ΥΓΕΙΑ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Πιο ακριβής η τρισδιάστατη μαστογραφία

ΑΠΕ

Η καθηγήτρια Ακτινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, δρ Κάρεν Λίντσφορ, εξετάζει μια μαστογραφία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ. Η ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού –γνωστή και ως τρισδιάστατη ψηφιακή μαστογραφία– υπερτερεί έναντι της απλής ψηφιακής μαστογραφίας όσον αφορά τη δυνατότητα ανίχνευσης του καρκίνου, ενώ παρέχει και λιγότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα, όπως έδειξε μια πενταετούς διάρκειας αμερικανική επιστημονική έρευνα, η μεγαλύτερη του είδους της μέχρι σήμερα. Επιπλέον, η πρώτη «πιάνει» μεγαλύτερο ποσοστό καρκίνων του μαστού με κακή πρόγνωση σε σχέση με τη δεύτερη μέθοδο.

Η ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού ή ψηφιακή μαστογραφία με τομοσύνθεση ή τρισδιάστατη ψηφιακή μαστογραφία εμφανίστηκε την τελευταία δεκαετία ως ισχυρό εργαλείο για τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Χρησιμοποιεί ακτίνες Χ για να δημιουργήσει χαμηλής ακτινοβολίας προβολές του μαστού από διαφορετικές γωνίες.

Μέχρι σήμερα, διάφορες μελέτες είχαν δείξει την ανωτερότητα της νέας απεικονιστικής τεχνικής έναντι της ψηφιακής μαστογραφίας, κάτι που για πρώτη φορά επιβεβαιώνει η νέα έρευνα σε τόσο μεγάλο βάθος χρόνου. Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Εμιλι Κόναντ, του τμήματος Ακτινολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, που προχώρησαν στη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Radiology της Ακτινολογικής Εταιρείας της Βόρειας Αμερικής, συνέκριναν περισσότερες από 56.000 εξετάσεις μαστογραφίας τομοσύνθεσης με 10.500 ψηφιακές μαστογραφίες.
Διαπιστώθηκε ότι η μαστογραφία τομοσύνθεσης είχε ποσοστό ανίχνευσης καρκίνων της τάξεως των έξι περιστατικών ανά 1.000 εξετάσεις, ενώ το ποσοστό ήταν 5,1 ανά 1.000 για τις ψηφιακές μαστογραφίες. Επίσης, στην τομοσύνθεση, το ποσοστό αναγκαίας επαναληπτικής εξέτασης ήταν μικρότερο (8%) έναντι της ψηφιακής μαστογραφίας (10,4%). Σχεδόν το ένα τρίτο των καρκίνων που ανιχνεύθηκαν με την τομοσύνθεση είχε χειρότερη πρόγνωση, έναντι μικρότερου ποσοστού (ενός τετάρτου) για τις ψηφιακές μαστογραφίες. Η Κόναντ απέδωσε την ανωτερότητα της ψηφιακής τομοσύνθεσης μαστού στην καλύτερη απεικόνιση τόσο των κακοήθων όσο και των καλοήθων όγκων.

Είναι ούτως ή άλλως δεδομένο ότι οι γυναίκες πρέπει να καταφεύγουν πλέον στις ψηφιακές μαστογραφίες, οι οποίες άρχισαν να χρησιμοποιούνται κλινικά πριν από περίπου 15 χρόνια και έκτοτε, χάρη στα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους, κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Οι ερευνητές, με επικεφαλής την ακτινολόγο Ροζαλίντ Γκίβεν-Ουίλσον του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Σεντ Τζορτζ του Λονδίνου, που έκαναν πέρυσι τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Radiology της Ακτινολογικής Εταιρείας της Β. Αμερικής, ανέλυσαν στοιχεία για 11,3 εκατ. μαστογραφίες σε γυναίκες 45 έως 70 ετών. «Η ποιότητα της εικόνας χάρη στην ψηφιακή μαστογραφία είναι βελτιωμένη σε σχέση με την παραδοσιακή μαστογραφία. Ιδίως, επιτρέπει να δει κανείς μέσω πυκνότερου ιστού, καθώς και να προσαρμόσει την εικόνα», είχε εξηγήσει τότε η Γκίβεν - Ουίλσον. Διαπιστώθηκε ότι η ψηφιακή μαστογραφία βελτιώνει κατά περίπου 14% την ανίχνευση όγκων στους μαστούς. Ειδικότερα, στην ηλικιακή ομάδα 45-52 ετών και σε γυναίκες που έκαναν την πρώτη μαστογραφία τους, η ψηφιακή μαστογραφία πετυχαίνει 19% καλύτερη διάγνωση του καρκίνου του μαστού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ