ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στα μέσα του 1973 η προεδρία του Ρίτσαρντ Νίξον βρισκόταν σε πολιορκητικό κλοιό από διάφορες ερευνητικές διαδικασίες σχετικά με το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ. Πρώτον, οι αρχικοί επτά κατηγορούμενοι της διάρρηξης στα γραφεία της δημοκρατικής εθνικής επιτροπής (Δημοκρατικό Κόμμα), που είχαν συλληφθεί τον Ιούνιο του 1972, αντιμετώπιζαν ποινικές διώξεις. Τον Μάιο του 1973 ο δικαστής επέβαλε σε κάποιους από αυτούς υπερβολικά υψηλές «προσωρινές ποινές» κάθειρξης 30 και 40 ετών, για να τους αναγκάσει να αποκαλύψουν τους ηθικούς αυτουργούς της διάρρηξης. Ουσιαστικά ο δικαστής στόχευε να εμπλέξει την ηγεσία της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον, επικεφαλής της οποίας ήταν ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Τζον Μίτσελ.

Δεύτερον, τον Απρίλιο του 1973 ο Νίξον διόρισε ως υπουργό Δικαιοσύνης τον Ελιοτ Ρίτσαρντσον, ο οποίος με τη σειρά του διόρισε τον καθηγητή του Χάρβαρντ Αρτσιμπαλντ Κοξ ειδικό εισαγγελέα για το Ουότεργκεϊτ. Ο Κοξ, που είχε υπηρετήσει στις κυβερνήσεις Κένεντι και Τζόνσον, συγκέντρωσε επιτελείο 80 ερευνητών για να διεξαγάγει πλήρη διερεύνηση κάθε ενδεχόμενης παράνομης δραστηριότητας του Λευκού Οίκου είτε σχετιζόμενης με το Ουότεργκεϊτ είτε όχι. Από τη σκοπιά του Νίξον η επιλογή του Κοξ ήταν η χειρότερη δυνατή. Ο Ρίτσαρντσον βέβαια δεν γνώριζε για τις παρανομίες που είχαν λάβει χώρα και επέλεξε τον Κοξ ακριβώς για να δείξει ότι η κυβέρνηση Νίξον δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από μια διεξοδική έρευνα.

Τρίτον, στα μέσα Μαΐου του 1973 ξεκίνησε τις εργασίες της η εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας για το Ουότεργκεϊτ με πρόεδρο τον Δημοκρατικό Σαμ Ερβιν και επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής μειοψηφίας τον Χάουαρντ Μπέικερ (που έγινε διάσημος με την ερώτηση «τι γνώριζε ο πρόεδρος και πότε το γνώριζε;»).

Καθοριστικός παράγων οι μαγνητοταινίες

Τον Ιούνιο του 1973 κατέθεσε στην επιτροπή Σαμ Ερβιν ο πρώην νομικός σύμβουλος του προέδρου, Τζον Ντιν, που ισχυρίστηκε ότι είχε κατ’ επανάληψη συζητήσει με τον Νίξον για τις παράνομες μεθόδους της συγκάλυψης του σκανδάλου.

Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε τις κατηγορίες και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι δεν τις επιβεβαίωσαν, το όλο ζήτημα αφορούσε πλέον την αξιοπιστία του προέδρου έναντι της αξιοπιστίας ενός πρώην συμβούλου του.

Τον Ιούλιο του 1973 η θέση του Νίξον χειροτέρεψε δραματικά, όταν ένας σύμβουλός του αποκάλυψε στην επιτροπή Σαμ Ερβιν το σύστημα των μαγνητοφωνήσεων όλων των συνομιλιών στο γραφείο του προέδρου από τις αρχές του 1971. Η αποκάλυψη σήμαινε ότι υπήρχαν ακλόνητα στοιχεία που μπορούσαν να αποδείξουν πέραν πάσης αμφιβολίας, αν ο Νίξον ή ο Ντιν έλεγε την αλήθεια για τη συγκάλυψη.


«Ο Νίξον παραιτείται» ο τίτλος της «Ουάσιγκτον Ποστ», που αποκάλυψε το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ.

Για έναν χρόνο ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει το σύνολο των σχετικών μαγνητοταινιών των κρίσιμων συνομιλιών του με τον Ντιν και άλλους στενούς συνεργάτες του, εξαντλώντας κάθε πολιτικό και ένδικο μέσο.

Κατά την περίοδο αυτή της αργής αλλά συνεχούς κατάρρευσης της προεδρίας του, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιδόθηκαν σε έναν πρωτοφανή αγώνα για το ποιος θα αποκάλυπτε πρώτος νέα σκάνδαλα της προεδρίας του. Το κυριότερο θύμα ήταν ο αντιπρόεδρος Σπύρο Αγκνιου, για τον οποίο αποκαλύφθηκαν σκάνδαλα διαφθοράς και φοροδιαφυγής από την εποχή που ήταν κυβερνήτης της Μέριλαντ, πολιτείας με μακρά παράδοση διαφθοράς.

Τον Οκτώβριο 1973 ο Νίξον αντικατέστησε τον Αγκνιου με τον αρχηγό της ρεπουμπλικανικής μειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Τζέραλντ Φορντ.

Η «σφαγή της νύχτας του Σαββάτου»

Στα μέσα Οκτωβρίου, κατά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ στη Μέση Ανατολή, ο Νίξον συγκρούστηκε με τον ειδικό εισαγγελέα Αρτσιμπαλντ Κοξ, όταν ο Κοξ αρνήθηκε την εντολή του προέδρου να σταματήσει να επιδιώκει να αποκτήσει πρόσβαση στις μαγνητοταινίες του Λευκού Οίκου.

Οταν ο Νίξον ζήτησε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Ελιοτ Ρίτσαρντσον να απολύσει τον Κοξ, ο Ρίτσαρντσον παραιτήθηκε. Στη συνέχεια παραιτήθηκε και ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Ράκελσχαους. Μονάχα ο Ρόμπερτ Μπορκ, ο επόμενος στην ιεραρχία του υπουργείου Δικαιοσύνης, δέχθηκε να υλοποιήσει την εντολή του Νίξον και να απολύσει τον Αρτσιμπαλντ Κοξ.

Η δραματική αυτή εξέλιξη, που έμεινε γνωστή ως η «σφαγή της νύχτας του Σαββάτου», συνέπεσε με τη συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών και συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ με τον σοβιετικό ηγέτη Λεονίντ Μπρέζνιεφ για την επίτευξη κατάπαυσης πυρός στον πόλεμο της Αιγύπτου και της Συρίας ενάντια στο Ισραήλ.


Από αριστερά, Ντάστιν Χόφμαν, Καρλ Μπέρνστιν, Μπομπ Γούντγουορντ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Οι δημοσιογράφοι που αποκάλυψαν το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ και οι ηθοποιοί που τους ενσάρκωσαν στην ταινία «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου».

Στο δίλημμα ποια από τις δύο εξελίξεις να βάλουν ως πρώτο θέμα τους, οι New York Times επέλεξαν την απόλυση του Κοξ.

Η απόλυση του Κοξ δεν έλυσε το πρόβλημα του Νίξον. Υπό την κατακραυγή της κοινής γνώμης ο Νίξον αναγκάστηκε να διορίσει νέο ειδικό εισαγγελέα, που αποδείχθηκε εξίσου επίμονος με τον Κοξ στη διερεύνηση σκανδάλων της προεδρίας του.

Το κλίμα πλέον ήταν τόσο φορτισμένο υπέρ της αποκάλυψης κάθε είδους παρανομιών, που όλοι οι εμπλεκόμενοι ερευνητικοί φορείς έκαναν ό,τι μπορούσαν για να συνεισφέρουν στις αποκαλύψεις. Στα τέλη του 1973 ο Νίξον προσπάθησε να αντιστρέψει το κλίμα με την κάπως απελπισμένη δήλωση: «Δεν είμαι απατεώνας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο έπεφτε η δημοτικότητα του Νίξον, τόσο ανέβαινε η δημοτικότητα του Κίσινγκερ. Η αμερικανική κοινωνία έβλεπε στο πρόσωπο του Κίσινγκερ, του μόνου ατόμου μέχρι σήμερα που υπηρέτησε ταυτόχρονα ως υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου, έναν ικανό διαχειριστή της εξωτερικής πολιτικής που είχε μείνει άφθαρτος από το Ουότεργκεϊτ.

Παραίτηση πριν από την παραπομπή

Το τέλος της προεδρίας Νίξον επήλθε το καλοκαίρι του 1974. Η Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων ξεκίνησε τη διερευνητική διαδικασία για την αποπομπή του τον Οκτώβριο του 1973, ανέβαλε όμως την απόφασή της μέχρι να εξαντληθεί η δικαστική διαδικασία στο ζήτημα των μαγνητοταινιών. Στις 24 Ιουλίου 1974 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε ομόφωνα ότι ο Νίξον υποχρεούτο να παραδώσει τις μαγνητοταινίες στο Κογκρέσο και στη δικαιοσύνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Νίξον είχε διορίσει τους τέσσερις από τους εννέα ανώτατους δικαστές.


Ο Τζέραλντ Φορντ και η σύζυγός του Μπέτι συνοδεύουν το ζεύγος Νίξον στον κήπο του Λευκού Οίκου, καθώς κατευθύνονται προς το ελικόπτερο με το οποίο θα αποχωρήσουν οριστικά από την προεδρική κατοικία.

Στις 27 με 29 Ιουλίου η Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων ψήφισε διαδοχικά υπέρ της παραπομπής του προέδρου για σειρά κατηγοριών. Στη συνέχεια, η συνταγματική διαδικασία προέβλεπε ψηφοφορία επί της παραπομπής από την ολομέλεια της Βουλής και, εφόσον η ψηφοφορία ήταν θετική, δίκη του προέδρου από τη Γερουσία. Προτού υλοποιηθούν τα στάδια αυτά της συνταγματικής διαδικασίας της αποπομπής του, η αποκάλυψη του περιεχομένου των μαγνητοταινιών οδήγησε ακόμα και τους πιο σθεναρούς υποστηρικτές του στο Κογκρέσο να ζητήσουν την παραίτησή του. Εχοντας χάσει κάθε ελπίδα διάσωσης της προεδρίας του, ο Νίξον παραιτήθηκε στις 9 Αυγούστου 1974, 21 μήνες μετά τη θριαμβευτική επανεκλογή του με πάνω από 60% της λαϊκής ψήφου και με 49 από τις 50 πολιτείες.

Στη δίκη για το Ουότεργκεϊτ καταδικάστηκαν σε ποινές κάθειρξης ή προστίμων 14 πρώην συνεργάτες του Νίξον. Ο ίδιος ο Νίξον απέφυγε τη δικαστική εμπλοκή όταν ο νέος πρόεδρος Φορντ του έδωσε χάρη για όσα αδικήματα διέπραξε επί της προεδρίας του. Ο Νίξον αφιέρωσε τα υπόλοιπα 20 χρόνια της ζωής του γράφοντας βιβλία και παρεμβαίνοντας στον δημόσιο διάλογο, με αποτέλεσμα να αποκαταστήσει την υστεροφημία του όσον αφορά τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

* Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ