ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Το ναυπηγείο του Ψαρρού στο Πέραμα σφύζει από ζωή. Εργάτες σκαρφαλωμένοι σε σκαλωσιές επιδιορθώνουν, βάφουν, κάνουν καλαφατίσματα και οξυγονοκολλήσεις. Ονόματα μαστόρων ακούγονται μέσα στη φασαρία. Μεγάλα και μικρά σκαριά ξεκουράζονται για λίγο στη στεριά σαν θαλάσσια κήτη. Ηδη από την είσοδο ανήγγειλαν την έλευσή μας με τον φωτογράφο Νίκο Κοκκαλιά στον ιδιοκτήτη Μανώλη Ψαρρό: «Πες στο αφεντικό ότι ήρθε το ραντεβού του. Αφήστε τα κλειδιά στο αυτοκίνητο, θα το παρκάρουμε εμείς». Τέταρτη γενιά ναυπηγός, γιος του θρυλικού Γιώργου Ψαρρού που είχε φτιάξει μερικά από τα ωραιότερα πλεούμενα στο Αιγαίο, συνεχίζει την παράδοση.

Πριν το πολυκαταλάβουμε βρεθήκαμε στο γραφείο του, με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον τοίχο και τα σχέδια από γάστρες φτιαγμένα στο χέρι με πενάκι, φυλαγμένα σαν καλλιτεχνήματα σε κάδρα. Από τα παράθυρα μύριζε θάλασσα.

Η γραμματέας του έφερε ένα φρεσκοσιδερωμένο τραπεζομάντιλο. Το γεύμα θα πραγματοποιείτο εκεί, «άλλωστε είναι και η ώρα που παίρνουμε τον μεσημεριανό μεζέ», μας είπε ο κ. Μανώλης με τη βροντερή φωνή του. Μου εξήγησε πως η οικογένεια κατάγεται από τη Σύμη, αλλά ο παππούς του άφησε το νησί και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά στις αρχές του 20ού αιώνα όταν το λιμάνι ήταν γεμάτο φορτηγίδες για μεταφορές αγαθών. «Δεν ξέρω πολλά πράγματα για κείνη τη γενιά», ομολογεί.

«Αν και τον πρόλαβα τον παππού. Ηταν γερό κόκαλο, έφτασε μέχρι τα 107, και μια μέρα που του χάλασε την άκρη από το μουστάκι ο μπαρμπέρης και τον ειρωνεύτηκε και από πάνω, ο Μανώλης Ψαρρός ο γηραιότερος του ’σπασε τις κολόνιες με τη μαγκούρα του.

Βρήκαμε και έναν πίνακα ζωγραφικής με ένα σκαρί, το όνομά του και την ημερομηνία 1912, που σημαίνει πως από τότε ναυπηγούσε καΐκια».

Ο πατέρας του, Γιώργος, ήταν μόλις 20 ετών όταν έφτασαν στον Πειραιά και μπήκε από νωρίς στη δουλειά. Στο Πέραμα ρίζωσε το 1926. «Ο τόπος προσφερόταν διότι ήταν προφυλαγμένος από κακούς καιρούς, είχε ένα δάσος με πεύκα και ο βυθός ήταν κατάλληλος για ανελκύσεις και καθελκύσεις. Βέβαια, όλοι εμείς που έχουμε ναυπηγεία εδώ βάλαμε το χέρι μας για να βελτιωθεί ο τόπος για τις δουλειές αυτές», λέει ο Μανώλης Ψαρρός.

Κρατάει μπουκαλάκι ούζο και μας σερβίρει το απόσταγμα σε ποτήρια με παγάκια. «Κάτι παράγκες ήταν τότε εδώ όταν πήρε τη σκυτάλη ο πατέρας μου», συνεχίζει. Ακόμη και σήμερα το όνομα του Γιώργου Ψαρρού είναι συνδεδεμένο με τα λυγερόκορμα ξύλινα καΐκια, με ιστορίες από τη θάλασσα, με μια ολόκληρη εποχή. Εθωρείτο από τους πιο ιδιοφυείς ναυπηγούς, ο οποίος μπορούσε να σχεδιάσει καταπληκτικά σκαριά ανάλογα με τη δουλειά του παραγγελιοδόχου και να κουμαντάρει δεκάδες μάστορες σε γραμμή παραγωγής πολλών πλεούμενων ταυτόχρονα. Ηταν και εξαιρετικός ιστιοπλόος, που ήξερε να καπετανεύει.

Επιβλητικά πλεούμενα

«Πολλοί λένε ότι το ωραιότερο σκάφος που έφτιαξε δεν είναι το “Αετός” 35 μέτρων του Λυκιαρδόπουλου, αλλά η “Σαΐτα”, που την παρήγγειλε η Μάγια Καλλιγά και κατέληξε στην οικογένεια Ρότσιλντ και από εκεί στον διάσημο μόδιστρο Ζιβανσί», τονίζει ο Μανώλης Ψαρρός. «Αλλο ένα από τα επιτεύγματά του είναι το “Πανδώρα” του Λαιμού. Ολα αυτά είναι σκαρωμένα το ’60. Πιο πριν έκαναν αλιευτικά, ανεμότρατες κ.λπ. Νομίζω ότι τα πιο επιβλητικά πλεούμενά του ήταν τα καραβόσκαρα και τα τρεχαντήρια, όμορφα, σαν και αυτά που έφτιαχναν παλιά στα νησιά, στις Σπέτσες, στη Σάμο, στη Χαλκίδα. Ο,τι και να έφτιαχνε, το πονούσε, ήθελε να το κάνει τέλειο, να το βλέπει στη θάλασσα και να το καμαρώνει».

«Τώρα τον καταλαβαίνω»

«Από τον πατέρα μου έμαθα τα πάντα και εγώ παρότι σπούδασα ναυπηγός. Το ναυπηγείο ήταν το σπίτι μας και οι εργαζόμενοι ήταν οικογένειά μας. Τους παραστεκόταν στα πάντα, να παντρευτούν, να στήσουν σπιτικά, να κάνουν παιδιά, να είναι κοντά τους αν συμβεί κάτι με την υγεία τους. Ο λόγος του ήταν νόμος με τους μάστορες και με τους πελάτες. Για εμένα λοιπόν που έχω ζήσει τον ιδρώτα όλων αυτών των ανθρώπων που εργάστηκαν εδώ, ο χώρος του ναυπηγείου είναι ιερός. Ερχομαι και Κυριακές και σχόλες, που κανείς δεν εργάζεται. Πολλές φορές με προσέγγισαν να πουλήσω την έκταση, να κάνω άλλα πράγματα. Δεν ήθελα, θα ήταν σαν να προδίδω την ιστορία του. Και παρότι όταν ήμουν νέος όλο τρωγόμουνα με τον πατέρα μου και τον ανταγωνιζόμουν σαν γιος, τώρα τον καταλαβαίνω, τον αισθάνομαι και τον θαυμάζω ακόμη περισσότερο», λέει ο Μανώλης Ψαρρός. Τα μάτια του βουρκώνουν, πίνει μια γουλιά ούζο και κοιτάζει για λίγο προς τη θάλασσα.

«Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του ο πατέρας μου είχε χάσει την όρασή του. Ερχόταν όμως κάθε μέρα στο ναυπηγείο και χάιδευε τα σκαριά. Δεν άντεχε να μην τα ακουμπάει, παρότι δεν μπορούσε να τα δει.

Η σχέση των Ελλήνων με τη θάλασσα είναι βιωματική, είναι σμιλεμένη μέσα στους αιώνες, είναι η ίδια η ιστορία μας. Λυπάμαι όμως όταν βλέπω πως οι σημερινοί δεν την πονάνε όπως οι παλιοί. Πώς αλλιώς να εξηγήσω ότι όλοι μένουν απαθείς μπροστά στο γεγονός ότι κάθε χρόνο εκατοντάδες παραδοσιακά σκαριά καταστρέφονται και καμιά κυβέρνηση δεν έχει σταματήσει αυτήν την τραγωδία».

Τα σκάφη είναι ζωντανά πλάσματα της θάλασσας, δεν είναι σκέτο ξύλο

«Οταν σκέφτομαι πως όλη αυτή η ομορφιά που κυκλοφορούσε κάποτε στο Αιγαίο σπάει από εκσκαφείς, εξοργίζομαι και θλίβομαι», λέει ο Μανώλης Ψαρρός. «Καΐκια που έφτιαξε ο πατέρας μου, παλιοί μάστορες ακόμα και εγώ καταστρέφονται για να αποσύρουν οι ιδιοκτήτες τους την αλιευτική άδεια και να πάρουν αποζημίωση από την Ευρώπη. Μια φορά που έτυχε να δω ένα τέτοιο έγκλημα, δεν άντεξα, σηκώθηκα και έφυγα. Εχουν κοπεί χιλιάδες ξύλινα πλεούμενα, μοναδικά στο είδος τους που θα μπορούσαν άνετα να μετατραπούν σε σκάφη αναψυχής. Αν τα είχαμε προστατεύσει όχι μόνο δεν θα χάναμε την παράδοσή μας αλλά θα είχαν διατηρηθεί ζωντανά και πολλά επαγγέλματα όπως οι ξυλουργοί και οι καλαφάτηδες. Τώρα καλαφάτη βρίσκεις μόνον στην Αίγυπτο».


«Από τον πατέρα μου έμαθα τα πάντα, παρότι σπούδασα ναυπηγός. Το ναυπηγείο ήταν το σπίτι μας και οι εργαζόμενοι οικογένειά μας», λέει ο Μ. Ψαρρός.

Συνεχίζει: «Ευτυχώς ο πατέρας μου πέθανε το 1983 και δεν πρόλαβε να δει αυτήν τη φρίκη. Η πολιτική αυτή της Ε.Ε. να περιορίσει την αλιεία δίνοντας παχυλές αποζημιώσεις σε ψαράδες για να αποσύρουν την άδεια και να σπάσουν τα σκάφη τους ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90. Από τότε έχουμε χάσει αμέτρητα σκαριά, χωρίς το κράτος να έχει κάνει κάτι για να σταματήσει την καταστροφή. Κάθε παραδοσιακό καΐκι, μικρό ή μεγάλο, δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Εχει μοναδικές γραμμές, μοναδικό σχεδιασμό, δεν βγαίνει από εργοστάσιο αλλά από ανθρώπινο χέρι. Χρειάζεται μήνες και χρόνια για να σκαρωθεί. Θα μπορούσαμε τουλάχιστον να έχουμε αποτυπώσει τα ίχνη από κάποια σπάνιας ομορφιάς και τέχνης σκαριά. Ούτε αυτό δεν έγινε. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει κάποια σκοπιμότητα. Εδώ αποσύρουν την άδεια ταξί και κρατούν το αυτοκίνητο για να πωλούν ανταλλακτικά. Και κόβουν με εκσκαφέα το καΐκι το οποίο θέλει μήνες και χρόνια για να γίνει, που διαφημίζει τη ναυτοσύνη των Ελλήνων και μας συνδέει με την αρχαιότητα και το Βυζάντιο».

«Τα σκάφη είναι ζωντανά πλάσματα της θάλασσας, δεν είναι σκέτο ξύλο. Ξέρετε ποια είναι η απόδειξη; Πως το κάθενα από αυτά έχει τη δική του μοίρα, το κισμέτ του. Λες και γεννιέται με χαρακτήρα όπως τα παιδιά. Αλλο είναι καλότυχο, άλλο γρουσούζικο, άλλο εύκολο, άλλο τζαναμπέτικο. Πέρα από αυτό, ένα καΐκι με σωστή φροντίδα μπορεί να ζήσει ακόμα και έναν αιώνα. Ας κάνουμε λοιπόν μια ύστατη προσπάθεια να σώσουμε μερικά σκαριά. Στο τέλος θα πρέπει να ταξιδέψουμε στα τουρκικά παράλια για να δούμε ξύλινο σκάφος, μιας και οι Τούρκοι πιο έξυπνοι από εμάς κρατούν την τέχνη».

Αλλοι καιροί

Μόλις τελειώσαμε το μεσημεριανό κάναμε μια βόλτα στο ναυπηγείο να μου δείξει τα σκαριά. Μου μιλούσε για άλλες εποχές, όταν οι μάστορες έβαζαν καλοκαίρι δύο κουρελούδες και κοιμούνταν κάτω από τη σκιά την οποία έκαναν οι γάστρες των καϊκιών  που βρίσκονταν στη στεριά. «Εκεί να δεις γλυκός ύπνος μέσα στο αεράκι. Αλλοι καιροί αυτοί. Δύσκολοι από πολλές απόψεις, μα είχαν και κάτι χάρες που δεν τις βρίσκεις σήμερα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι είχαν περισσότερο μεράκι με ό,τι καταπιάνονταν και ήθελαν να το κάνουν σωστά. Τώρα βγαίνουν όλα από καλούπι, όχι ανθρώπινο χέρι. Ποιος μάστορας να περηφανευτεί για τη δουλειά του;», λέει ο Μανώλης Ψαρρός. Με τούτα και με κείνα και την ευλογημένη μυρωδιά από το ιώδιο να μου γεμίζει τα πνευμόνια, το μυαλό μου πέταξε σε μέρη ωραία και θαλασσινά, μακριά από τις καραντίνες και τους ιούς.

Η συνάντηση

Μετά το παγωμένο ουζάκι προσγειώθηκαν στο τραπέζι, άπειρες λιχουδιές: γυαλιστερές, φρεσκότατα τηγανητά μπαρμπουνάκια, καραβιδούλες και αστακός στα κάρβουνα, χταπόδι και σουπιές. Σε λίγο ξέχασα την καλή μου ανατροφή και άκουσα τις προτροπές του Μανώλη Ψαρρού να βάλω «χέρι στο ψάρι για να το φάω όπως πρέπει». Η συζήτηση τελείωσε με εκείνα τα απολαυστικά «τσακ τσουκ» που κάνουν τα κελύφη των οστρακοειδών όταν σπάζουν. Τον ρώτησα από πού παρήγγειλε όλα αυτά τα καλούδια της θάλασσας. Μου απάντησε: «Τρελός είμαι να σου πω; Ολοι οι ταβερνιάρηδες στο Πέραμα είναι φίλοι, δεν μπορώ να διαφημίσω τον έναν και να ξεχάσω τους άλλους. Ντροπή…».

Οι σταθμοί του

1946
Γεννιέται στην Αθήνα.

1970
Διαδέχεται τον πατέρα του στη διοίκηση του ναυπηγείου.

1978
Παντρεύεται την Ευαγγελία Καρασαρίνη.

1991
Αποκτά την πρώτη του θυγατέρα, Παναγιώτα-Γεωργία.

1996
Αποκτά τη δεύτερη θυγατέρα, Αγγελική.

2008
Κάνει επέκταση και εκσυγχρονισμό του ναυπηγείου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ