ΕΛΛΑΔΑ

«Το δράμα, με την απόσταση του χρόνου, γίνεται κωμωδία»

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το γέλιο, πηγαίο, ξέγνοιαστο, λυτρωτικό, στο ελάχιστο που διαρκεί, είναι θεραπευτικό. Γι’ αυτό και οι κωμικοί που το έχουν προσφέρει αφειδώλευτα στη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής τους δημιουργούν με το κοινό μια σχέση αλησμόνητη, οικειότητας και καταφυγής. Είναι εστία χαράς. Τον Κώστα Βουτσά τον αγαπούσαν πολύ, «γεια σου Κώστα!» του φώναζαν στον δρόμο και φωτιζόταν το πρόσωπό τους. Εκείνος ήξερε καλά, ενστικτωδώς, από παιδί σχεδόν, τα συστατικά της κωμωδίας, πώς γεννιέται το γέλιο, πώς στη λεπτή ισορροπία κωμικού και τραγικού πρέπει να αναδείξεις το πρώτο χωρίς να καταργήσεις το δεύτερο.

Τον συνάντησα Μάρτιο του 2008 και η συνέντευξη εκείνη, στη «Κ» (23/03/2008), ξεκινούσε με μια δική του αφήγηση: «Οταν ήμουν μικρός, μου έλεγαν: Μην το κάνεις αυτό, θα σε κάψει ο Θεός. Και εγώ το πρωί, μόλις ξημέρωνε, έβγαινα στον δρόμο με το βρακάκι μου και τον μούντζωνα. Να! έλεγα, και κρυφοκοίταζα κιόλας μήπως με δουν! Ημουν δεν ήμουν τεσσάρων-πέντε χρόνων. Τότε, μου φαινόταν τραγικό. Το δράμα, όμως, με την απόσταση του χρόνου γίνεται κωμωδία». Τον ρώτησα αν το γέλιο πρέπει να το κερδίζει κάθε φορά ή είναι πλέον δεδομένο, αφού, σχεδόν αυτόματα, μόλις τον βλέπει ο κόσμος γελάει. Απάντησε: «Πάντα προσπαθώ. Και βγαίνω με πολύ τρακ στη σκηνή, κάθε βράδυ, εδώ και 60 χρόνια. Θα σας πω γιατί. Το κοινό δεν είναι ποτέ το ίδιο. Διαφέρει κάθε βράδυ. Αμα “κρυώσει”, πρέπει να κάνω αγώνα να το συνεφέρω, να το φέρω στα νερά μου. Κάθε φορά που βγαίνω στη σκηνή νιώθω φοβισμένος. Βέβαια ο κόσμος λέει “πάμε στον Βουτσά να γελάσουμε”. Αλλά δεν φτάνει αυτό. Και ξέρετε κάτι; Ηθοποιοί επιδειξίες είναι αποτυχημένοι.

Οταν βγαίνουν στη σκηνή με ύφος “κοιτάχτε τι ωραία που τα λέω”, δεν αφήνουν τον θεατή να τους ανακαλύψει». Το γέλιο, άραγε, διαφέρει από εποχή σε εποχή; αναρωτιέμαι. Ο κόσμος, σήμερα, γελάει διαφορετικά; Ο Κ. Βουτσάς έχει διαπιστώσει ότι «ο κόσμος είναι πιο κριτικός, πιο δύσκολος. Εχει δει και ακούσει πάρα πολλά. Για να γελάσει, πρέπει να του πεις κάτι παραπάνω».

«Αισθάνεστε τον κίνδυνο να σας ξεπεράσει η εποχή;», συνεχίζω. «Είμαι μαθητής των καινούργιων παιδιών. Για να υπάρχω, πρέπει να μαθαίνω. Οταν λένε “Βουτσάς-μύθος”, το θεωρώ ταφόπλακα. Θέλω να μαθαίνω από τους νέους ηθοποιούς και συγγραφείς. Αμα πεις “ξέρω”, είσαι νεκρός». Τότε, το 2008, ο Κώστας Βουτσάς ήταν 76 ετών. Δεν είχε σταματήσει στιγμή να εργάζεται. Είχε για πυξίδα του το θέατρο: «Η αφοσίωσή μου στη δουλειά είναι η αναπνοή μου. Οταν δεν εμφανίζομαι στο θέατρο, το απόγευμα γύρω στις 7 μού ανεβαίνει πυρετός και υποχωρεί στις 11 το βράδυ. Χωρίς τις παραστάσεις είμαι χαμένος».

Ως επίλογο στη συνέντευξή μας τον ρώτησα: «Τι έχετε κερδίσει στον χρόνο;». Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί, είχε ήδη κάνει τον απολογισμό του: «Τι κέρδισα; Πρώτα απ’ όλα, πολλή αγάπη. Δεν έχω εχθρούς και το λέω με υπερηφάνεια αυτό. Το θέατρο είναι μια δημοκρατική δουλειά που πρέπει να κυβερνιέται δικτατορικά. Ξέρουν ότι δίνω. Δεν παίρνω».

Κάποια στιγμή, το μικρό μαγνητόφωνο που είχα μαζί μου μπλόκαρε. Ο Κώστας Βουτσάς άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια του γραφείου του –μόλις είχε μετακομίσει από την οδό Χάρητος στη Δημοκρίτου και το σπίτι ήταν γεμάτο από κούτες– και ανακάλυψε ένα παλιό που λειτουργούσε. Μου το έδωσε. Οταν με πήρε τηλέφωνο, μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης, επέμεινα πολύ να του το επιστρέψω. Ηταν ανένδοτος. «Να το κρατήσετε ενθύμιο!» μου είπε. Το κράτησα. Μαζί με το γέλιο.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ