζικές παρεμβάσεις της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά, ξεκινώντας τον Αύγουστο του 2011 για την αγορά ισπανικών και ιταλικών ομολόγων, μέσω του ίδιου προγράμματος –του SMP– που λειτούργησε για πρώτη φορά προς όφελος της Ελλάδας τον Μάιο του 2010.

– Εντάχθηκε η Ελλάδα στην Ευρωζώνη με ψευδή στοιχεία; Είχατε προειδοποιήσει την κυβέρνηση Καραμανλή αρκετά νωρίς και επαρκώς έντονα σχετικά με τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2008-09;
– Είναι σαφές, κοιτώντας πίσω, ότι τα δημοσιονομικά στοιχεία με τα οποία εντάχθηκε η Ελλάδα στο ευρώ δεν ήταν αξιόπιστα – κυρίως εξαιτίας της λανθασμένης καταγραφής των στρατιωτικών δαπανών. Αλλά μεγάλο μέρος της κρίσης οφείλεται στη διαχείριση που ακολούθησε την προσχώρηση στην Ευρωζώνη. Η αύξηση του κόστους παραγωγής, με κάθε χρόνο που περνούσε, υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα της χώρας, δημιουργώντας ένα μη βιώσιμο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και ένα τεράστιο επιπρόσθετο δημοσιονομικό έλλειμμα. Από το 2005 και μετά, διένειμα κάθε μήνα στις συνεδριάσεις του Eurogroup διαγράμματα και στοιχεία που έδειχναν την επίμονη ετήσια απώλεια ανταγωνιστικότητας κόστους αρκετών κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Ζητούσα να γίνουν οι αναγκαίες διορθώσεις των επίμονων αυτών αποκλίσεων. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Ελλάδα βρισκόταν στη χειρότερη θέση στους δείκτες ανταγωνιστικότητας, με την Πορτογαλία και την Ιρλανδία να μην απέχουν πολύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ