Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν βρισκόμαστε πουθενά...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στην εποχή που ζούμε, τα κοσμοϊστορικά γεγονότα σκάνε δυο δυο. Το δεύτερο σημαντικότερο που αντιμετωπίζουμε αυτές τις ημέρες, ας πούμε, είναι τεράστιας σημασίας, ένα από αυτά τα σπάνια συμβάντα που αφορούν τους πάντες και, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να δημιουργήσουν ένα αίσθημα ενότητας σε έναν κατακερματισμένο λαό, να μας θυμίσουν όλους γιατί εμείς οι άνθρωποι που ζούμε σε αυτό τον γεωγραφικό χώρο λογιζόμαστε ως ένα πράγμα, και όχι απλώς ως άθροισμα μερικών εκατομμυρίων συγκατοίκων που μισιούνται. Είναι σπάνια αυτά τα γεγονότα, μεγάλες τραγωδίες ή τεράστιοι θρίαμβοι συνήθως, πράγματα που δεν συμβαίνουν κάθε μέρα.

Η εργαλειοποίηση της προσφυγικής κρίσης με χυδαίο και απροκάλυπτο τρόπο από το καθεστώς Ερντογάν τις τελευταίες ημέρες ήταν ένα τέτοιο συμβάν. Ενα ξεκάθαρο γεγονός, πολύ συγκεκριμένο, με γνωστές παραμέτρους και συγκεκριμένες κακές επιλογές για την ελληνική πλευρά, εκ των οποίων μόνο μία σωστή. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι το κλείσιμο των συνόρων ήταν η μόνη σωστή επιλογή, δεδομένων των συνθηκών. Ολα τα πολιτικά κόμματα –έστω κι αν κάποια χρειάστηκαν λίγο χρόνο να το παραδεχθούν– το 76% των πολιτών, σύμφωνα με δημοσκόπηση, οι Αμερικανοί, ακόμα και όλοι οι Ευρωπαίοι: η εικόνα των τεσσάρων προέδρων ευρωπαϊκών θεσμών μαζί με τον δικό μας πρωθυπουργό στον Εβρο ήταν εκπληκτική και πρωτοφανής. Εκείνοι (οι Τούρκοι) έχουν άδικο, εμείς έχουμε δίκιο. Ολοι το αντιλαμβανόμαστε αυτό και, επιτέλους, σχεδόν όλοι εμείς, οι Ελληνες, έχουμε την ίδια άποψη για κάτι, την ίδια στάση απέναντι σε ένα σημαντικό γεγονός.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα, λοιπόν; Τη νιώθουμε την εθνική ανάταση; Θυμόμαστε ξάφνου πάλι αυτά που μας ενώνουν και μας κάνουν έναν λαό; Στέκονται πλάι πλάι συναδελφωμένοι οι γείτονες που μέχρι χθες βρίζονταν επειδή ο ένας κλείνει την έξοδο του γκαράζ του άλλου έτσι που παρκάρει; Πιάνουμε γερά τα χέρια, κορίτσια αγόρια στη σειρά, και στήνουμε χορό;

Οχι. Τίποτε τέτοιο δεν γίνεται. Ισα ίσα, τώρα έχουμε άλλη μία αφορμή για να βριζόμαστε. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως επειδή, όπως γίνεται πάντα, εμφανίζεται μια ομάδα εκκωφαντικά ακραίων που καταπλακώνει και κανιβαλίζει αυτό που συμβαίνει, που προσεταιρίζεται αυτό που θα έπρεπε να μας ενώνει και το μολύνει και το εκχυδαΐζει. Δυστυχώς δεν είναι καινούργιο φαινόμενο αυτό. Ακόμα θυμάμαι τη βραδιά του τελικού του Euro 2004, στην Ομόνοια, έναν φρενιασμένο όχλο, αξιοσημείωτο υποσύνολο του πλήθους, να τραγουδάει μαζικά και απροσδόκητα «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ».

Τώρα έχουμε έναν όχλο ανθρώπων που μισούν τους μετανάστες περισσότερο από ό,τι μισούν το δικτάτορα Ερντογάν. Τον «Σύλλογο Κυνηγών Λαθρομεταναστών» από τον Βόλο, τραμπούκους που επιτίθενται σε δημοσιογράφους στον Εβρο, ακροδεξιούς πολιτικάντηδες κάθε κομματικής απόχρωσης και διάφορους μπαρμπα-Γιώργους του Facebook που φωτογραφίζονται με αποκριάτικες στολές παραλλαγής και ντουφέκια και υπόσχονται να πάνε να κάνουν τα παραστρατιωτικά κομάντα εκεί όπου μάζευαν γόπες τριάντα χρόνια πριν.

Είναι ασήμαντα λίγοι αλλά οι κραυγές τους ξεκουφαίνουν, το μίσος και ο ζόφος τους κάνουν κατάληψη στην ίδια την ιδέα του πατριωτισμού και τη βρωμίζουν. Ξαφνικά η μεγάλη πλειοψηφία, οι Ελληνες πατριώτες που θέλουν να νιώθουν ότι ανήκουν σε ένα κοινωνικό σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά, που θέλουν να νιώθουν ασφάλεια, που απεχθάνονται το προκλητικό καθεστώς των γειτόνων και ταυτόχρονα θεωρούν και τους εργαλειοποιημένους μετανάστες και πρόσφυγες εξίσου θύματα, συνειδητοποιούν αηδιασμένοι ότι σιγοντάρουν αφηνιασμένους εθνικιστές που στην πραγματικότητα θέλουν εντελώς διαφορετικά και ασύμβατα με τη δημοκρατική νομιμότητα και την ηθική πράγματα. Πάντα υπήρχαν τέτοια ακραία, θορυβώδη εθνικιστικά υποσύνολα. Εχουν κάνει πολλές φορές πολύ μεγάλη ζημιά στη χώρα μας. Οποτε κατάφερναν να επιβάλουν και τις ιδέες τους στην κοινωνία, το αποτέλεσμα ήταν πάντα ανείπωτες εθνικές καταστροφές. Τώρα, ευτυχώς, δεν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο.

Αλλά το ερώτημα παραμένει: Πώς μπορούν το 2020 οι αποκρουστικές ιδέες τους να απομονωθούν στις μικροσκοπικές ακρούλες του φάσματος, που τους αναλογούν; Πώς μπορούμε, κάθε φορά που προκύπτει μια αφορμή να νιώσουμε λίγο ως ένα ενιαίο πράγμα, λίγο «λαός», να ασχολούμαστε μ’ αυτούς μόνο τουριστικά, σαν κάτι το αξιοπερίεργο κι ανώδυνο στα άκρα, όπως κάνουμε με τους άλλους, τους εξίσου λιγοστούς μα πολύ πιο άκακους στην άλλη άκρη, που διαδηλώνουν ζητώντας ανοικτά σύνορα, ειρήνη επί της Γης, αγάπη και (αριστερή) συναδέλφωση;

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ