ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κόκκινο, γράφουμε!». To έχει πει πολλές φορές στο μικρόφωνο, πίσω από το τζάμι ο Γιάννης Παπαϊωάννου - Τσαρούχης. Από τους καλύτερους  ηχολήπτες της ιστορικής Columbia και αργότερα των studio PDR, Sigma studios και Digital Press Hellas, συνεργάστηκε από το 1965 μέχρι το 2000 με τις δυνάμεις του ελληνικού τραγουδιού.  Για χρόνια τον θυμόμαστε και ως ηχολήπτη στον «Μελωδία».

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά το πρώτο του βιβλίο, «Πίσω από το τζάμι», επέστρεψε με το νέο, με τίτλο «Κόκκινο, γράφουμε» (εκδ. Φίλντισι). Πολλές και ωραίες ιστορίες ξετυλίγονται στις 268 σελίδες του. Η λεπτοδουλειά της ηχοληψίας, ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Eνα τεράστιο και «δυστυχώς άγραφο κεφάλαιο στην πολύ πλούσια ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας», όπως επισημαίνει στην έκδοση ο Γιώργος Κοντογιάννης.


Εάν υπήρχε στο τραγούδι η λέξη μάνα, ο Στέλιος Καζαντζίδης σταματούσε την ηχογράφηση και έκλαιγε.

«Ησυχία παρακαλώ, κόκκινο, γράφουμε, δεν ακούτε;». Ηταν η φράση που ακουγόταν πολλές φορές όταν ηχογραφούσε ο Νίκος Ξυλούρης. Ποιο ήταν το πρόβλημα; «Oταν τραγουδούσε, κράταγε το κομπολόι και άφηνε τις χάντρες να πέσουν ξανά και ξανά». Λεβέντης και πολύ καλός λυράρης, γράφει στο βιβλίο του ο Γ. Παπαϊωάννου, δεν χρειαζόταν echo στη φωνή του. Φτάνοντας στο στούντιο ζητούσε πάντα «έναν βενιζελικό καφέ». Και, όταν ξεκουραζόταν, έπιανε τη λύρα κι έπαιζε το «Yellow submarine» των Μπιτλς! «Το έμαθα στην Κρήτη από τους χίπηδες που το έπαιζαν με τις κιθάρες τους στα Μάταλα», εξηγούσε.

Αρχοντας, κιμπάρης με ωραία κουστούμια, ξενόκουμπα και ωραίες γραβάτες ήταν ο Μανώλης Αγγελόπουλος. Ηχογράφησαν μαζί πολλούς δίσκους, αλλά  ο συγγραφέας θυμάται τον a capella αραβικό αμανέ με την αφιέρωση «αυτό είναι για πάρτη μας».


«Θυμάμαι την Πόλυ Πάνου, πάντοτε ωραία ντυμένη, με τις κολόνες της να περπατά και να τρίζει το πάτωμα».

Στη Γιώτα Λύδια με τη γλύκα  στη φωνή της, ο Γ. Παπαϊωάννου δεν άναβε  ποτέ το κόκκινο φωτάκι, «για  να μην την αγχώσω». Της έλεγε «πες το κάνα δυο φορές και μετά θα γράψουμε». Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Μάνο Χατζιδάκι όταν το 1974 προσπαθούσαν να ηχογραφήσουν «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο» με την παιδική χορωδία που διηύθυνε η Ελλη Νικολαΐδου. Στη λέξη ποτάμια, κάποια πιτσιρίκια σταμάτησαν. Κάνα δυο έβαλαν τα κλάματα. «Μήπως σας έβαλε τις φωνές και σας τρόμαξε η δασκάλα σας, για  να τη μαλώσω;», τους είπε γλυκά ο συνθέτης. Το πιο θαρρετό κοριτσάκι, εξήγησε  ότι μέχρι τότε έκαναν πρόβες χωρίς ακουστικά. «Τότε ο Μάνος πάει κοντά τους, τους χαμογελάει λέγοντας: “Ωραία, θα βάλετε τα ακουστικά, θα ακούσετε  όσες φορές θέλετε το τραγούδι και μόλις δείτε το κόκκινο φωτάκι να ανάβει εμείς θα σας ηχογραφήσουμε”. Ομως στο κοντρόλ, άλλη ήταν η εντολή. “Ξεκίνα το μαγνητόφωνο Γιαννάκη, χωρίς να ανάψεις το κόκκινο για να νομίζουν ότι κάνουμε πρόβα και γράψε αμέσως”. Με τη δεύτερη φορά το είχαν πει».

Κάτι άλλο που δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό είναι τι έκανε ο Δήμος Μούτσης το 1966 όταν ο θρυλικός διευθυντής της Columbia Τάκης Β. Λαμπρόπουλος του είπε για πρώτη φορά ότι του άρεσαν δυο τραγούδια του. Την ημέρα που υπέγραψαν συμβόλαιο, ο Μούτσης  έδειξε στον Λαμπρόπουλο το πτυχίο του στο βιολί και το έσκισε μπροστά του. «Θέλω να πιστεύω ότι είναι αντίγραφο», του είπε εκείνος. Ομως ήταν  το πρωτότυπο.

Η Σωτηρία Μπέλλου «ήταν αθυρόστομη και δεν τα έβγαζες εύκολα πέρα μαζί της», αλλά ήταν ντόμπρα. Ο Γ. Παπαϊωάννου τη θυμάται με ένα χρυσό σταυρό πάνω από την μπλούζα της, «τον οποίο φιλούσε πριν μπει να τραγουδήσει». Ηταν «σωστή στον τόνο, μοναδική στη χροιά και στην ερμηνεία».


Ο Γιάννης Παπαϊωάννου - Τσαρούχης συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι σε πέντε δίσκους. 

Ομως, όταν έγραφαν το 1981 το «Φράγμα» των Μούτση-Τριπολίτη, η μελωδία και ο ρυθμός του ζεϊμπέκικου την μπέρδευε. «Μπράβο Σωτηρία μου, το είπες πάρα πολύ καλά, αλλά έχουμε ένα μικρό πρόβλημα. Δεν πατάς καλά στον ρυθμό», της είπε ο συνθέτης. Και εκείνη: «Αφού, όπως μου λες, το είπα πολύ καλά, το πρόβλημα το έχει ο ρυθμός».

Τον Γιαννάκη, όπως ακόμα και τώρα αποκαλούν τον Γιάννη Παπαϊωάννου, ο Τάκης Μουσαφίρης τον φώναζε Κρίστιαν Μπάρναρντ. Τόσο θαύμαζε τη χειρουργική ικανότητά του στο μοντάζ. «Τώρα είναι πολύ  εύκολο να πάρεις μισή νότα ή μία φράση και να τη μεταφέρεις όπου θέλεις, αλλά τότε με το ψαλίδι, εάν πέταγες αυτό το μικρό κομματάκι ταινίας που είχε μισή λέξη, άντε να φέρεις τον τραγουδιστή να στο ξαναπεί...».   

Την Πόλυ Πάνου τη θυμάται «πάντοτε ωραία ντυμένη, να περπατά και να τρίζει το πάτωμα». Από τον Ακη Πάνου θυμάται πολλά. Οπως το μπουζούκι –γιατί ήταν και εξαιρετικός κατασκευαστής– με το όνομα της κόρης του, Ελευθερία, ζωγραφισμένο, μάλιστα, με βελόνα τατουάζ.


Λάκης Καρνέζης, από τους καλύτερους σολίστες στο μπουζούκι, ζει εδώ και χρόνια πια στη Νορβηγία.

Μάνα

Πιστεύει ότι δεν υπάρχει τραγουδιστής που να τραγουδά τη λέξη μάνα καλύτερα από τον Καζαντζίδη. Οταν υπήρχε αυτή η λέξη σε ένα τραγούδι, τον έχαναν. «Τον βρίσκαμε στα ξύλινα σκαλοπάτια που είχε το καμαράκι ή σε μια γωνιά του να κλαίει».

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης «ήταν λόγιος και παραστατικός», ο Στράτος Διονυσίου πήγαινε στο στούντιο στην τρίχα. Ηταν ράφτης παλιά και γνώριζε «τι ύφασμα να κόψει και πώς να το ράψει για τον εαυτό του». Ο άνθρωπος με τον «χρυσό βραχίονα και τα χρυσά δάχτυλα», ήταν ο  Κώστας Παπαδόπουλος, σολίστ στο τρίχορδο μπουζούκι και μόνο τρίχορδο. Οσο για τον Νικόλα Ασιμο, το 1982 τον γνώρισε στο στούντιο PDR  στη Φιλοθέη, σκαρφαλωμένο στην αμυγδαλιά του κήπου.  «Τι κάνεις στο δένδρο πρωινιάτικα, βρε χριστιανέ μου;» τον ρώτησε, και ο Ασιμος  απάντησε: «Δεν είμαι χριστιανός και θα κατέβω, όταν θα έρθει ο Ηλίας» εννοώντας τον Μπενέτο...

Και κάτι ακόμη: το βιβλίο έχει και ήχο- τυπωμένα QR Codes, που, σκανάροντάς τα με τη χρήση smartphone, ανοίγουν την αντίστοιχη σελίδα κάθε τραγουδιού στο ΥouΤube.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ