ΒΙΒΛΙΟ

Ο τρόπος να νικήσουμε τον φόβο

Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

Ο Αχιλλέας επιδεικνύει το πτώμα του Εκτορα στα πόδια του Πατρόκλου. Πίνακας που ο Γάλλος ζωγράφος και πορτρετίστας Ζαν Ζοζέφ Τεγιασόν φιλοτέχνησε το 1769. Krannert Art Museum, Ιλινόι, ΗΠΑ.

Οι ταυρομάχοι υποστηρίζουν ότι για να απαλλαγείς από τον φόβο, υπάρχει μία μόνο λύση: να χρησιμοποιείς τον ίδιο τον φόβο, εμπνέοντας φόβο στον φόβο.

Για έναν που δεν έχει γνώση του θέματος, κάτι τέτοιο μπορεί να φαντάζει σαν τα ηχηρά παράδοξα στα οποία παραδίδονται άνθρωποι που έκαναν λόγο ύπαρξης μια συγκεκριμένη ηθική-αισθητική στάση. Στη θεωρία υπάρχει κάποια αλήθεια: όποιος θέλει να γίνει ταυρομάχος, πρέπει να ενσαρκώνει μια υπαρξιακή στάση που έχει μια εσωτερική και μια εξωτερική πλευρά άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ένα ηθικό πλέγμα υπό την ονομασία torerι ΄a. Ωστόσο, όταν ο μη ειδικός μιλάει γι’ αυτή την ηθική-αισθητική στάση, γενικά αναφέρεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό: στην αλαζονεία και στο θράσος που το φολκλόρ με τις καστανιέτες, βεντάλιες και κιθαρίτσες αποδίδει στην τόσο στερεότυπη –όσο και επιφανειακή και απατηλή– εικόνα του ταυρομάχου. Μα ο ταυρομάχος δεν είναι αλαζονικός μπροστά στον φόβο. Δεν τον υποτιμάει. Ούτε προσποιείται πως δεν τον αισθάνεται. Τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα.

Για να το εξηγήσουμε κάπως απλά και πιο γενικά, ας ανατρέξουμε στην ετυμολογία του όρου. Το ιταλικό θηλυκό ουσιαστικό paura προέρχεται από το λατινικό pavor που σημαίνει «πανικός», «άγχος», «αγωνία». Το pavor με τη σειρά του ανάγεται στο αρχαίο ελληνικό ρήμα παίω που, όπως το ινδοευρωπαϊκό pat-, δηλώνει την πράξη του χτυπήματος. Οποιος δέχεται χτύπημα, είναι σαστισμένος, έντρομος (paveo στα λατινικά). Για να αντιμετωπίσουμε τον πανικό, προφανώς υπάρχει ένας μόνο δρόμος, που δεν έχει σχέση με τη φυγή. Είναι αδύνατον να ξεφύγουμε απ’ ό,τι μας πλήττει μέσα μας, αλλά μπορούμε να το χτυπήσουμε. Και για να το χτυπήσουμε, πρέπει να το βιώσουμε. Ο φόβος νικιέται εμπνέοντάς του φόβο.

Γνωρίζω καλά ότι αυτή η σύντομη ετυμολογική συζήτηση μπορεί να σας αφήσει άναυδους και απογοητευμένους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αξίζουν μόνο τα παραδείγματα. Θα ανατρέξω, λοιπόν, στο πιο αρχαίο παγκόσμιο παράδειγμα, που επίσης είναι το ωραιότερο σε λογοτεχνικό και ανθρώπινο επίπεδο. Εντοπίζεται στο έργο που αποτελεί την απαρχή της δυτικής λογοτεχνίας: πρόκειται για τον φόβο του Εκτορα στην «Ιλιάδα». 

Ολοι γνωρίζουν την ιστορία. Ο Εκτορας είναι ο σπουδαίος Τρώας ήρωας, γιος του βασιλιά Πριάμου, αδελφός του άνανδρου Πάρη που αποπλάνησε την Ελένη της Σπάρτης, προκαλώντας έτσι τον πόλεμο. Εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια οι Αχαιοί, με αρχηγό τον Αγαμέμνονα, βρίσκονται έξω από τις πύλες της Τροίας. Πρόκειται για μια διαρκή πολιορκία, από την οποία η «Ιλιάδα» αφηγείται περίπου πενήντα μέρες, όταν ο Αχιλλέας φιλονικεί με τον Αγαμέμνονα, σταματάει να πολεμάει, κι έπειτα αναγκάζεται να ξαναπάρει τα όπλα για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου και συντρόφου Πατρόκλου, τον οποίο σκότωσε ο Εκτορας. Η σύγκρουση Αχιλλέα και Εκτορα είναι ένα από τα διαμάντια του έπους. Και ξεκινάει με τον φόβο, τον μεγάλο φόβο του Εκτορα.     

Λόγω κάποιων περιστάσεων, όλοι οι Τρώες επέστρεψαν στην πόλη όπου τους προστατεύουν οι Σκαιές Πύλες. Μόνο ο Εκτορας έμεινε έξω, καθώς ο Αχιλλέας φτάνει σαν θηρίο διψασμένο για αίμα. Μα η σύγκρουση δεν είναι αναπότρεπτη. Ο Εκτορας θα μπορούσε να επιστρέψει. Είχε όλον τον χρόνο για να το κάνει, και τόσο ο Πρίαμος όσο και η μητέρα του η Εκάβη τον ικετεύουν. Οντως, ο Πρίαμος ψηλά από τα τείχη είδε τον Αχιλλέα να φτάνει σαν το Σκυλί του Ωρίωνα, τον Σείριο, το δυσοίωνο θερινό άστρο που λάμπει εκτυφλωτικά κι ωστόσο φέρνει συμφορές, αφού προβάλλει στον ουρανό όταν ο πυρετός βασανίζει τους «ταλαίπωρους θνητούς». Ξέρει συνεπώς ότι είναι λίγες οι πιθανότητες για τον Εκτορα. Αντιθέτως, η Εκάβη δεν ξέρει, αλλά ως μητέρα αισθάνεται. Τότε όχι μόνο κραυγάζει, αλλά δείχνει μέχρι και το στήθος της που θήλασε τον Εκτορα μικρό, ώστε να τον πείσει να γυρίσει στην προστασία του κόρφου της. Ο Εκτορας, όμως, δεν ακούει κανέναν, ούτε τους γονείς του.


Ο Matteo Nucci (Ρώμη, 1970) έκανε κλασικές σπουδές, έχει εκδώσει δοκίμια για τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, ενώ μετέφρασε και επιμελήθηκε μια νέα έκδοση του πλατωνικού «Συμποσίου» (Einaudi, 2009). Εχει γράψει τα μυθιστορήματα «Sono comuni le cose degli amici» (φιναλίστ για το βραβείο Strega 2010), «Il toro non sbaglia mai» (2011), «Ε ΄ giusto obbedire alla notte» (υποψήφιο για το βραβείο Strega 2017), που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ponte alle Grazie. Διηγήματά του περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ τα άρθρα και τα ταξιδιωτικά του ρεπορτάζ δημοσιεύονται στο εβδομαδιαίο περιοδικό il venerdι ΄της εφημερίδας la Repubblica. 

Οι ομηρικοί αοιδοί δεν μας δείχνουν έναν άνδρα γεμάτο βεβαιότητα. Κάθε άλλο. Μας δείχνουν έναν άνδρα κυριευμένο από τον μεγαλύτερο φόβο, ήτοι τον φόβο του θανάτου. Ωστόσο, είναι αμετάπειστος στη θέληση να αναμετρηθεί μόνο με τον εαυτό του, κι έτσι ακολουθεί ένας εσωτερικός διάλογος όπου ο Εκτορας κάνει ερωτήσεις και δίνει απαντήσεις. Με αυτόν τον τρόπο δίνει τις απαντήσεις που αναζητούμε.

Ιδού τα λόγια του («Ιλιάδα», Χ 99-130):
«Μαύρη μου ώρα: αν τώρα εγώ διαβώ τις πύλες και χωθώ
στο κάστρο, ο Πολυδάμας πρώτος θα βγει να με κατηγορήσει,
που χθες επέμεινε τους Τρώες στην πόλη να τους οδηγήσω,
αυτή τη νύχτα την καταραμένη, που ο θείος Αχιλλέας βρίσκεται
ξανά στο πόδι. όμως εγώ δεν θέλησα να τον ακούσω, πράγμα
πολύ πιο φρόνιμο.
Τώρα που χάλασα λαό ολόκληρο από δικό μου λάθος,
τους Τρώες ντρέπομαι και τις ελικοβλέφαρες Τρωάδες,
μήπως κάποιος χειρότερός μου βγει και πει:
“Ο Εκτωρ, με το θράσος του, αφάνισε έναν λαό.”
Αυτά θα πουν, οπότε το συμφέρον μού επιβάλλει
να βγω αντιμέτωπος στον Αχιλλέα. κι είτε να τον σκοτώσω εγώ,
προτού νοστήσω, είτε απ’ το χέρι του να πέσω μπρος στην πόλη,
σώζοντας την τιμή και την υπόληψή μου.
Αν πάλι αντίθετα αφήσω κάτω την αφαλωτή μου ασπίδα,
αν βγάλω το βαρύ μου κράνος, αν στήριζα σ’ αυτό το τείχος,
το κοντάρι μου, αν πήγαινα άοπλος μπροστά στον άψογο Αχιλλέα,
να του υποσχεθώ και την Ελένη και το βιος της, όλα της
τα μαλάματα που φόρτωσε ο Αλέξανδρος στο κοίλο του καράβι,
και τα ’φερε στην Τροία εδώ –ήταν αυτή η αρχή της διαφοράς μας–,
αν πίσω τα ’δινα αυτά στους δύο Ατρείδες, κι άλλα επιπλέον
μοίραζα στους Αργίτες, όσα κατέχει η πόλη αυτή, αν έβαζα
να πάρουν όρκο οι γέροντες των Τρώων πως τίποτα
δεν θ’ αποκρύψουν, πως όλα ισόμοιρα θα μπουν στη μέση
τα πλούτη που φυλάει στα τείχη της η ωραία μας πόλη...
αλλά γιατί παιδεύεται με τέτοια τώρα ο νους μου;
Μήπως εγώ πάω ικετεύοντας, εκείνος όμως δεν μου δείξει
λύπηση και σέβας, αλλά γυμνό με σφάξει, σαν να ’μουνα
γυναίκα, έτσι που μόνος μου παράτησα τα όπλα.
Καιρός όμως δεν είναι για γλυκόλογα του ανέμου,
σαν τα ερωτόλογα που συναλλάζουν μεταξύ τους κοπέλα
με κοπέλι, κόρη μ’ αγόρι.
Το πιο σωστό, μιαν ώρα αρχύτερα, να βγούμε οι δυο
αντιμέτωποι, να δούμε ο Δίας τη νίκη σε ποιον θα τη χαρίσει».

Πρώτα απ’ όλα ο Εκτορας αναμετριέται με την ντροπή του. Εσφαλλε και το ξέρει. Φαντάζεται ότι θα γελοιοποιηθεί, αν φύγει. Γενικά οι μελετητές πιστεύουν ότι εδώ υπερισχύει μια χαμένη για εμάς νοοτροπία, εκείνη η ηρωική, η αρχαϊκή, όπου περισσότερο από καθετί αξίζει η υπόληψη, δηλαδή η γνώμη που οι άλλοι έχουν για εμάς.

Πρόκειται όντως για μεταϊστορικά ζητήματα. Η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που μας βάζει μπροστά στον εσωτερικό κόσμο και στην «αλήθεια» μας, που μας ωθεί να κατανοήσουμε μόνοι μας τι είναι σωστό και τι λάθος. Αυτή η πλευρά της ντροπής είναι ελάχιστα εμφανής στην ιταλική γλώσσα, μιας και χρησιμοποιούμε τον όρο μόνο για να δηλώσουμε το αρνητικό αίσθημα, αλλά οι Ισπανοί την αναγνωρίζουν αμέσως: αυτός που διαθέτει vergüenza είναι ο ευγενής, αξιοπρεπής άνθρωπος, δηλαδή όποιος ξέρει να ντρέπεται για τις πράξεις του δημοσίως ή κατά μόνας, και γι’ αυτό σκοπεύει να μην τις επαναλάβει. Είναι ο άνθρωπος που αναμετριέται συνεχώς με τον εαυτό του. Στα ιταλικά μια αμυδρή απήχηση αυτού του συλλογισμού βρίσκεται, αντιθέτως, στη χρήση της λέξης svergognato, που σημαίνει «αδιάντροπος»: αυτός που δεν διαθέτει την αίσθηση της ντροπής, την ευγενή αίσθηση του να πραγματώνει την εσώτερη φύση του.     

Πιο ενδιαφέρον είναι το δεύτερο μισό του εσωτερικού διαλόγου του Εκτορα, όπου εξετάζει την πιθανότητα να έρθει σε συμφωνία με τον Αχιλλέα, προσφέροντάς του μια δυνατότητα ειρήνης. Αν η φυγή είναι αδύνατη, μήπως αυτή θα ήταν η λύση για να αποφύγει τη σύγκρουση και να ξεπεράσει τον φόβο, ο οποίος κάνει τον Τρώα ήρωα να τρέμει; Η απάντηση είναι μια ρητορική ερώτηση: τι μου λέει όμως η καρδιά μου; Ανώφελο να σκέφτεται έτσι. Ο Αχιλλέας δεν θα δεχθεί. Αλλά ακόμη και αν δεχόταν; Ποιος θα μπορούσε να πει τι θα κάνει; Εδώ ο Εκτορας αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να βασιστεί σε κάτι που δεν ορίζει ο ίδιος. Ολα όσα του είναι ξένα –άνθρωποι και πράγματα– δεν εμπίπτουν στον έλεγχό του. Δεν μπορεί να εμπιστευθεί το ενδεχόμενο ούτε την αστάθεια. Επομένως, πηγαίνει προς την πρόκληση. Και τελικά νικάει τον φόβο.     

Πώς έτρεψε σε φυγή τον φόβο που τον πανικόβαλλε και του προξενούσε αβεβαιότητα; Με τον φόβο να μην εκπληρώσει την εσώτερη σκέψη του, βασιζόμενος σε ό,τι ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Αυτός ο αληθινός φόβος πρέπει να υπερισχύει. Αυτός ο φόβος τρέπει σε φυγή τον φόβο της αποτυχίας που τον εμπόδιζε να κοιτάξει ξεκάθαρα την πρόκληση.

Σε όποιον πρέπει να αντιμετωπίσει τον μεγαλύτερο φόβο, ο Εκτορας, όπως κάθε σπουδαίος ταυρομάχος, λέει ένα μόνο πράγμα: ότι πρέπει να υποστούμε, να νιώσουμε, να βιώσουμε οποιονδήποτε φόβο έρχεται απέξω, από το άγνωστο, το ανεξέλεγκτο. Μόνο αν τον βιώσουμε, θα είναι εφικτό να τον αναπροσαρμόσουμε, συγκρίνοντάς τον με τον φόβο ότι δεν είμαστε εμείς που επιλέγουμε, δεν είμαστε εμείς που βιώνουμε τη ντροπή, δεν είμαστε εμείς που επαφιέμεθα στην καρδιά μας και τρέχουμε μπροστά, ό,τι και αν γίνει.

Η τελευταία λέξη του Εκτορα είναι ακριβώς αυτή: «Να δούμε ο Δίας τη νίκη σε ποιον θα τη χαρίσει». Ας γίνει ό,τι είναι να γίνει. Οι θεοί θα αποφασίσουν ποιος αξίζει να νικήσει στη σύγκρουση. Πράγμα που σημαίνει ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από παράγοντες που δεν είναι στο χέρι μας. Μα εκείνο που είναι στο χέρι μας, πρέπει να παραμείνει στο χέρι μας. Μόλις νικηθεί ο φόβος της αποτυχίας, θα συμβεί ό,τι είναι να συμβεί.

Είναι δύσκολες οι εποχές που ζούμε. Εποχές φόβων που έρχονται από μακριά. Από το άγνωστο. Ο Ομηρος, όμως, μας προσφέρει το κλειδί. Ο φόβος βιώνεται και, μόνο αν βιωθεί, τρέπεται πράγματι σε φυγή.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ