Καθόμαστε απέναντι με τον Ηρακλή Γεωργαντή, σε ένα εστιατόριο του κέντρου, και τον ακούω να μου απαριθμεί τις γειτονιές όπου έχει ζήσει, από τον Πειραιά, όπου γεννήθηκε, μέχρι τον Διόνυσο. Μου μιλάει για την απροθυμία του να ριζώσει σε ένα σπίτι, την ανάγκη του για αλλαγές και το πώς, τελικά, η γειτονιά που νιώθει πιο οικεία είναι αυτή του Κολωνακίου. Εκεί βρίσκεται το δικηγορικό του γραφείο και εκεί κινούνται, ως επί το πλείστον, οι ήρωες του πρώτου του μυθιστορήματος, «Τρεις βαθμοί μυωπίας – Χριστίνα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος. Πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, στη λογική του νουάρ – το δεύτερο μέρος έχει επίσης ολοκληρωθεί, ενώ το τρίτο γράφεται αυτή τη στιγμή. 

Σε μία από τις πρώτες σκηνές του βιβλίου η νεαρή ηρωίδα του τίτλου βρίσκεται ξαπλωμένη σε μια σεζ λονγκ, στην ταράτσα μιας τριώροφης κολωνακιώτικης πολυκατοικίας. Είναι βράδυ καλοκαιριού και η Χριστίνα διακρίνει στο βάθος την οθόνη ενός θερινού σινεμά. Όχι ότι βλέπει, καθώς δεν φοράει τα γυαλιά της. Κυρίως ακούει. Και είναι μάλλον τυχερή που αντιλαμβάνεται ότι κάποιος την πλησιάζει. Η σκηνή προχωράει με κινηματογραφική ταχύτητα και είναι βασική για την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά, κυρίως, είναι η στιγμή που ο συγγραφέας μάς εξηγεί τι σημαίνει ότι η ηρωίδα του έχει μυωπία, κάτι που λειτουργεί κυρίως συμβολικά. «Κάποια στιγμή στη ζωή μας συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε τα όνειρά μας και αρχίζουμε να αποκτάμε μυωπία, η οποία μπορεί να φτάσει στο σημείο της τύφλωσης», μου λέει. 

Είναι μια κατάσταση που βιώνουν οι πρωταγωνιστές του· σε μια σύγχυση, κάπου μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, αδυνατώντας να δουν καθαρά μέσα στο θολό τοπίο που έχουν δημιουργήσει, επαναλαμβάνοντας τα λάθη τους και αρνούμενοι να φορέσουν επιτέλους γυαλιά. Έτσι κι αλλιώς, στις σελίδες του μυθιστορήματος δεν κυλάει αρκετό αίμα και ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις σχέσεις (ερωτικές, κυρίως, αλλά και άλλες) μεταξύ των χαρακτήρων του. Μάλιστα, σε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου ο αναγνώστης καλείται να ξεχάσει εντελώς το έγκλημα που έθεσε την ιστορία σε κίνηση. «Ο στόχος μου δεν ήταν η αστυνομική πλοκή», μου εξηγεί ο κ. Γεωργαντής, «αν και αυτό ίσως να ήταν εμπορικά καλύτερο, να γινόταν δηλαδή το βιβλίο μικρότερο, πιο σφιχτό και κάποιος που θα το διάβαζε να έλεγε “έξυπνη ιδέα”. Αλλά αυτό που ήθελα ήταν να προκαλέσω κάποιους προβληματισμούς μέσα από την ψυχολογική εμβάθυνση των χαρακτήρων».

Η σύγχρονη γυναίκα

Στην ιστορία της λογοτεχνίας υπάρχουν πολλά παραδείγματα δικηγόρων που εκμεταλλεύτηκαν τις παραστάσεις τους από τις δικαστικές αίθουσες και μεταπήδησαν στον κόσμο της γραφής. Ο κ. Γεωργαντής, ως δικηγόρος, ασχολείται κυρίως με αυτοκινητιστικά ατυχήματα (δεν είναι τυχαίο ότι χειρίζεται με αληθοφάνεια μια σχετική υπόθεση στο βιβλίο, γράφοντας με το πλεονέκτημα της γνώσης), αλλά αναλαμβάνει και υποθέσεις ποινικού και οικογενειακού δικαίου. «Τις αλλαγές που γίνονται μέσα στην οικογένεια πρώτα τις βλέπει ένας δικηγόρος και μετά εμφανίζονται στην κοινωνία», μου λέει. «Για παράδειγμα, πριν από πέντε χρόνια ήταν εξαιρετικά σπάνιο να συναντήσω μια γυναίκα που στην αγωγή διαζυγίου θα συζητούσε να μην κρατήσει η ίδια τα παιδιά της, καθώς ο ρόλος της μητέρας ήταν η βασική της προτεραιότητα. Τώρα συμβαίνει. Πολλές γυναίκες συνειδητοποιούν ότι θέλουν κάτι άλλο. Είναι ένας τρόπος σκέψης της σύγχρονης γυναίκας που με ενδιέφερε πολύ να προσεγγίσω στο βιβλίο». 

Εκτός από τη σύγχρονη γυναίκα, πάντως, ο κ. Γεωργαντής περιγράφει και μια όψη της σύγχρονης Ελλάδας εντελώς διαφορετική από αυτήν που συνηθίσαμε τα χρόνια της κρίσης. Εδώ το έγκλημα συμβαίνει στο Κολωνάκι, το οποίο ο αναγνώστης μπορεί να δει ακόμα και συμβολικά. Οι ήρωες (όχι όλοι, αυτή είναι όμως η γενική εικόνα) ανήκουν στην αστική ή στη μεγαλοαστική τάξη, ζουν σε πολυτελή διαμερίσματα και οδηγούν ακριβά αυτοκίνητα, το μορφωτικό τους επίπεδο είναι υψηλό, αλλά είναι συγχρόνως εξαρτημένοι από τον υλικό κόσμο, έχουν χρήματα και θέλουν περισσότερα, προσπαθώντας παράλληλα να λύσουν τους γρίφους της υπαρξιακής τους αναζήτησης. Και όταν βρεθούν μετέωροι, αντί να τραυματίσουν το τεράστιο εγώ τους, επιλέγουν την άρνηση και «ενεργοποιούν» τη μυωπία τους. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ