ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενα βαθιά αντιπολεμικό κοντσέρτο

ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ

Δεκάδες µουσικοί κινηματογραφούνται σε πεδία μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στέλνοντας ένα μήνυμα ειρήνης: ιδού η βασική ιδέα πίσω από το «No Man’s Land» του Γιάννη Ψαθά (κέντρο), που μαζί με συναδέλφους του όπως η Μίτα Πάντιτ (πάνω αριστερά), οι Refugees of Rap (πάνω δεξιά), η Σοφία Λαμπροπούλου (κάτω δεξιά) και οι Σβετ Στογιάνοφ, Γιανάλ Σταλτί και Πάολο Τσιμίνο (κάτω αριστερά) ταξίδεψε από το πάλαι ποτέ Δυτικό Μέτωπο μέχρι την Ινδία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε άρθρα και σε δελτία Τύπου, σε βιογραφίες και συνεντεύξεις, αναφέρεται συχνά ως συνθέτης της ελληνικής διασποράς. Για προφανείς λόγους: ο Γιάννης Ψαθάς γεννήθηκε στη Νέα Ζηλανδία από Ελληνες γονείς που μετανάστευσαν στη χώρα το 1960, ενώ χρόνια αργότερα η μουσική του καριέρα θα περιλάμβανε διεθνείς συνεργασίες, όπως με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Στρασβούργου και με τον Σερτζ Τανκιάν του αρμένικου ροκ συγκροτήματος System of a Down, με τα κρατικά μουσικά σύνολα της γενέτειράς του και με τον συγγραφέα Σαλμάν Ρουσντί, αλλά και με τον σαξοφωνίστα της τζαζ Τζόσουα Ρέντμαν, την κωφή περκασιονίστα Εβελιν Γκλένι και τόσους ακόμα μουσικούς από όλο τον κόσμο.

Ενα μεγάλο μέρος της μουσικής που ακούστηκε στις τελετές των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, γράφτηκε επίσης από τον Ψαθά. Και ενώ ο χαρακτηρισμός «συνθέτης της ελληνικής διασποράς» είναι σημαντικός για εκείνον, συνοδεύεται και από κάτι ακόμα: «Μερικές φορές, στο ταξίδι σου ως συνθέτης αισθάνεσαι απομονωμένος, αουτσάιντερ», λέει στην «Κ». «Στη Νέα Ζηλανδία δεν είμαι εντελώς Νεοζηλανδός και στην Ελλάδα είμαι κάτι σαν “ολίγον Ελληνας”. Ως καλλιτέχνης όμως του 21ου αιώνα, μπορώ έτσι να είμαι απολύτως ελεύθερος. Να είμαι ο εαυτός μου».

Θυμάται το μεγάλωμά του στη Νέα Ζηλανδία σαν μια όαση ελληνικής κουλτούρας. Τότε δεν το αντιλαμβανόταν, όμως οι δίσκοι και οι κασέτες των γονιών του, τον επηρέαζαν και τον διαμόρφωναν διαρκώς: η πρώτη αντίληψή του για την ελληνική μουσική προήλθε από τραγούδια που ενώ μιλούν για τη λύπη, την απώλεια και τον πόνο, κάνουν τους ανθρώπους να σηκώνονται και να χορεύουν. Παρά τις κλασικές σπουδές του, την έμφαση στη μουσική δωματίου, ποτέ δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τις μουσικές παραδόσεις των λαών. Οχι πάντως ότι έπειτα από τόσες ετερόκλητες επιρροές, δεν ανησυχεί για την ευκρίνεια του στίγματός του, σε έναν κόσμο κατακλυσμένο από κάθε λογής ψηφιακά ακούσματα. «Ο μεγαλύτερος φόβος είναι να αγνοηθείς», παραδέχεται. «Υπάρχουν δύο ειδών συνθέτες. Αυτοί που βρίσκουν από νωρίς τον εαυτό τους και περνούν τη ζωή τους ενισχύοντας αυτή την ιδέα. Ανήκω στο άλλο είδος, των συνθετών που εξελίσσονται όπως μια σπείρα, που ανοίγουν νέες πόρτες, χωρίς να ξέρουν πού θα φτάσουν. Πάντοτε υπάρχει κάτι καινούργιο».

Το 2015, το καινούργιο για τον Γιάννη Ψαθά ήταν η ανάθεση από την πολιτεία της Νέας Ζηλανδίας ενός μουσικού έργου που θα παρουσιαζόταν στους εορτασμούς για το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, η σχέση του συνθέτη με τις εθνικές επετείους μνήμης ήταν αμφίθυμη. Κατά τη γνώμη του, θύμιζαν στρατολόγηση νεοσυλλέκτων, ενώ η διαρκής μνημόνευση των ηρώων στο πλαίσιό τους, έκανε τον πόλεμο να φαίνεται ως κάτι ένδοξο.

«Εμείς» και «εκείνοι»

«Ακόμα και στις σύγχρονες επετείους, οι άνθρωποι χωρίζονται στο “εμείς” και στο “εκείνοι”», επισημαίνει. «Τόσες δεκαετίες μετά όμως υπάρχει μόνο το “εμείς”. Αυτό ήταν το σκεπτικό πίσω από το “No Man’s Land”: να δημιουργήσουμε κάτι που θα έκανε τον κόσμο να νιώθει σαν ένα σύνολο. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σχεδόν το 80% όλων των χωρών. Θέλαμε λοιπόν να εκπροσωπηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολιτισμοί. Θέλαμε να υπάρχουν και οι γυναίκες, τα παιδιά. Και να δείξουμε ότι ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της ανθρωπότητας, δηλαδή στον πόλεμο, υπάρχουν ιστορίες όπως ενός Γερμανού στρατιώτη που θα βοηθήσει έναν Γάλλο. Είναι πολύ σημαντικό ότι σε τέτοιες συνθήκες οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλο».

Το «No Man’s Land» είναι ένα ογδοντάλεπτο, ζωντανό, «κινηματογραφικό κοντσέρτο». Εκατόν πενήντα µουσικοί, καταγόμενοι από χώρες που βρέθηκαν αντίπαλες στον πόλεμο, κινηματογραφήθηκαν σε πεδία µαχών ανά τον κόσμο. Κάθε φορά που το έργο τους παρουσιάζεται ζωντανά, «συνδιαλέγονται» µουσικά µε ένα σύνολο επτά ερµηνευτών που παίζουν επί σκηνής. Ετσι, στην οθόνη που θα στηθεί στο Μέγαρο Μουσικής στις 14 Μαρτίου, θα εμφανιστούν μουσικοί από την Ευρώπη, την Ινδία, τη Συρία, τη Νέα Ζηλανδία και αλλού, οι οποίοι βρέθηκαν με τα μουσικά τους όργανα στο Βερντέν, στην Υπρ, το Πάσεντεϊλ, το Σομ και άλλα πεδία μαχών του Δυτικού Μετώπου, αλλά και στην Καλλίπολη ή την Γκαλιόρ της Ινδίας, προς τιμήν των Ινδών στρατιωτών που συμμετείχαν στις εχθροπραξίες. Ο Ψαθάς και οι συνεργάτες του αποτύπωσαν στην κάμερα τα συναισθήματα των μουσικών, όταν λ.χ. επισκέπτονταν για πρώτη φορά το μέρος που σκοτώθηκε ο παππούς τους, με σκοπό να αναδειχθεί και το δικό τους, προσωπικό ταξίδι. «Ειδικά για κάποιους, το παρελθόν του πολέμου δεν είναι τόσο μακρινό», λέει ο συνθέτης. «Στο “No Man’s Land” συμμετέχουν και οι “Refugees of Rap”, πρόσφυγες από τη Συρία που ζουν στη Γαλλία και που οι γονείς τους είχαν μεταναστεύσει από την Παλαιστίνη. Για αυτούς, η ιστορία του πολέμου είναι απολύτως ζωντανή».

Η 11η Νοεμβρίου 2015

Από όλα όσα έζησε στη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Ψαθάς διηγείται ένα περιστατικό από την 11η Νοεμβρίου 2015, την Ημέρα Εκεχειρίας, που εορταζόταν στο Φεΐ της Γαλλίας: «Πρώτα μνημόνευσαν τους Γερμανούς πεσόντες παίζοντας Χάιντν και μετά του Γάλλους», θυμάται συγκινημένος. Ο συμβολισμός είναι αναμφισβήτητος· μήπως όμως, ακόμα και στις αγνότερες αντιπολεμικές προθέσεις παραμένει το ενδεχόμενο εκείνης της ηρωοποιημένης αναπαράστασης του πολέμου, τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι πολλές πτυχές του αποτυπώνονται πεντακάθαρα σε κατά τα άλλα αντιπολεμικές ταινίες; «Ο μόνος λόγος για να θυμόμαστε τον πόλεμο, είναι για να δείχνουμε ότι δεν πρέπει να ξανασυμβεί. Είναι τρομερό ένας πιτσιρικάς να θέλει να γίνει ηρωικός πολεμιστής», αποκρίνεται ο Ψαθάς φέρνοντας ως παράδειγμα το «1917» του Σαμ Μέντες: «Δεν ήταν άλλη μια αντιπολεμική ταινία», λέει.

Αραγε η δική του τέχνη, η μουσική, έχει κανόνες για το πώς και με ποια ένταση μπορεί να μεταφέρει ένα μήνυμα κοινωνικό, πολιτικό; «Θυμάμαι μια βιογραφία του Μίκη Θεοδωράκη, που έλεγε ότι ενώ ως συνθέτης είχε αντιληφθεί τις δυνατότητες της μουσικής να ενσταλάξει στους ανθρώπους ωραίες ιδέες, μέσω της μελοποιημένης ποίησης για παράδειγμα, τελικά απογοητεύτηκε γιατί αυτή η δυνατότητα της μουσικής για κοινωνική αλλαγή δεν έγινε αντιληπτή», καταλήγει. «Το ένστικτό μου λέει να έχω τον έλεγχο της μουσικής, όμως εκείνη περιέχει μια ουσία που παραμένει διαρκώς ελεύθερη. Είμαι ρεαλιστής ως προς το τι κάνει. Στα συναισθήματα ασκεί επίδραση, όχι στις ιδέες. Μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα διαπερνάει τα φίλτρα μας και φτάνει εκεί: στα συναισθήματα».

«No Man’s Land», Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 14 Μαρτίου 2020, 8 μ.μ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ