ΜΟΥΣΙΚΗ

«Τριστάνος και Ιζόλδη» χωρίς σαγήνη από την Κρατική

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η Πέτρα Λανγκ και ο Στέφαν Φίνκε πρωταγωνίστησαν στη δεύτερη πράξη του «Τριστάνου», που παρουσίασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. ΜΑΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη δεύτερη πράξη από το έργο «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Ρίχαρντ Βάγκνερ απέδωσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών συναυλιακά στις 21 Φεβρουαρίου στην πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Διηύθυνε ο καλλιτεχνικός της διευθυντής Στέφανος Τσιαλής, ενώ η διεθνής διανομή περιελάμβανε τη Γερμανίδα υψίφωνο Πέτρα Λανγκ ως Ιζόλδη, τον συμπατριώτη της τενόρο Στέφαν Φίνκε ως Τριστάνο, τη Σλοβένα μεσόφωνο Μπάρμπαρα Κοζέλι ως Μπρανγκένε, τον Αμερικανό βαθύφωνο Τζέιμς Μέλενχοφ ως βασιλιά Μάρκε και τον Ελληνα τενόρο Χρήστο Κεχρή ως Μέλοτ και ως Κούρβεναλ.

Ηταν Μάιος του 2008 όταν ο Βύρων Φιδετζής διηύθυνε την Κρατική στην τρίτη πράξη από το «Λυκόφως των θεών» του Βάγκνερ. Καμία ένσταση για τα δώδεκα χρόνια που πέρασαν από τότε, διότι βεβαίως δεν είναι η βασική δουλειά της Κρατικής να παρουσιάζει πράξεις από όπερες, πολύ δε λιγότερο ολόκληρα έργα, όπως πρόσφατα την «Τόσκα» του Πουτσίνι, που ανεβαίνει συχνά-πυκνά από την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Προφανώς η απόφαση να παρουσιαστεί πλήρες ένα λυρικό έργο –ή μέρος αυτού– σχετίζεται με το ενδιαφέρον που έχει το μουσικό του κείμενο για τον εκάστοτε αρχιμουσικό, καθώς σκηνικό μέρος δεν υπάρχει. Συνεπώς, εύλογα αναμένει κανείς μια ερμηνευτική πρόταση. Πολύ περισσότερο δε στην περίπτωση έργων του Βάγκνερ, όπου η μουσική κατ’ εξοχήν εκφράζει νόημα και συναισθήματα και είναι γνωστές και διατυπωμένες οι σκέψεις του συνθέτη σχετικά με το περιεχόμενο κάθε μουσικής φράσης ακόμα και κάθε συγχορδίας. Επομένως, στον «Τριστάνο» μια πρώτου επιπέδου ανάγνωση μοιάζει ανεπαρκής αν όχι αφελής.

Είναι έτσι γραμμένη η μουσική του Βάγκνερ, που δύσκολα εκθέτει την ορχήστρα με τον τρόπο που το κάνει μία Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι ή μία όπερα του Μπελίνι. Εκτίθεται, όμως, ο μαέστρος όταν, λόγου χάριν, η συγκλονιστικά παλλόμενη και απίστευτα ενορχηστρωμένη μουσική που σχολιάζει το «νυχτερινό» τραγούδι της Μπρανγκένε εξαφανίζεται κάτω από τη φωνή σαν αδιάφορη υπόκρουση, αντί να αποκαλύπτει στον ακροατή την παράφορα ερωτική μέθη της σκηνής. Πολύ δε περισσότερο όταν διαθέτει κανείς μια πλούσια, αισθησιακή και ισχυρή φωνή σαν αυτή της Μπάρμπαρα Κοζέλι, η οποία δεν έχει κανέναν φόβο να καλυφθεί από την ορχήστρα και συνεπώς επιτρέπει στον αρχιμουσικό ακόμα και την υπερβολή.

Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι αποδόθηκε από ικανούς και κυρίως έμπειρους τραγουδιστές με δυνατές φωνές. Ομως, παρότι τραγούδησαν με σιγουριά, χωρίς έγνοια για τις νότες, κανένας από τους δύο δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μουσική έκφραση. Ο Στέφαν Φίνκε απέδωσε τον δυσβάσταχτο ρόλο του με καθαρή άρθρωση, χωρίς φωνητικά προβλήματα, γεγονός που από μόνο του αποτελεί άθλο. Η φωνή της Πέτρα Λανγκ αποδείχθηκε αγέρωχη στην ψηλή περιοχή, υπολειπόταν όμως σημαντικά στη μεσαία και χαμηλή, ενώ και η άρθρωση δεν ήταν πάντοτε ευκρινής. Πολύ περισσότερο μέσα στον ρόλο του ήταν ο Τζέιμς Μέλενχοφ, ο οποίος με τη σπηλαιώδη φωνή και την υποδειγματική άρθρωσή του απέδωσε πειστικά τη θλίψη του βασιλιά Μάρκε. Ο πάντοτε αξιοπρεπής Χρήστος Κεχρής απέδωσε καλά τον σύντομο ρόλο του Μέλοτ και την ακόμα συντομότερη παρέμβαση του Κούρβεναλ. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ