Ένα ανερχόμενο μέσο, μια νέα αγορά, ένας ολόκληρος κόσμος για να ανακαλύψουμε.

«Νομίζω ότι μάλλον θα ψηφίσω τον Μπέρνι», είπε ο Τζο Ρόγκαν στο podcast του, και αυτό φαίνεται ότι έχει κάποια σημασία. Φαντάζομαι, υπάρχουν απορίες. Πρώτον, ο Μπέρνι είναι ο Μπέρνι Σάντερς, όπως ίσως υποθέσατε, βασικός υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Δεύτερον, ο Τζο Ρόγκαν είναι ένας Αμερικανός κωμικός και πρώην περσόνα της τηλεόρασης, που εδώ και δέκα χρόνια ξεκίνησε ένα podcast με τίτλο «The Joe Rogan Experience». Σταδιακά έγινε τόσο δημοφιλής και η γνώμη του τόσο βαρύνουσα, που μια ατάκα του μπορεί να επηρεάσει ακόμα και ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Μέσα στο 2019 ο Ρόγκαν έγινε πλουσιότερος κατά 30 εκατ. δολάρια, εξαργυρώνοντας το γεγονός ότι είχε 190 εκατ. ακροάσεις κάθε μήνα. Τρίτον, τι είναι το podcast;

Με τον όρο «podcast» εννοούμε μια σειρά ηχογραφημένων επεισοδίων οποιουδήποτε περιεχομένου που αναρτώνται στο διαδίκτυο και μπορεί να τα ακούσει οποιοσδήποτε, οποτεδήποτε και οπουδήποτε. Προσοχή, όμως· μια ραδιοφωνική εκπομπή που απλώς μετά την αναπαραγωγή της ανεβαίνει στο ίντερνετ δεν αποτελεί podcast. Το podcast ηχογραφείται επί τούτω για να ακουστεί ετεροχρονισμένα. Ραδιόφωνο on demand; Κάτι τέτοιο. Τα πρώτα podcasts εμφανίστηκαν πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες (το «podcast» ήταν η λέξη της χρονιάς το 2005, σύμφωνα με το Oxford Dictionary) και παράλληλα με τη μεταφορά της ζωής μας στο ίντερνετ και της προόδου των smartphones εξελίχθηκαν σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές μέσο – στην Ελλάδα βέβαια είμαστε λίγο πίσω. Γνωρίζουν οι Έλληνες τι είναι το podcast; ρώτησα πριν από λίγες μέρες τον Σταύρο Θεοδωράκη. «Όχι», μου είπε, «αλλά ο στόχος μας είναι σε λίγο καιρό να αρχίσουν να ακούν». Το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο αφορά την ομάδα του pod.gr, της πιο φιλόδοξης προσπάθειας που έχει γίνει στον χώρο των podcasts στη χώρα μας και εδώ και λίγες μέρες είναι «στον αέρα».

 Η ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΘΑΝΕ, ΖΗΤΩ Ο ΗΧΟΣ

Στα γραφεία του pod.gr επικρατούν ενθουσιασμός και αγωνία – λογικό, είναι ένα πείραμα αυτό που συμβαίνει. Μια επένδυση σε μια αγορά που στην Ελλάδα είναι κάπως διστακτική, την ίδια ώρα, πάντως, που τα διαφημιστικά έσοδα παγκοσμίως μέσω podcasts αναμένεται να εκτοξευτούν στο 1 δις δολάρια. Η Apple και η Google είναι ανακατεμένες στο «παιχνίδι», ενώ πρόσφατα έκανε μια πολύ μεγάλη επένδυση και το Spotify. «Εμείς προσπαθούμε να μην αφήνουμε τίποτα στην τύχη», μου λέει ο κ. Θεοδωράκης και υπογραμμίζει τη σημασία που έχει δοθεί όχι μόνο στα podcasts αυτά καθαυτά, αλλά και σε τομείς όπως η φωτογραφία, η γραφιστική, η μουσική επιμέλεια. Δίπλα του, αλλά συγχρόνως παντού, βρίσκεται η Κατερίνα Μπακογιάννη, η οποία έχει τη γενική εποπτεία του εγχειρήματος. «Τα podcasts θα μπουν στη ζωή μας αν μάθουμε να τα ακούμε έξω απ’ το σπίτι ή το γραφείο, αν μας γίνει συνήθεια ότι μπορούμε πανεύκολα να τα κατεβάζουμε στο κινητό μας, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο», μου λέει. «Ξεκίνησα να ακούω podcasts στο γυμναστήριο ή περιμένοντας τα παιδιά μου απ’ τις εξωσχολικές τους δραστηριότητές, όταν δεν έβρισκα τίποτα ενδιαφέρον στο ραδιόφωνο. Μου άλλαξαν τη ζωή». Γύρω της έχουν συγκεντρωθεί φίλοι και συνεργάτες, άνθρωποι από τον χώρο των μίντια και του πολιτισμού που αγαπούν με πάθος τα podcasts όπως και η ίδια.

Ο Παύλος Τσίμας, για παράδειγμα, που παραλληλίζει τα podcasts με τις νέες πλατφόρμες της τηλεόρασης. «Όπως το Netflix διεύρυνε το κοινό της εικόνας», μου λέει, «έτσι και τα podcasts διευρύνουν το κοινό του ήχου. Όμως η εικόνα ως μέσο έχει σχεδόν εξαντλήσει τα όριά της, ενώ η επανανακάλυψη του ήχου είναι η μεγαλύτερη πρόκληση αυτή τη στιγμή στα μίντια». Στο δικό του podcast παίζει έναν ρόλο «εξομολόγου» των επώνυμων καλεσμένων του. «Τη σχέση ποιότητας και προϊόντος δεν θα τη βρεις πουθενά στην εικόνα», προσθέτει ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρίτος, φανατικός ακροατής ξενόγλωσσων podcasts. «Είναι ένας κόσμος με πολύ περισσότερο ενδιαφέρον απ’ το YouTube, ο πλούτος που υπάρχει είναι συγκλονιστικός». Το δικό του podcast αφορά τα «εσωτερικά» της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Άγριες Μέλισσες», την οποία σκηνοθετεί.

H Νίκη Λυμπεράκη σχολιάζει ότι «τα podcasts σου δίνουν ένα περιθώριο multitasking, είναι σαν να ανακαλύπτεις ότι στη ζωή σου δεν χρειάζεται να υπάρχει πια νεκρός χρόνος. Είτε είσαι στο μετρό ή στο αυτοκίνητο είτε στο σαλόνι του γιατρού, μπορείς να ακούσεις κάτι ενδιαφέρον που έχεις επιλέξει μόνος σου». Η ίδια παρουσιάζει ένα podcast δημοσιογραφικού χαρακτήρα, προβάλλοντας έρευνες του Inside Story – στο πρώτο επεισόδιο, για παράδειγμα, ακούμε για το παρασκήνιο της υπόθεσης «πλαστική σακούλα» στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Ενημέρωση και ψυχαγωγία (δύο τομείς που χρειάζονται επειγόντως επαναπροσέγγιση στα ελληνικά μέσα), καθώς επίσης και προσωπικές ιστορίες που διασκεδάζουν, συγκινούν ή εμπνέουν – αυτή είναι πάνω κάτω η συνταγή με την οποία ξεκινάει το pod.gr, φιλοδοξώντας να εδραιώσει τα podcasts στην κουλτούρα των Ελλήνων.

ΒΑΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ


Μερικά από τα μέλη του The Greek Podcast Project. Από αριστερά, Νίκος Σκλαβενίτης, Νίκος Μέμος, Δάφνη Καρνέζη, Άλεξ Κινγκ και Έλλη Κουρεμένου. (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)


Τα καλά νέα είναι ότι αυτή δεν είναι η μοναδική πρωτοβουλία. Ο χώρος των podcasts στην Ελλάδα έχει πραγματικά αρχίσει να κινείται. Εδώ και περίπου δύο μήνες έχει ξεκινήσει το ταξίδι του και το The Greek Podcast Project, πίσω απ’ το οποίο βρίσκεται η δημοσιογράφος Δάφνη Καρνέζη. Η ιστορία της είναι η εξής: αφού έζησε αρκετά χρόνια σπουδάζοντας και δουλεύοντας στο εξωτερικό, επέστρεψε τελικά στην Ελλάδα και ένα από τα πρώτα πράγματα που συνειδητοποίησε ήταν ότι σε σχέση με τα podcasts που άκουγε έξω, στη χώρα μας δεν υπήρχε τίποτα αντίστοιχο. Κατ’ αρχάς ξεκίνησε ένα δικό της εβδομαδιαίο podcast επικαιρότητας και πολιτισμού («The Fishbowl»), αλλά, όταν διέκρινε ένα γενικότερο ενδιαφέρον, αποφάσισε να δημιουργήσει μια ομάδα με  Έλληνες και Βρετανούς δημοσιογράφους, παραγωγούς, ηχολήπτες και διαφημιστές. Περισσότερο όμως από μια εταιρεία παραγωγής, η ίδια προτιμά να βλέπει το The Greek Podcast Project (podcastproject.gr) ως μια συνεργασία ανθρώπων με συγγενείς ιδέες, ως μια δημιουργική πρωτοβουλία.

Πλέον σε όλο τον κόσμο υπάρχουν κοντά στα 900.000 διαφορετικά podcasts και αυξάνονται με εντυπωσιακή ταχύτητα. Παίζει ρόλο και το ότι η ηχογράφηση είναι μια διαδικασία πιο εύκολη και πιο οικονομική από ό,τι, για παράδειγμα, η δημιουργία ενός βίντεο. Το εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, δεν είναι πόσοι φτιάχνουν podcasts, αλλά πόσοι ακούν. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (Edison Research), στις Ηνωμένες Πολιτείες το 32% των πολιτών ακούει τουλάχιστον ένα podcast τον μήνα. Δέκα χρόνια νωρίτερα, το ποσοστό αυτό ήταν 11%. Τα νούμερα δείχνουν ότι συζητάμε για ένα μέσο με σταθερό ρόλο πλέον στη ζωή του δυτικού κόσμου. Πώς έγινε αυτό; Τι ακριβώς αρέσει στον κόσμο; «Πέραν της έμφυτης πρακτικής ευκολίας να ενταχθούν στην καθημερινότητά μας», μου εξηγεί η Δάφνη, «πιστεύω πως η πραγματική τους αξία βρίσκεται στο αφηγηματικό στοιχείο, αυτό που λέμε storytelling. Πολλά από τα αγαπημένα μου podcasts, ακόμα και τα ειδησεογραφικού περιεχομένου, ξετυλίγουν και εξιστορούν σταδιακά και σε βάθος ένα θέμα. Αντί να παραθέσουν απλώς τα γεγονότα ή τα δεδομένα, πηγαίνουν τους ακροατές ένα ταξίδι σχεδόν σκηνή σκηνή, με μουσική, διαφορετικές φωνές και άλλα ηχητικά clips. Δημιουργείται έτσι μια προσωπική σχέση και μεγαλύτερη αμεσότητα μεταξύ ακροατή και παρουσιαστή».


Στο στούντιο ηχογράφησης η Δάφνη και ο Άλεξ κάνουν τις τελικές αλλαγές στο μοντάζ του πιλοτικού επεισοδίου του ταξιδιωτικού podcast «The Soul of Athens». (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)


Η φιλοδοξία της συνδέεται με ένα ευρύτερο όραμα για μια διαφορετική προσέγγιση στην παραγωγή περιεχομένου. «Όλοι θέλουν γρήγορες λύσεις, και αυτό φαίνεται και από το πόσo λίγα ελληνικά έντυπα επενδύουν ακόμα σε καλοδουλεμένα μεγάλα κείμενα. Έχει υποτιμηθεί όμως το κοινό που εκτιμά ένα καλογραμμένο άρθρο ή ένα καλοστημένο podcast και νομίζω πως ο κόσμος, ιδίως οι νεότερες ηλικίες, έχει κουραστεί να βομβαρδίζεται με διάσπαρτες πληροφορίες και δραματικούς τίτλους ειδήσεων χωρίς καμία εμβάθυνση», μου λέει. «Σε μια εποχή όπου κυριαρχούν η ταχύτητα και η ποσότητα, χρειαζόμαστε περισσότερες προσπάθειες που δίνουν βάρος στην ποιότητα και στη δημιουργική επιμέλεια». Ένα παράδειγμα: σε ένα πρόσφατο επεισόδιο του podcast της για τον ορεινό τουρισμό της Ελλάδας, μιλώντας με την ιδιοκτήτρια ενός ξενώνα, ηχογράφησε τον ήχο της φωτιάς απ’ το τζάκι και των βημάτων στα ξύλινα πατώματα, ζωντανεύοντας έτσι το ηχητικό αποτέλεσμα. Ίσως είναι μόνο μια λεπτομέρεια, αλλά είναι ενδεικτική της διάθεσης ενός ανθρώπου που προσπαθεί για το καλύτερο.   

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Φυσικά τα podcasts δεν ήρθαν στην Ελλάδα ξαφνικά με το που άλλαξε η δεκαετία. Υπήρχαν και νωρίτερα. Ορισμένα μέσα τα είχαν εντάξει ως ενότητα στις σελίδες τους (όπως ο ΣΚΑΪ) και υπήρχαν και κάποιοι ρομαντικοί των podcasts που τα δημιουργούσαν ιδιωτικά και για το κέφι τους. Κυρίως κωμικοί, αλλά και άνθρωποι που είχαν την όρεξη να μιλήσουν για ό,τι τους ενδιέφερε, την τεχνολογία, τα αθλητικά, τις σχέσεις. Στην ομάδα αυτή των ρομαντικών ανήκει και η Δέσποινα Κανάκογλου, η οποία ξεκίνησε το podcast «GiatiOxi» πριν από σχεδόν τέσσερα χρόνια, κυριολεκτικά από το μηδέν. Μου περιγράφει ότι βρισκόταν σε ένα υπαρξιακό τέλμα, κλεισμένη στο σπίτι της στη Θεσσαλονίκη, όταν πήρε την απόφαση να ξεκινήσει. «Άκουγα φανατικά ξένα podcasts και σκεφτόμουν ότι αυτός ήταν ο τρόπος και για μένα να πω τις ιστορίες που ήθελα», μου λέει. Νοίκιασε ένα στούντιο, αλλά δεν είχε καμία εμπειρία, δεν προερχόταν απ’ τον κόσμο των μίντια, δεν είχε βοήθεια και δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι να πείσει κάποιον να δεχτεί να της μιλήσει – στο «GiatiOxi» η Δέσποινα συνομιλεί σε κάθε επεισόδιο με κάποιον ειδικό γύρω από θέματα ζωής, ψυχολογίας, επιστήμης κ.ά.


Η Δέσποινα Κανάκογλου στο στούντιό της στη Θεσσαλονίκη, σε ένα από τα επεισόδια του «GiatiOxi». (Φωτογραφία: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ)


Σήμερα, έπειτα από 280 και πλέον ώρες πίσω απ’ το μικρόφωνο (εν τω μεταξύ, έφτιαξε και το δικό της στούντιο), 40.000 downloads τον μήνα και τη δημιουργία μιας σχέσης «εγγύτητας», όπως λέει, με ένα δυναμικό κοινό, μπορεί να περηφανεύεται ότι συντηρεί ένα από τα δημοφιλέστερα ελληνικά podcasts. Πλέον έχει και κάποια λίγα έσοδα. «Πιστεύω σε αυτό που κάνω και έχω επενδύσει πάρα πολλά», μου λέει, «αλλά χρειάζεται πολύς δρόμος ακόμα μέχρι να εκπαιδευτεί το ελληνικό κοινό». Η ίδια δουλεύει προς αυτή την κατεύθυνση. Πρόσφατα δημιούργησε την εταιρεία παραγωγής podcast Aifos Media, υπό την οποία θα βγαίνει το «GiatiOxi» και ένα ακόμα podcast, με την ελπίδα ότι προσεχώς θα προστεθούν περισσότερα.

Τα νέα μέσα επέτρεψαν στα podcasts να υπάρξουν και ο τρόπος της σύγχρονης ζωής γέννησε την ανάγκη τους. Αλλά, αν το καλοσκεφτούμε, η διαδικασία της ακρόασης αποτελεί και μια επιστροφή σε κάτι πολύ οικείο. Γιατί, πριν αρχίσουμε να παρακολουθούμε βίντεο στο ίντερνετ και πριν βάλουμε την τηλεόραση στη ζωή μας, πριν καλά καλά μάθουμε να διαβάζουμε, αυτό που θέλαμε ήταν μόνο κάποιος να μας αφηγηθεί μια ιστορία, να μας πει ένα παραμύθι. Αυτός ο κάποιος τώρα έρχεται με ένα κλικ.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ