ΠΟΛΗ

Ενας καμένος σταθμός, μια ελεγεία στα χωριά της Δράμας

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου μπροστά στον σιδηροδρομικό σταθμό της Πλατανιάς (2018).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟ-ΒΟΛΕΣ

Λίγοι, ίσως, μπορούν να βιώσουν αισθήματα πένθους στο άκουσμα της είδησης μιας πυρκαγιάς σε έναν ερημωμένο σιδηροδρομικό σταθμό. Ο σταθμός στην Πλατανιά πήρε φωτιά και οι φωτογραφίες δείχνουν την καταστροφή, με καψαλισμένο το όμορφο, πέτρινο κτίριο, από εκείνα του γαλλικού τύπου των αρχών του εικοστού αιώνα, με την κεραμιδένια στέγη γκρεμισμένη και το όνομα του χωριού μισοσβησμένο στην επιγραφή. Η Πλατανιά είναι ένα από τα χωριά της Δράμας, κοντά στον Νικηφόρο, ένας τόπος που έχει μυθολογήσει o ποιητής, πεζογράφος και φωτογράφος Κυριάκος Συφιλτζόγλου, και που στο τελευταίο βιβλίο του «Σπίτι Παιδιού» (εκδ. Αντίποδες) του δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Μαζί με τον θάνατο. Θυμάμαι τον σταθμό της Πλατανιάς σε μία αναγνωριστική βόλτα μαζί με τον Κυριάκο, τον Σεπτέμβριο του 2018, όταν με ξεναγούσε στους τόπους του.

Στο μεγάλο σχολείο της Πλατανιάς, στα μέρη που είχε γνωρίσει με τη μητέρα του, η οποία έφυγε νωρίς, στα καστανοκόκκινα χωράφια, στα σπίτια, άλλα νοικοκυρεμένα και άλλα κλειστά και έρημα. Ενας κόσμος προσφύγων, μια γη που κατοικήθηκε από Τούρκους και Ελληνες, με τις παλιές ιστορίες καταχωνιασμένες στα άδεια πανδοχεία και στα μισάνοιχτα συρτάρια μέσα στα σπίτια, που ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου προσεγγίζει όπως πλησιάζει κανείς ένα κοιμισμένο ζώο, μπαίνει στα σπλάγχνα τους και αφουγκράζεται τον αχό τους. Γράφει στο «Σπίτι Παιδιού»: «Το σπίτι αυτό ήταν πολύ παλιό, σχεδόν ερείπιο, ούτε μάντρα είχε ούτε τίποτα. Δυο κρανιές είχε απέξω και από κει κόβαμε κλαδιά που τα ’χαμε για βίτσες. Είχε μια μεγάλη πόρτα που εγώ την άνοιγα συχνά κι έμπαινα μέσα». Εκεί, «μέσα», ο Κυριάκος συνομιλεί με τις σκιές. Βλέπει «κάτι πεταμένα πιατικά, πιρούνια σκουριασμένα και σπασμένα ποτήρια». Μπουκάλια «με ετικέτες που δεν μπορούσα να διαβάσω τι έγραφαν, μέσα όμως ήταν γεμάτα με ψόφια ζουζούνια. Οποτε έμπαινα, για να σιγουρευτώ πως δεν ήταν κάποιος εκεί, άνοιγα τη βρύση να δω να τρέχει νερό. Οσο δεν έτρεχε, δεν φοβόμουν». Τα έρημα σπίτια στα χωριά της Δράμας γεννούν ακόμη ιστορίες. Οπως και οι παλιοί σταθμοί. Σαν της Πλατανιάς, που, όπως έγραψε στο facebook ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «από παιδί λάτρεψα και δεν έπαψα ποτέ να επισκέπτομαι ευλαβικά, λες κι έμπαινα σε εκκλησία».

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη