ΜΟΥΣΙΚΗ

Δημοφιλής και «άγνωστος» Μπετόβεν από τον Χένγκελμπροκ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Τόμας Χένγκελμπροκ διηύθυνε συναρπαστικά τη δημοφιλή «Ποιμενική» και τη λιγότερο γνωστή Λειτουργία έργο 86 του Μπετόβεν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Εναν χρόνο μετά την εξαιρετική περυσινή του εμφάνιση, ο Τόμας Χένγκελμπροκ επέστρεψε στο Μέγαρο Μουσικής με το μουσικό σύνολο και τη χορωδία Μπαλτάζαρ Νόιμαν και ένα πρόγραμμα αποκλειστικά αφιερωμένο σε έργα του Μπετόβεν.

Η διαφορετική χωροθέτηση μουσικών και χορωδίας στη σκηνή ήταν αποφασιστικής σημασίας για το ηχητικό αποτέλεσμα και συνεπώς για την ερμηνεία των δύο έργων του προγράμματος. Στη μεν Συμφωνία, την «Ποιμενική», η οποία ακούστηκε στο πρώτο μέρος, ο Χένγκελμπροκ τοποθέτησε στο κέντρο, μπροστά, τα πνευστά, περιβάλλοντάς τα από τις τρεις πλευρές με διαφορετικές ομάδες εγχόρδων. Επιπλέον, οι μουσικοί των εγχόρδων έπαιζαν όρθιοι, γεγονός που πρόβαλλε τον ήχο εντονότερα. Στη δε Λειτουργία σε ντο μείζονα, έργο 86, η οποία ακολούθησε, ο αρχιμουσικός έθεσε τη χορωδία μπροστά από την ορχήστρα, υποσύνολα της οποίας βρίσκονταν σε υπερυψωμένες πλατφόρμες, ώστε ο ήχος τους να εκπέμπεται ευκρινέστερα. Και στις δύο περιπτώσεις ο ήχος πρόβαλλε πολύ μεγαλύτερος και πλουσιότερος από ό,τι αντιστοιχούσε στο μέγεθος της ορχήστρας. Πολύ περισσότερο δε μιας ορχήστρας με όργανα εποχής, των οποίων ο ήχος είναι σημαντικά πιο αδύναμος από αυτόν των σύγχρονων οργάνων. Ετσι, λόγου χάριν, ακούστηκε εξαιρετικά το σβέλτο «χορευτικό» σόλο του όμποε στο τρίτο μέρος της Συμφωνίας. Κορυφαία στιγμή υπήρξε η «καταιγίδα», το τέταρτο μέρος, καθώς το ξέσπασμα της μουσικής δεν ήταν απλά θορυβωδώς ορμητικό, βίαιο και απειλητικό όπως συμβαίνει συχνά, αλλά διέθετε απίστευτη διαφάνεια ηχοχρωμάτων: αντί της συνηθέστερης συμπαγούς ηχητικής «επίθεσης», είχε κανείς την αίσθηση αλλεπάλληλων στρωμάτων ήχου, τα οποία έδιναν βάθος στη μουσική. Στο τελευταίο μέρος ο Χένγκελμπροκ έδειξε με πόση επιτυχία μπορεί ένα σύνολο οργάνων εποχής να αποδώσει πλατιές μελωδικές φράσεις, χωρίς αυτές να καταλήξουν γλυκερές. Με δυο λόγια, με την ερμηνεία του ο αρχιμουσικός τοποθέτησε αισθητικά το έργο ανάμεσα στον κλασικισμό που έδυε και στον ρομαντισμό που ανέτελλε την εποχή που γράφηκε η μουσική. Εδειξε, δηλαδή, πώς μεταφράζονται πειστικά σε πράξη τέτοιου τύπου μουσικολογικές διακρίσεις.

Η Λειτουργία σε ντο μείζονα έτυχε αντίστοιχα προσεγμένης ερμηνείας. Οπως πάντα, ο Χένγκελμπροκ δεν χρησιμοποίησε τραγουδιστές όπερας ως σολίστ, αλλά επέλεξε μέλη από τη χορωδία και μάλιστα διαφορετικά σε κάθε ενότητα της λειτουργίας. Το αποτέλεσμα ήταν αφενός πολύ πιο ομοιογενές καθώς δεν υπήρξε ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις φωνές, οι οποίες σε συγκεκριμένα σημεία ξεπρόβαλλαν από το σύνολο, αφετέρου είχε μεγαλύτερη ποικιλία καθώς κάθε φωνή είχε διαφορετικό ηχόχρωμα. Αυτή ακριβώς η αισθητική ανταποκρίνεται πολύ καλύτερα στη σύνθεση του Μπετόβεν, ο οποίος δεν έγραψε φιλόδοξα σολιστικά μέρη για έμπειρους μονωδούς, αλλά θέλει διαφορετική ατμόσφαιρα, άρα χρώμα, σε κάθε υποενότητα. Οπως και πέρυσι, θαύμαζε κανείς την πειθαρχία της χορωδίας και το πλήθος των διαβαθμίσεων για τις οποίες ήταν ικανή, προκειμένου να αποδώσει τις διαθέσεις κάθε μέρους. Η δε τοποθέτησή της μπροστά από την ορχήστρα προσέδωσε στο ακρόαμα ιδιαίτερες ηχητικές ισορροπίες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ