ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θέλω να ανασαίνω κάθε λέξη του ρόλου

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Η Λόνα Χέσελ, η ηρωίδα που υποδύομαι, είναι δυναμική, αλλά όχι τιμωρός», λέει η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν ο Γιάννης Μόσχος έδωσε στην Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου να διαβάσει τους «Στυλοβάτες της κοινωνίας», εκείνη δεν γνώριζε το συγκεκριμένο έργο του Ιψεν. Είναι από τα έργα του Νορβηγού δραματουργού που διεθνώς παίζονται σπάνια. Στην Ελλάδα έχει παρουσιαστεί μόλις δύο φορές: το 1902 και το 2016. «Ποια ηρωίδα θα παίξω;» ρώτησε η ηθοποιός τον σκηνοθέτη. Εκείνος της απάντησε σιβυλλικά: «Θα το καταλάβεις».

Βρήκε τη Λόνα Χέσελ στη σελίδα 36. Είναι το πρόσωπο που πυροδοτεί το φιτίλι όλων των ανατροπών αυτής της γεμάτης σασπένς ιστορίας, με τους «συναρπαστικούς διαλόγους και τα τολμηρά κοινωνικά ζητήματα που θέτει».

Οι «Στυλοβάτες της κοινωνίας» που παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας (σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα) στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, είναι ένα έργο πρόδρομος των πολύ δημοφιλών ρεαλιστικών δραμάτων του Ιψεν: «Σπίτι της κούκλας», «Βρικόλακες», «Αγριόπαπια», «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν».

Κεντρικό του πρόσωπο είναι ο Κάρστεν Μπέρνικ, μεγαλοεπιχειρηματίας και ευεργέτης μιας επαρχιακής πόλης. Το επιχειρηματικό του σχέδιο χρειάζεται τη στήριξή της για να πραγματωθεί. Ολα δείχνουν ότι θα πείσει τους συμπολίτες του, όμως η επιστροφή έπειτα από χρόνια απουσίας δύο συγγενών του, απειλεί το σχέδιο και μαζί να ξεσκεπάσει μυστικά του παρελθόντος. Τη Λόνα, λέει η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, ο Ιψεν την εμπνεύστηκε από τη ζωγράφο, συγγραφέα και φεμινίστρια Ααστα Χάνστεεν (1824-1908). «Η ηρωίδα που υποδύομαι είναι δυναμική, αλλά όχι τιμωρός. Επιστρέφει στην πατρίδα της ύστερα από 25 χρόνια για να ξαναβρεί την οικογένειά της, και προσπαθεί να φέρει τον άνθρωπο που κάποτε αγάπησε, δηλαδή τον Κάρστεν, στον δρόμο της αλήθειας. Η επιστροφή της, όμως, συμπίπτει με οικονομικές δοσοληψίες του Κάρστεν και κατάχρηση δημοσίου χρήματος. Θέλει να τον βοηθήσει να σταθεί σε στέρεο έδαφος. Ξέρετε, όλο αυτό έχει να κάνει και με την ηλικία μου:

Οταν βλέπουμε ανθρώπους που αγαπήσαμε και πιστέψαμε, ικανούς και άξιους, να έχουν λοξοδρομήσει έπειτα από χρόνια, μπορεί να σταθούμε πλάι τους όχι για να τους μαλώσουμε, αλλά για να τους θυμίσουμε, τι υπήρξαν κάποτε».

Της αρέσει αυτή η συνενοχή που αναπτύσσεται με ανθρώπους που έχουν καταλάβει ο ένας τον άλλον στο παρελθόν, αλλά έχουν μετακινηθεί σε διαφορετικούς χώρους.

«Η αλήθεια και η ελευθερία είναι οι στυλοβάτες της κοινωνίας!» λέει η ηρωίδα της στο τέλος της παράστασης. Είναι από τις αγαπημένες της ατάκες αλλά και η δυσκολότερη απ’ όλες. «Το έργο είναι ουσιαστικά μια σύγχρονη τραγωδία και έτσι είναι ανεβασμένο, όχι τραγικά, απεναντίας. Ο Γιάννης (Μόσχος) μάς τόνιζε συνέχεια στις πρόβες: απλότητα. Αν με δυσκολεύει η ατάκα της Λόνα, είναι γιατί πρέπει να αποφορτιστώ απ’ όλα για να την πω σκέτα. Ομως, ταυτόχρονα, πρέπει να σημαίνει και κάτι».

Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου είναι από τους ηθοποιούς που τους αρέσει η διαδικασία της πρόβας. «Αρκεί να δουλεύω με έναν σκηνοθέτη που ξέρει γιατί διάλεξε το έργο, πώς θα το ανεβάσει και τι θέλει να φωτίσει σε αυτό. Ο Γιάννης είναι οργανωμένος, επίμονος στη λεπτομέρεια, με υπομονή, τρυφερότητα και χιούμορ». Είναι από τις τυχερές πρωταγωνίστριες: Δούλεψε με τους Κάρολο  Κουν, Βασίλη Παπαβασιλείου, Λευτέρη Βογιατζή, Νίκο Μαστοράκη, Νίκο Χατζόπουλο, Ρούλα Πατεράκη κ.ά. «Ο Κουν και ο Παπαβασιλείου, που καθόρισαν τη θεατρική μου ενηλικίωση, δεν δασκάλιζαν. Ηθελαν ενήλικους ηθοποιούς απέναντί τους, να προτείνουν πράγματα, και εκείνοι κρατούσαν, πετούσαν ή μετακινούσαν. Δεν μου αρέσει ο αυταρχικός σκηνοθέτης με τη βίτσα που φωνάζει. Σφίγγει το στομάχι και την ψυχή μου».

Με ενοχλεί η αποδόμηση των κειμένων στο θέατρο

Επειτα από σχεδόν 40 χρόνια στη σκηνή, οι σύγχρονες αναγνώσεις την ενδιαφέρουν πολύ. Ο Μόσχος διασκεύασε τους «Στυλοβάτες» μετακινώντας την ιστορία στη δεκαετία του ’80. Σκηνοθέτης και θεατρολόγος, με διδακτορικό πάνω στον Ιψεν, μετέγραψε το έργο θέλοντας να αναδείξει παραλληλισμούς με το σήμερα. «Πέταξε μόνο ό,τι ακούγεται λίγο επεξηγηματικό και φώτισε κάποιους ήρωες διαφορετικά».

Αυτό που την ενοχλεί είναι η αποδόμηση των κειμένων στο θέατρο. «Ανάμεσα στα νέα παιδιά υπάρχουν πολλά ταλέντα. Ενοχλούμαι όταν, ακόμη και σε κείμενα που γνωρίζω καλά, δεν καταλαβαίνω την ιστορία. Εχει τύχει να δω αγαπημένο έργο, που πλέον δεν το καταλάβαινα». Για εκείνη έχει σημασία η δουλειά πάνω στον λόγο.


Οι «Στυλοβάτες της κοινωνίας» του Ιψεν παρουσιάζονται από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

«Αυτό που λέμε ανασαίνω όλη τη λέξη του ρόλου. Πρέπει να υπάρχει ροή συναισθήματος και σκέψης και να λέμε όλη τη λέξη. Γιατί έγινε και κάτι τραγικό όταν μάς πήραν τους τόνους χρόνια πριν. Λέει ο Καβάφης “επέστρεφε συχνά και παίρνε με”. Αυτό το παίρνε με, έχει ένα αι και μια περισπωμένη από πάνω. Εχει αισθησιασμό. Οταν δεν λες τη δίφθογγο και τον τόνο –πού να την πούνε τα παιδιά μας τα πασοκοθρεμμένα– γίνεται ζημιά, τα αλλοιώνεις».

Και οι παραστάσεις που μοιάζουν με γυμναστικές επιδείξεις; «Ειδα τον καταπληκτικό Γιώργο Χρυσοστόμου στο “Mute” και νόμιζα ότι έβγαλε τη σχολή του Μαρσέλ Μαρσό. Ζογκλέρ με το σώμα του, όμως το χρησιμοποιεί για να διηγηθεί κάτι και να συγκινήσει. Βουβός επί μία ώρα, πηγαίνοντας σαν αιλουροειδές δεξιά και αριστερά, σωματοποιώντας ήχους, ούτε καν μουσικές, διηγείται τη μοναξιά ενός άνδρα στον σύγχρονο κόσμο. Το σώμα μας είναι εργαλείο. Μεγάλος χορευτής δεν είναι αυτός που σηκώνει ψηλότερα το πόδι του, αλλά εκείνος που ερμηνεύει με το πόδι που πάει πιο ψηλά. Γεμίσαμε “χτισμένα” κορμιά». Δεν φοβάται για το μέλλον του ελληνικού θεάτρου και ας είναι μεγάλος ο αριθμός των παραστάσεων και των αποφοίτων των σχολών. «Καταλαβαίνω το όνειρό τους, αλλά δεν είναι ανάγκη να πληρώνουν τρία έτη σχολής για να βγουν σε ένα ημιερασιτεχνικό πράγμα. Στη Γαλλία, υπάρχουν εξαίρετοι ερασιτεχνικοί θίασοι που διδάσκουν θέατρο σε ανθρώπους και θέλουν να εκφραστούν. Δεν φοβάμαι για το μέλλον του θεάτρου, αντίθετα φοβάμαι για το μέλλον την πατρίδας μου και της Ευρώπης, για τον άκρατο συντηρητισμό που απλώνεται παντού».

Τα χρόνια στη Γαλλία

Τη ρωτάω αν μετάνιωσε για τα δέκα χρόνια (1992-2002) που έζησε στη Γαλλία. Εφυγε μόλις έκλεισε η «Εποχή» του Βασίλη Παπαβασιλείου, έχοντας τιμηθεί με το βραβείο Κουν για το «Πίστη, αγάπη, ελπίδα», «πάνω στον θρίαμβο του “Κλικ” και της ελληνικής βλαχογκλαμουριάς» με προσγειώνει η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου.

Παντρεύτηκε, γέννησε την κόρη της, έμεινε τρία χρόνια στο Παρίσι και επτά στην Μπρεστ, δουλεύοντας και διδάσκοντας σε έναν καλό επιχορηγούμενο θίασο της δυτικής Γαλλίας και στο Εθνικό Θέατρο της Βρετάνης παίζοντας κυρίως κλασικό ρεπερτόριο. «Αυτό που κέρδισα είναι η χαρά και η αυτοπεποίθηση να εκφράζομαι σε μια ξένη γλώσσα. Επέστρεψα για οικογενειακούς λόγους το 2002 και βρήκα μια Ελλάδα σε έξαλλη κατάσταση, λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς, να νομίζει ότι είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν».
«Ιωάννα της καρδιάς μας», «Λένη», «Νησί» ήταν οι δουλειές που σφράγισε στην τηλεόραση. «Αγαπάω την τηλεόραση όταν γίνεται με όρους σοβαρούς». Σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕ εξασφαλίζοντας και μία από τις έξι υποτροφίες του Ιδρύματος Μποδοσάκη, αλλά στράφηκε στο θέατρο και στη δραματική σχολή του Κουν. Την ξεχώρισαν αμέσως. «Εγώ, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η Αμαλία Μουτούση, η Λυδία Φωτοπούλου, η Φιλαρέτη Κομνηνού, η Μάνια Παπαδημητρίου ήμασταν τυχερές. Κάποιοι σημαντικοί άνθρωποι μάς στήριξαν, μάς έφτιαξαν πρωταγωνίστριες με την έννοια του πρώτου στον αγώνα. Πρωταγωνιστής είναι αυτός που τραβάει το κάρο της παράστασης, δεν είναι αυτός που δίνει τις περισσότερες συνεντεύξεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ