ΠΟΛΗ

Ρέκβιεμ για την Αθήνα του ανατέλλοντος αύριο

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το πολυκατάστημα του Κατράντζου, Σταδίου και Αιόλου, σύμβολο μιας άλλης πίστης στη ζωή. Πυρπολήθηκε το 1980.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σε ένα κουτί με φωτογραφίες, γνέφει το αύριο όπως το φαντασιώθηκαν κάποιοι άλλοι. Στρώσεις βλεμμάτων, το ένα πάνω στο άλλο και κάπου εκεί, σε μια ρωγμή της στιγμής, συνειδητοποιείς τους ατελεύτητους κύκλους του χρόνου. Μέσα στην ιστορία της πόλης ανοίγεται πλέον και αυτό το νέο κεφάλαιο του εγκλεισμού, που, στο μέλλον, ανάλογα με τη διάρκεια και την έντασή του, θα είναι ένα νέο ψυχικό ορόσημο για την κατανόηση της Αθήνας, ένα ορόσημο που θα αδυνατίσει περιστασιακά ή μόνιμα κάποια προηγούμενα ορόσημα του χρόνου.

Να, σαν αυτό που βλέπω τόση ώρα και νομίζω πως ανήκει σε άλλη πόλη, πως το γέννησε μια άλλη κοινωνία. Είναι απλώς ένα πολυκατάστημα στα Χαυτεία, ένα κτίριο, μάλλον μπρουτάλ, αλλά πόσο αποφασισμένο να είναι αυτό που είναι. Να δείχνει και να είναι κραταιό. Η παλιά φωτογραφία του Κατράντζου της δεκαετίας του ’70 έγινε έξαφνα μία δήλωση του χρόνου, την ίδια στιγμή που αχνές αναμνήσεις εκείνης της γωνίας περνούσαν σαν φιλμ, ασπρόμαυρο σίγουρα, και ίσως θαμπό και ξεθωριασμένο.

Σε αυτό το χρονικό τέλμα της ιστορίας της πόλης όπου ζούμε αυτήν την περίοδο και το οποίο θα γεννήσει ιστορίες, τέχνη, γκράφικ νόβελ, ονόματα νέων γενεών και τάσεων, όπως και τη δική του υποκουλτούρα, αλλά και την ανάγκη ιστορικής σηματοδότησής του, στέκεται κανείς στοχαστικός απέναντι όχι μόνο σε όσα πέρασαν αλλά απέναντι και στο ψυχικό κλίμα που τα γέννησε. Να έχεις συνείδηση της ιστορικής διάστασης όσων ζεις είναι κάτι βαρύ όσο και υψηλό, σε προικίζει, βεβαίως, και με τη δύναμη εκείνη που χρειάζεται για να πας πίσω στον χρόνο και να νιώσεις τη θερμοκρασία ενός άλλου κλίματος.

Αυτή η καμπύλη των ημερών μάς κρατάει σε απόσταση από όποια εκδοχή του παρελθόντος εκθείαζε την ιδέα του αύριο. Ο φετιχισμός του μέλλοντος κράτησε για δεκαετίες και κοιτώντας τις φωτογραφίες των πυρπολημένων πολυκαταστημάτων της Αθήνας το 1980 και 1981, αισθάνομαι τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια, ότι ήταν –αυτές οι τρομοκρατικές επιθέσεις– ένας προάγγελος τέλους μιας εποχής που πίστευε διαρκώς στο αύριο, με εμμονή. Υπάρχει μια αθωότητα στον τρόπο που τα χρόνια μετά τον πόλεμο, ας πούμε από το ’50 ώς το ’80, ασχέτως τραγικών συγκυριών και πολιτικών ανωμαλιών, ερωτεύτηκαν το αύριο. Υπήρχε μια έλξη. Μια ανοδική κλίμαξ.

Αυτό ήταν ένα τοπίο ψυχικό, που στην Ελλάδα διατηρήθηκε ώς τα πρώτα χρόνια του νέου καταναλωτισμού μετά το 1980. Κοιτάω την πρόσοψη από αλουμίνιο του Κατράντζου, Σταδίου και Αιόλου, και με τα σημερινά μάτια το βλέπω ως ένα μνημείο εκείνου του μαζικού τρόπου να βλέπει κανείς ένα άγραφο μέλλον. Υπήρχε μαζικότητα και τραχύτητα σε εκείνες τις εμπορικές προσόψεις που συνόψισαν εκείνο το αίσθημα. Δεν υπήρχε η αστική καλλιγραφία της μπελ επόκ, ούτε ο κομψός μοντερνισμός του ’50. Υπήρχε η γλώσσα της σκληρής αγοράς και του ευρύτατου μέσου όρου, ικανού να περιλάβει τα στρώματα τα λεγόμενα λαϊκά και τους μεσοαστούς των διαμερισμάτων στις συνοικίες και στις λεωφόρους. Υπήρχε ένας εξισωτικός εκδημοκρατισμός και μια λαϊκότητα, με έναν τρόπο, εξισορροπιστική. Εκφραζόταν σε αυτούς τους ναούς της πρώιμης κατανάλωσης, ως δηλώσεις πίστης, ως πιστοποιητικά κατάφασης.

Αυτή η κατάφαση στη ζωή λιμνάζει γύρω από αυτές τις παλιές φωτογραφίες των πυρπολημένων καταστημάτων του ’80 και έτσι όπως τις είδα, αυτές εδώ τις μέρες τις τόσο απόκοσμες και άγριες, μου φάνηκε, αυτή η κατάφαση, τόσο ξένη, τόσο επιθυμητή. Θα επιθυμήσουμε, επιθυμούμε, ήδη, μια κοινωνία σε συμβίωση. Αυτή τη συμβίωση, αυτή τη χαρά που αναχαιτίζεται. Η πόλη ορίζει τη ζωή της σε κύκλους. Και ο εαυτός διαστέλλεται για να κατανοήσει.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη