ΒΙΒΛΙΟ

Ενα χταπόδι που έχει να πει πολλά

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΛΕΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ
Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια
εκδ. Πατάκη, σελ. 180


Μετά τη βασανιστική σχέση με το φαγητό, τα δεινά της οικιακής καθημερινότητας και το άχθος των γηρατειών, η Ελένη Γιαννακάκη συνεχίζει να ιχνογραφεί τον Γολγοθά της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο πέμπτο έργο της Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια καταπιάνεται με τη δύσκολη εμπειρία της μητρότητας – στέρηση της προσωπικής ζωής, αγώνας προστασίας, αγωνία μέχρι υστερίας και στο τέλος σαρκοβόρος μοναξιά. Ανεξάντλητη στην ευρηματικότητά της, αυτή τη φορά η πεζογράφος μετέφερε τους ήρωές της στο θαλάσσιο βασίλειο. Κεντρική φιγούρα αποτελεί ένα μαλάκιο, ένα χταπόδι, μια Οκτάβια που απομονωμένη μέσα στο θαλάμι της φροντίζει τα αυγά-παιδιά της μέχρι να εκκολαφθούν και τα μικρά να πάρουν τον δρόμο τους.

Η πρωτότυπη επινοητική σύλληψη επιτρέπει στη Γιαννακάκη να δημιουργήσει ένταση, να αναπτύξει βάθος, να μπολιάσει το κείμενο με πολλή ειρωνεία. Το χταπόδι, εξηγεί στο επίμετρο, θεωρείται από τα πιο έξυπνα ζώα της θάλασσας. Εχει τρεις καρδιές και 10.000 περισσότερα γονίδια απ’ τον άνθρωπο, ενώ τα πλοκάμια του λειτουργούν αυτόνομα χωρίς να παίρνουν εντολή απ’ το κεφάλι. Είναι ζώο μοναχικό, επιδίδεται σε κανιβαλισμό και σε περιόδους έλλειψης τροφής μπορεί να φάει ακόμα και τα πλοκάμια του τα οποία αναγεννιούνται. Κατά τη διάρκεια της επώασης το θηλυκό δεν εγκαταλείπει το θαλάμι, απέχει απ’ το φαγητό και μετά την εκκόλαψη πεθαίνει έχοντας χάσει το ένα τρίτο του βάρους του.

Με το ισχυρότατο γλωσσικό της ένστικτο, η πεζογράφος δημιουργεί ένα μυθιστόρημα (ή μήπως νουβέλα;) που αποτελείται από εννιά μονολόγους – μιλούν το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια του χταποδιού, άλλοτε στο πρώτο και άλλοτε στο τρίτο πρόσωπο. Πλάθει έτσι μια ομάδα, μια κοινότητα, μια κοινωνία διαφορετικών φωνών. Και ταυτόχρονα προσφέρει μιαν ερμηνευτική πρόταση για το ακατανόητο, αντιφατικό, αινιγματικό εγώ παρουσιάζοντάς το ως πολυμερή δέσμη από τμήματα που είτε δεν συγκοινωνούν είτε αντιμάχονται μεταξύ τους. Το ένα μέσα στην πολλαπλότητα, οι πολλοί μέσα στην κοινότητα, σε σχέσεις τρυφερότητας και σύγκρουσης – δεν λέμε συχνά πως τρώμε τα σωθικά μας; Κι έπειτα η θάλασσα, το νερό, ο κόσμος μέσα στον οποίο γεννιέται η ζωή – οι απαρχές της έμβιας περιπέτειας. Με τον ρυθμό των διαδοχικών μονολόγων, η συγγραφέας κατόρθωσε να αναπλάσει τον κυματισμό του νερού, να αναπαραστήσει την κοσμική κίνηση, να δημιουργήσει τον χτύπο απ’ το πέρασμα του χρόνου.

Εχοντας υποβάλει την αίσθηση του περιβάλλοντος όπου γεννιέται η ζωή – από εκεί και πέρα τα πάντα εξελίσσονται με τον πλέον πειστικό τρόπο. Ανελέητη και ταυτόχρονα προστατευτική, εγωίστρια και συγχρόνως δοτική, παντοδύναμη και μαζί κουρασμένη, η Οκτάβια εξιστορεί τη ζωή της. Τα γλέντια συνυπάρχουν με τη φονική βαρβαρότητα (χωρίς μάλιστα την εξεικόνιση άγριων σκηνών), η κοινή δράση με την αυταρχική επιβολή, ο φόβος με την αποκοτιά, η υπεράσπιση του εγώ με την ενοχή. Η ζωή κάνει τον κύκλο της – γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, ζούμε τις τρέλες της νεότητας, ασκούμε και υποκύπτουμε στη σαγήνη, στήνουμε το σπιτικό μας, γονιμοποιούμε και γονιμοποιούμαστε, τεκνοποιούμε. Ο βίος κυλά ανάμεσα σε αντίζηλους, φίλους, συζύγους, εραστές και παιδιά, γεμάτος ανταγωνισμούς, συγκρούσεις και θανάσιμους κινδύνους. Και από όλα αυτά μένει μια αφήγηση – γεγονότα, εξιστορήσεις, περιπέτειες και στοχασμός και στο τέλος τέλος η φθορά, το κενό και μια αναπόδραστη μελαγχολία. Αλλά και εκπλήξεις. Με μια έντεχνη αντιστροφή, η αφήγηση δημιουργεί έναν αντικατοπτρισμό. Τι παράδοξη (αλλά και διεστραμμένη) που είναι η ζωή! Είμαστε όντως άνθρωποι που παρομοιάζουμε τον βίο μας με εκείνον του ζωικού βασιλείου, ή μήπως είμαστε πράγματι μαλάκια που κάποια στιγμή απλώς ονειρευτήκαμε την ανθρώπινη υπόστασή μας;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ