ΜΟΥΣΙΚΗ

Μανώλης Χιώτης: Ο άρχοντας του λαϊκού τραγουδιού

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Μανώλης Χιώτης και Μαίρη Λίντα, την εποχή της μεγάλης επιτυχίας τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν ένας αληθινός κοσμοπολίτης του λαϊκού μας τραγουδιού. Αφομοίωσε με περισσότερη φαντασία και τόλμη από κάθε άλλον στοιχεία από διαφορετικές παραδόσεις, όπως η λάτιν, ακόμη και το τσιγγάνικο σουίνγκ. Αυτό, όμως, δεν μείωσε καθόλου τον προσωπικό του ήχο, τον γεμάτο από γενναιόδωρη μελωδικότητα και αίσθημα.

Μισός αιώνας συμπληρώνεται σήμερα από τον θάνατο του Μανώλη Χιώτη, στις 21 Μαρτίου 1970 (συμπίπτει με την ημέρα γέννησής του), και τα τραγούδια του είναι επίκαιρα όσο ποτέ. Imam Baildi, Gadjo Dilo, The Circle Orchestra, Kontrabando Ensemble, Les Au Revoir, Πέννυ Μπαλτατζή, καθώς και δεξιοτέχνες σολίστ, όπως ο Δημήτρης Μυστακίδης, είναι ορισμένοι από τους καλλιτέχνες που διασκευάζουν επιτυχίες του.

Αριστοτέχνης του μπουζουκιού, ο Χιώτης καινοτόμησε προσθέτοντας στο όργανο μία επιπλέον χορδή, δημιουργώντας έτσι το «τετράχορδο μπουζούκι». Ακόμη κι αν αυτό σόκαρε τους καθαρολόγους του λαϊκού ήχου, όλοι εξακολουθούσαν να τον σέβονται ως έναν από τους κορυφαίους. Αν θέλετε να ανακαλύψετε ποιος αληθινά ήταν ο Χιώτης, θα πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο του Αντώνη Κασίτα «Μανώλης Χιώτης: Ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι» (εκδόσεις ΚΨΜ) και να δείτε το ομότιτλο ντοκιμαντέρ που το συνοδεύει.


Από αριστερά, η Tζέιν Μάνσφιλντ, ο Δημήτρης Ευσταθίου, η Μαίρη Λίντα και ο Μανώλης Χιώτης.

Μια σκηνοθετική απόπειρα του συγγραφέα, με συνεργάτες τον Πάνο Γεραμάνη και την Μπέλλα Μηλοπούλου, παρουσιάστηκε το 2004 στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης. Ο Χιώτης γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1921 στη σημερινή Σταυρούπολη και μεγάλωσε  στις προσφυγογειτονιές της Πρόνοιας Ναυπλίου. Γονείς του ήταν ο Διαμαντής Χιώτης, βαρύμαγκας της εποχής από το Λεωνίδιο Κυνουρίας, και η Μαρία από το Ανάπλι. Εφηβος στο Ναύπλιο, έπαιρνε ένα ξύλο, έβαζε πάνω του σύρματα από καλώδια τηλεφώνου και προσπαθούσε να παίξει νότες. Γράφεται στο ωδείο της πόλης και μαθαίνει βιολί. Το 1935, στην Αθήνα πια, 15 ετών, κάνει τις πρώτες αθηναϊκές εμφανίσεις στο καφενείο του πατέρα του, «Τα παγώνια», στη Ζήνωνος.

Ομως, εκείνος που τον διαμόρφωσε μουσικά ήταν ο Στέφανος Σπιτάμπελος, ο πρώτος, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «που είχε αρχίσει να ψάχνει για να τροποποιήσει το μπουζούκι και να το κάνει τετράχορδο». Είκοσι χρόνια μετά, το κατάφερε ο Χιώτης. Γρήγορα γνωρίζεται με το βαρύ πυροβολικό (Βαμβακάρη, Μπαγιαντέρα, Παγιουμτζή, Γενίτσαρη) και αφήνει το βιολί για το μπουζούκι. Το 1936 κάνει την πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση σε δυο τραγούδια του Μπαγιαντέρα. Η φήμη του εξαπλώνεται με ταχύτητα.


Ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαρία Κάλλας.

Στην Columbia προσλαμβάνεται ως μουσικός και συμμετέχει, από τα 15 του κιόλας, σε ηχογραφήσεις πολλών συνθετών, ενώ το 1938 εμφανίζεται ως συνθέτης δίπλα στον μέντορά του. Οταν οι δυνάμεις Κατοχής κλείνουν την Columbia, ο νεαρός Χιώτης τριγυρνά από ταβέρνα σε ταβέρνα για λίγο ψωμί. Ετσι τον συναντά ο κιθαρίστας Γιάννης Δέδες και γίνονται φίλοι. «Ηταν ένας άνθρωπος που στη δουλειά και στις πρόβες ήταν πολύ αυστηρός. Σαχλαμάρες και πλάκες δεν σήκωνε με τίποτα όταν δουλεύαμε, γιατί και ο ίδιος δούλευε πολύ σκληρά».

Μετά τον πόλεμο

Το 1946, λίγο πριν ξεσπάσει ο Εμφύλιος, τα τραγούδια του Χιώτη ακολουθούν το βαρύ κλίμα της εποχής. Ο κόσμος, όμως, ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή. Το 1948 εμφανίζεται στην ταινία του Νίκου Τσιφόρου «Χαμένοι άγγελοι», όπου ακούγεται το τραγούδι του «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», το οποίο και αρέσει στο κοινό. Το άστρο του αρχίζει να λάμπει. Παντρεύεται τη Ζωή Νάχη και αποκτούν δύο παιδιά. Εκείνο τον καιρό ξεπροβάλλει μια πιτσιρίκα με τσαγανό, η Μαρία Δημητροπούλου. Μαίρη Λίντα τη «βάφτισε» στο «Αλκαζάρ» ο Ορέστης Λάσκος. Οταν συναντιούνται με τον Χιώτη στο Pigal’s, εκείνος γοητεύεται από τη φωνή της και ύστερα από λίγα χρόνια γίνονται ζευγάρι στη σκηνή και στη ζωή, παρά τα 18 χρόνια που τους χωρίζουν. Ο κινηματογράφος θα τους λατρέψει. «Ηταν καταπληκτικός στους αυτοσχεδιασμούς, μα το καταπληκτικότερο ήταν ότι θυμόταν πολύ καλά τι είχε παίξει όταν το πλάνο ήταν γενικό και έπρεπε να κάνουμε και κάποια κοντινά πλάνα – και φυσικά, έπαιζε το ίδιο ακριβώς κομμάτι, με τις ίδιες νότες», αφηγείται ο Γιάννης Δαλιανίδης.

Επιδιώκοντας μουσικές εκτελέσεις σε ταχύτερους ρυθμούς, μετατρέπει το τετράχορδο μπουζούκι σε οκτάχορδο, προκαλώντας μουσικό εμφύλιο. «Απειλές, πιστόλια και μαχαίρια βγήκαν για να ξεπλύνουν την “ντροπή”», γράφει ο Κασίτας και μεταφέρει μια ωραία συζήτηση με τον γιο του Ζοζέφ Τερζιβασιάν, τον Λάζαρο, ο οποίος συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση της κατασκευής μουσικών οργάνων. «Προσπαθούσαν να φτιάξουν ένα όργανο που να κουρδίζεται όπως η κιθάρα, να έχει όμως το κουβούκλιο του μπουζουκιού. Ενώ το τρίχορδο μπουζούκι κουρδίζεται ρε - λα - ρε, αυτοί, βάζοντάς του άλλη μία χορδή, το κούρδιζαν μι - σι - σολ - ρε, ήταν δηλαδή μια κουτσή κιθάρα». Αλλά οι χορδές έσπαγαν. Τότε, το κούρδισαν σε έναν τόνο χαμηλότερα ρε - λα - φα - ντο, κόντυναν και λίγο το μάνικο...


Ο Μανώλης Χιώτης με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Πρώιμος «έντεχνος»

Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του Χιώτη στη δημιουργία του «Επιτάφιου». Ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται: «Ηταν για μένα ένα όνειρο να μπορέσω να συνεργαστώ μαζί του. Γνωριστήκαμε με τον Χιώτη στο μικρό στούντιο που είχε στην οδό Λυκούργου η εταιρεία του Λαμπρόπουλου». Ηταν ιδιοφυΐα, περιγράφει, μέγας δεξιοτέχνης, «μου ’κανε εντύπωση πώς αλλάζαμε τους τόνους, από μι ματζόρε, αμέσως ρε ματζόρε, αμέσως ή τα ακόρντα, και είχε μια τεράστια ευχέρεια στους αυτοσχεδιασμούς, αλλά όταν έμπαινε στο στούντιο ήταν ακριβής σαν ένας μετρονόμος». Το δέσιμό τους αναλύει ο καθηγητής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών Αλκης Ρήγας, σημειώνοντας ότι έδωσε τη δυνατότητα στον Χιώτη να καθοδηγήσει στο άνοιγμα αυτού που λέμε πια «έντεχνο λαϊκό τραγούδι». 

Τη δεκαετία του ’60, λαός και Κολωνάκι μαγεύονται από τον κοσμοπολίτη δεξιοτέχνη που φθάνει μέχρι τον Λευκό Οίκο, με πρόεδρο, τότε, τον Λίντον Τζόνσον. Σε ένα από τα ταξίδια των Χιώτη - Λίντα στην Αμερική, το ζευγάρι χωρίζει. Η επιστροφή του στην Ελλάδα δεν είναι ειδυλλιακή. Το 1968 παντρεύεται την Μπέμπα Κυριακίδου, εργάζονται μαζί, αλλά η χουντική αισθητική έχει κυριαρχήσει. Ο «αριστοκράτης του μπουζουκιού», όπως τον χαρακτήρισε εύστοχα ο ομότεχνός του Κώστας Παπαδόπουλος, έφυγε στα 49 του χρόνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ