ΒΙΒΛΙΟ

Ο Γιάννης Δάλλας και «ο τιμάριθμος της ποίησης»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ο κριτικός, μεταφραστής και ποιητής Γιάννης Δάλλας πέθανε στα 96 του χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟ-ΒΟΛΕΣ

Πάνε δέκα χρόνια ακριβώς. Τον Ιανουάριο του 2010 είχα συναντήσει τον Γιάννη Δάλλα, ο οποίος πέθανε χθες στα 96 του, στο σπίτι του στο Παγκράτι για τις ανάγκες συνέντευξης που δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη «Κ» λίγες ημέρες αργότερα. Είχα γνωρίσει τον τόσο σημαντικό αυτό κριτικό, μεταφραστή και ποιητή πολλά χρόνια πριν, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, χάρη στον εκλεκτό τυπογράφο Νίκο Μπλαζουδάκη. Στα είκοσι και κάτι, είχα το θράσος να του περάσω μερικά άτεχνα ποιήματα που είχα σκαρώσει και εκείνος, με θαυμαστή γενναιοδωρία, μου είχε στείλει μιαν επιστολή.

Ασχολήθηκε με τον εικοσάρη ατζαμή-καταστροφέα της ελληνικής γλώσσας, αυτός ο μέγας μεταφραστής των αρχαίων λυρικών, ο σπουδαίος κριτικός και θεωρητικός του έργου του Σολωμού, του Κάλβου – του Σαχτούρη πάνω απ’ όλα.

Λέω «πάνω απ’ όλα» για καθαρά προσωπικούς λόγους. Στη μνήμη μου, ο Δάλλας ήταν συνυφασμένος με την ποίηση του «Τρελού Λαγού» του Σαχτούρη και θυμάμαι ακόμη ένα μικρό βιβλιαράκι, των θρυλικών «Κειμένων», με κομψό, λευκό εξώφυλλο, να το διαβάζω μετά μανίας όντας σμηνίτης στον Αραξο το 1993.

Του τα έλεγα αυτά το 2010 στο Παγκράτι, όταν τον συνάντησα. Γελούσε με την μπάσα, βαθιά φωνή του, σαν ηπειρώτικο ηχείο καταμεσής της αθηναϊκής βουής.

Καθώς ψάχνω τα χαρτιά μου, ανακαλύπτω το βιβλίο του «Χρονοδείκτες», σύντομα πεζά, μικρά διαμάντια ύφους και γλωσσικής ομορφιάς, με υπογραμμισμένες τις φράσεις: «Η ιστορία χωρίς εμάς, χωρίς τη δική μας –τη σωματική μας– παρέμβαση, δεν θα υπήρχε». Ή: «Η αλήθεια διάτρητη από νικητές κι από νικημένους μύριζε πτωμαΐνη». Συγκρατώ μία ακόμα φράση του: «Η ποίηση μυστική τεθλασμένη των αντιστάσεων».

Εγραφα τότε: «Λίγο πριν τον αφήσω, απαγγέλλει με μπρίο ένα ποίημα: “Στη Σίτι Μπανκ έφτασε τελευταίος κι είδε να γυρίζει και να κόβει η μηχανή αμέτρητα ρολά μοιράζοντας σε χέρια νευρικά χαρτονομίσματα, χαρτοροή, χαρτοποιήματα και ο νεαρός που έτρεχε να τα προλάβει ήταν ο τιμάριθμος της ποίησης που ανέβαινε ο σφυγμός της σαν τα παραμιλητά ενός τρελού, ενώ ο γεροτυφλός σε μια γωνιά του χρόνου, ακουμπώντας σε κολώνα ιωνική, άναυδος άκουγε τη μυστική χαρτοβοή”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ