ΠΟΛΗ

Ταπεινές ιστορίες ανέλπιστου μεγαλείου στο Θησείο

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το ερειπωμένο σπιτάκι στο Θησείο με τις συκιές, οδός Αβάντων 25.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μια ξεχωριστή κατηγορία δρόμων είναι εκείνα τα δρομάκια που αψηφούν κάθε έννοια ορθολογικής ρυμοτομίας. Τα γέννησε η ανάγκη. Τα βρίσκω στις παλιές γειτονιές, εκείνες που σφίγγουν την Ακρόπολη ή τους μυθικούς λόφους της Αθήνας… Μοιάζουν απομεινάρια αλλοτινής ζωής, όταν η Αθήνα είχε χωματόδρομους ακονόνιστους, κοτρώνες και λακκούβες στη γη. Τη μικρή και καμπύλη οδό Αβάντων τη γνώρισα σε έναν περίπατο στο Θησείο και νοητά βρίσκεται στην πίσω ποδιά του Αστεροσκοπείου, ανάμεσα σε μεγαλύτερους δρόμους της γειτονιάς όπως η Ακάμαντος ή η Νηλέως.

Βρήκα την Αβάντων κατηφορίζοντας ένα άλλο μικρό στενάκι, την οδό Στειριέων που είχα συναντήσει βαδίζοντας στην οδό Ακταίου. Η Στειριέων ανήκει και αυτή στον γαλαξία εκείνον των μικροσκοπικών δρόμων, ένας γαλαξίας που τρεμοσβήνει και που δεν ξέρεις αν πράγματι υπάρχει. Τα δρομάκια αναφύονται και το βράδυ ανάβουν σαν φανοί. Στη Στειριέων, είναι σειρά τα μικρά σπιτάκια και ανάμεσα ένα αξιοθέατο της πρόσφατης ζωής, μια πολυκατοικία σε τσιμεντένια ποδάρια, καρφωμένη σε ένα παλιό σπίτι, σαν ένας ξυλοπόδαρος σε παζάρι. Γεμίζει το μυαλό εικόνες και ιστορίες, τόσες ώστε λίγα βήματα παρακάτω, φτάνοντας στην οδό Αβάντων, αφέθηκα σε μια παραισθησιογόνο, σχεδόν, θέαση μιας αστικής σκηνής.

Είναι τόσες οι απρόσμενες συναντήσεις στην Αθήνα, ώστε και αυτό το σπιτάκι στην οδό Αβάντων, μικρό, εγκαταλελειμμένο, ποιος ξέρει πόσα χρόνια, σωστό κουφάρι, σαν ανθρώπινος σκελετός σε εκταφή, φανερώθηκε μπροστά μου παράδοξα χαριτόβρυτο μέσα στην πένθιμη και υγρή μοναξιά του.

Είχα ήδη ρουφήξει εικόνες από τόσα σπίτια του Θησείου, είχα ενσταλάξει μέσα μου τις σκιές από αυλές με δωμάτια στη σειρά, από λαϊκότροπους θριγκούς, κεραμικά ανθέμια και ξεχαρβαλωμένα ανοίγματα, που όταν έφτασα στην οδό Αβάντων, ήμουν έτοιμος από καιρό για να σταθώ βουβός και εγώ απέναντι σε αυτό το σπίτι το τυλιγμένο στη σιωπή του.

Δύσκολα θα το έλεγες σπίτι κανονικό. Αν και τα δυο του παράθυρα στέκονταν ακόμη, το σπίτι μέσα είχε φύγει. Εκεί, όπου άλλοτε ήταν οι κάμαρες, είχε μείνει χέρσα γη, που την πότιζε πια ο ουρανός και στο χώμα της φύτρωναν θαλερές συκιές. Οι κλώνοι τους έβγαιναν μέσα από τα παράθυρα έξω στον δρόμο, σαν χέρια σε ικεσία, σαν ξέπλεκα μαλλιά ή πράσινες φλόγες μιας διαρκούς εστίας. Καθόμουν και κοιτούσα το θέαμα και υπήρχε μια αίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλούσε ή τουλάχιστον δεν είχε σημασία αν το τώρα μπλεκόταν με το τότε και το αύριο.

Το βλέμμα μου βυθιζόταν και στο θερμό χρώμα του σοβά. Ηταν ένα βαθύ κίτρινο, μια ώχρα από τα βάθη της αθηναϊκής μνήμης, μαλακιά σαν βούτυρο και στέρεη σαν πέτρωμα. Γι’ αυτό το κίτρινο θα έπρεπε να γραφτούν τραγούδια. Είχε λερωθεί από τις στρώσεις του χρόνου και σε μια άκρη διέσωζε έναν κομψότατο αριθμό, το 25 του δρόμου, σε κατάσταση νεκροφάνειας και αυτός. Αυτό το σπιτάκι ήταν μια υποσημείωση στην ιστορία της Αθήνας. Κι όμως εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν τόσο συγκινητικά μέγα, τόσο ανέλπιστα πλήρες μέσα στην αποσύνθεσή του. Ηταν η θέαση του εφήμερου.

Οι συκιές μέσα στο σπίτι έμοιαζαν να είναι εκεί από πάντα. Μνήμες από αθηναϊκές αυλές ξεπήδησαν… εκείνο το χάλασμα στον Λυκαβηττό προς Αλεξάνδρας, που έμενε η Γαλλίδα η Σεσίλ, πόσο χαιρόταν, έλεγε, με τη συκιά στην αυλή. Η συκιά απλώνει. Ρουφάει από τη γενέθλια γη της. Ο Σατωβριάνδος στο οδοιπορικό του στην Αθήνα, το 1806, βρίσκει τα μικρά σπίτια της πόλης, με νοικοκυρεμένες αυλές, σκιασμένες με πορτοκαλιές και συκιές. Να ήταν κάπως έτσι και μια συκιά του 1806 στην Αθήνα, όπως αυτή που έβλεπα στην οδό Αβάντων, σε μια στροφή μικρή και άσημη, στα σπλάχνα του Θησείου;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη