Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Μπακογιάννης: Ηλεκτροσόκ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Μπορεί να σου αρέσει έτσι, με τις ανακτημένες της καμπύλες, με το γκαζόν της και το πολύχρωμο σιντριβάνι της. Μπορεί και όχι, αν βρίσκεις τους κόκκινους και μπλε πίδακες σαν φτηνή φαντασμαγορία.

Μπορεί να ενδίδεις στη νοσταλγική σαγήνη της νέας –διάβαζε και παλιάς– Ομόνοιας. Ή μπορεί να σου φαίνεται απλοϊκά ρετρό – τρισδιάστατη καρτ ποστάλ που πάει να εκβιάσει τη συγκίνηση.

Ο,τι κι αν λέει το γούστο του καθενός για την εμβληματικότερη –μετά το Σύνταγμα– πλατεία της χώρας, ο τρόπος που αυτή σχεδιάστηκε, ετοιμάστηκε και αναμένεται με συνοπτικές διαδικασίες να παραδοθεί στο κοινό προσφέρεται για πολιτική συζήτηση.

Ο δήμαρχος κατηγορείται ότι δεν έκανε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Απέφυγε έτσι τον κύκλο της δημόσιας διαβούλευσης που πρέπει να επωάζει τις μείζονες παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο.

Ακριβώς αυτή τη σπουδή είναι που ο ίδιος ο Μπακογιάννης προβάλλει σαν πολιτική αρετή. Αντί να περιμένει τουλάχιστον τρία χρόνια το έργο να ωριμάσει, αντί να αφήσει τη διαδικασία να τον καταπιεί, την προσπερνάει.

Δεν είναι μια βιαστική επιλογή. Προεκλογικά, ο δήμαρχος είχε υποσχεθεί «ηλεκτροσόκ». Είχε δηλαδή προαναγγείλει ότι δεν θα άφηνε τη γραφειοκρατία να ορίσει τον ρυθμό και τα όρια της διοίκησής του. Αν ο τοίχος του Πεδίου του Αρεως ανήκει διοικητικά στην Περιφέρεια Αττικής, ο δήμος δεν θα περιμένει την περιφέρεια να τον καθαρίσει από τα γκράφιτι. Θα στείλει τις μάνικες να τον ασπρίσουν «χθες».

Ο Μπακογιάννης παρουσιάζει έτσι ένα βολονταριστικό υπόδειγμα, αντίθετο προς τον προκάτοχό του: Εκεί που ο προηγούμενος δήμαρχος ανάλωνε χρόνο για να διεκτραγωδεί την αναρμοδιότητά του, ο νυν απλώς την αγνοεί. Εκεί που ο προηγούμενος εξηγούσε τι δεν μπορεί να κάνει, ο νυν κάνει – και μετά, αν χρειαστεί, εξηγεί.

Από τους υποστηρικτές του δημάρχου, αυτός ο ακτιβισμός παρουσιάζεται ως επιλογή με πολιτικό ρίσκο. Αυτός που πράττει, επωμίζεται, λένε, ακέραια και την ευθύνη. Στην πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να ισχύει το αντίθετο: Είναι τόση η συσσωρευμένη αγανάκτηση από την απουσία της Πολιτείας στην Αθήνα, που η πλειοψηφία διψούσε και διψάει για έναν doer, που «κάνει πράγματα» αψηφώντας το γράμμα των διαδικασιών.

Η υποδοχή της νέας - παλιάς Ομόνοιας το αποδεικνύει: Η στρατηγική Μπακογιάννη έχει υπολογίσει σωστά το κοινό αίσθημα –και το κοινό γούστο– σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε ένσταση, θεσμική ή αισθητική, να αντιμετωπίζεται σαν γεροντοκορίστικη μειοψηφία. Σαν ελιτίστικη παραξενιά.

Φαίνεται έτσι ποια είναι η επικρατούσα απάντηση στο ερώτημα «ποιος αποφασίζει για τον δημόσιο χώρο;». Αυτός που καταλαβαίνει τι θέλουν οι πολλοί. Ο μπουλντόζας, αλλά πιο φιτ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ