ΒΙΒΛΙΟ

Καταραμένος ή αγγελικός;

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ
Στίχοι ενός άλλου.
Ποιήματα (1977-2013)
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 532


«Γράφω βιώνοντας αυτό που είμαι μέσα στο τώρα, εκφράζοντάς το και ψάχνοντας να βρω μεθόδους που δεν είναι υπαγορευμένες από κάποιες θεωρίες» έλεγε ο Στρατής Πασχάλης (γεν. 1958) σε μια διαφωτιστική, πολλαπλώς χρήσιμη συνέντευξη που παραχώρησε στη Λ. Κουζέλη (Το Βήμα, 16.6.2017). Διαβάζοντας τη συγκεντρωτική υπό συζήτηση έκδοση των ποιημάτων του, η δήλωση ελέγχεται ακριβής. Ενας χαρισματικός τεχνίτης του λόγου μάς πείθει ότι υπάρχει γράφοντας: καταιγισμός εικόνων, λυρισμός που δεν φοβάται ούτε ντρέπεται ότι ο καιρός του έχει περάσει, γλώσσα που δοκιμάζει και δοκιμάζεται ή, για να το πούμε με τους στίχους του προτελευταίου ποιήματος του βιβλίου, «δεν ντρέπομαι για τα επίθετα / δεν με νοιάζει να είμαι λιτός /αγνοώ τι θα πει σαφήνεια». Στο ίδιο, λίγους στίχους πιο πάνω, καταθέτει: «Οι τρούλοι φουσκώνουν, κρινολίνα από σύννεφα, / η αλήθεια γυμνή πάνω απ’ τα κεραμίδια / κι ας μην έχω μπορέσει ποτέ να πετύχω το χρώμα της / αφού η ποίηση μόνο στιγμιαία φωτογραφίζει κάτι, / κουνημένο ενσταντανέ».

Μπορεί, λοιπόν, να λειτουργήσει σήμερα, ξανά, ένα είδος «καθαρής» ποίησης; Το έργο του Πασχάλη συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας δυνατότητας. Το 2003 κυκλοφόρησαν με τον ίδιο, όπως και τώρα, τίτλο τα ποιήματα που είχε συνθέσει μέχρι τότε. Ξεκινούσαν από τη συλλογή «Ανακτορία», που ο ποιητής δημοσίευσε νεότατος, μόλις το 1977, με ξεκάθαρη, ήδη, την πρόθεση να πορευθεί μοναχικά, αυτόνομα και με, εύλογα τότε, έντονη την εφηβική χροιά. Το «Βυσσινιές στο σκοτάδι» (1991) ήταν βιβλίο ωρίμανσης για να καταλήξει σε μια πραγματική ποιητική ωριμότητα χωρίς να απεμπολήσει τις αρχές του με το «Κοιτάζοντας δάση» (2002), το τελευταίο στη σειρά της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης. Εκεί διαβάζουμε ένα credo που δεν είναι πλέον μονάχα ποιητικό, θυμίζοντας τον βουδισμό ή το ζεν: «Ιερά μού φαίνονται μόνο τα δέντρα/ μένουν στην τέλεια θέση/ με προσκαλούν – «γίνε όπως εμείς / μην ταξιδεύεις πια μες στις πράξεις / δέξου ανέμους, δέξου εποχές / άσ’ τη ζωή να ξέρει». Λίγο πριν κλείσει η συλλογή, η ίδια στάση επιβεβαιώνεται στο ποίημα «Η Αποκάλυψη»: «ό,τι είδες γράψ’ το, γιατί αυτό είναι η Ιστορία – ό,τι το / βλέμμα αρπάζει από τη λεπτομέρεια, στιγμιαία / όλα τα άλλα, τα κεντρικά (δράματα, πράξεις, γεγονό-/τα) σύντομα θα παρέλθουν». Εδώ, ωστόσο, σε αυτό το ελάχιστο «βλέμμα» που αίρεται υπεράνω όλων απηχείται και ένας καβαφικός τόνος. Θα μπορούσαν να πέσουν τίτλοι τέλους.

Τι είναι αυτό που τον κάνει να επανέλθει, με δύο ακόμα συλλογές και μια νέα –την υπό συζήτηση– «συμπληρωμένη», «δεύτερη έκδοση» απάντων των ποιημάτων του; Το «Εποχή παραδείσου» που κυκλοφόρησε το 2008 δεν πιάνει το νήμα από εκεί όπου το άφησε το «βλέμμα» τού «Κοιτάζοντας δάση». Συμβαίνει, αντίθετα, κατά τη δική μου αναγνωστική αίσθηση, ένα είδος επανεκκίνησης. Ο Πασχάλης επανέρχεται σε κάτι που ξεκίνησε στην «Ανακτορία», το 1977. Ξαναπιάνει, ώριμος πια, όχι το αιώνιο ποιητικό νήμα της παιδικής ηλικίας αλλά εκείνο της διεκδικητικής εφηβείας. Μεγάλο το ρίσκο του. «Δεν ανασταίνεται η ψυχή, αλλά το πάθος», γράφει στο πρώτο μέρος αυτής της συλλογής («Το χαμένο τραγούδι του Αρίωνα») κι αμέσως μεταφερόμαστε στην καρδιά της ποίησης των πάλαι ποτέ «καταραμένων». Η διαδικασία αυτή θα μπει σε μια πορεία λύτρωσης με την τελευταία συλλογή, «Τα εικονίσματα» (2013), που περιλαμβάνει, όπως και η αμέσως προηγούμενη, πολλά πεζοποιήματα. Στο «αναμνηστικές φωτογραφίες» το παλιό credo έχει πλέον τρωθεί ή και αντικατασταθεί: «Οπότε, επιμένω στη μαστίχα της ποίησης και συνεχίζω να / τη μασάω. / Ολα η έκθαμβη ματιά τ’ ακυρώνει».  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ