Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

H διαρκής επινόηση του εαυτού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Ο ιδιαίτερα δημοφιλής και στην Ελλάδα Ισραηλινός στοχαστής και συγγραφέας Γιουβάλ-Νοά Χαράρι έδωσε πριν από λίγους μήνες μια πολύ ωραία συνέντευξη στην «Κ» και στον Ηλία Μαγκλίνη (3/12/2019). Προφητικός, όπως αποδεικνύεται στα βιβλία του, με την ευστοχία της σκέψης, της παρατήρησης, την ακρίβεια και διεισδυτικότητα της έκφρασής του. Πριν από λίγες ημέρες μάλιστα δημοσιεύθηκε και ένα κείμενό του στους Financial Times, με τίτλο «Ο κόσμος μετά τον κορωνοϊό», το οποίο συζητήθηκε ευρέως.

Από εκείνη τη συνέντευξη, του Δεκεμβρίου, αντιγράφω ένα εκτενές απόσπασμα: «Γύρω στο 2050, αυτό το παραδοσιακό μοντέλο (σ.σ.: μιας στέρεης ταυτότητας και συγκεκριμένων επαγγελματικών δεξιοτήτων) θα έχει εκλείψει και ο μοναδικός τρόπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να παραμείνει στο παιχνίδι θα είναι να συνεχίσει να μαθαίνει διά βίου και να επινοεί εκ νέου τον εαυτό του ξανά και ξανά. Αυτό θα έχει τεράστιες ψυχολογικές δυσκολίες. Η αλλαγή είναι πάντοτε στρεσογόνα και η επινόηση του εαυτού στα 40 σου θα είναι πολύ βαριά για τους περισσότερους. Ακόμα και αν το καταφέρεις, θα μπορέσεις να το ξανακάνεις στα 50 σου; Και ακόμα μία φορά στα 60 σου; Τα περισσότερα από τα υπάρχοντα εκπαιδευτικά συστήματα δεν προετοιμάζουν τους ανθρώπους για μια ρευστή και αγχωτική ζωή. Το πιο σημαντικό στοιχείο με το οποίο πρέπει να διδάσκουμε τα παιδιά μας είναι να χτίζουν την ταυτότητά τους και την προσωπικότητά τους με τέτοιο τρόπο ώστε να υποδέχονται παρά να αντιστέκονται στις μελλοντικές αλλαγές. Στο παρελθόν, η εκπαίδευση έχτιζε ανθρώπινες ταυτότητες με τον τρόπο που χτίζονται τα σπίτια – με βαθιά θεμέλια και στέρεους τοίχους. Τώρα χρειάζεται να χτίζουμε ανθρώπινες ταυτότητες όπως όταν στήνουμε ένα αντίσκηνο, κάτι που μπορείς ανά πάσα στιγμή να ξεστήσεις και να διπλώσεις και μετά να το ξαναστήσεις αλλιώς, κάπου αλλού».

Σκέφτομαι ότι εδώ και λίγο καιρό, αυτές τις εβδομάδες της επιβεβλημένης απομόνωσης, τα σπίτια πρέπει να έχουν γεμίσει «αντίσκηνα». Είναι τέτοια η έκταση αυτής της πανδημίας αβεβαιότητας και ερωτημάτων, που όσο και να θέλουμε να απευθυνθούμε σε επαναλήψεις πεπραγμένων και δεδομένων, η πραγματικότητα της εποχής δεν αφήνει κανένα περιθώριο για επιστροφή. Οι νέοι οδοδείκτες δεν έχουν ακόμη τοποθετηθεί, οι παλιοί έχουν τόσο φθαρεί που πια δεν «διαβάζονται». Ο χρόνος που επιθυμούσαμε, αλλά και την ίδια στιγμή ξορκίζαμε, τώρα προσφέρεται αλλά δεν ξέρουμε και πώς να τον χειριστούμε. Η συνθήκη απαιτεί προετοιμασία για ανασυγκρότηση κυρίως και όχι για αναστοχασμό. Για την ακρίβεια, το πρώτο προϋποθέτει το δεύτερο. Οταν όλοι εργάζονται από το σπίτι και επικοινωνούν μόνο από απόσταση, όταν σχολεία και πανεπιστήμια προσαρμόζονται υποχρεωτικά στη διαδικτυακή εκπαίδευση, ποιος πιστεύει πως την ημέρα που θα ανοίξουμε την πόρτα για να συναντηθούμε με την «κανονικότητα» ο κόσμος εκεί έξω θα είναι αυτός που αφήσαμε; Προφανώς δεν θα είναι διαφορετικοί ούτε οι τόποι ούτε οι άνθρωποι και οι αλλαγές δεν θα επιβληθούν, όλες τουλάχιστον, από τα πρώτα 24ωρα της επανεκκίνησης. Αλλά θα πρόκειται για επανεκκίνηση που θα συμπεριλάβει όσους δεν υστερούν σε περιέργειες μαζί με εκείνους που δεν «αντιστέκονται στις αλλαγές».

Πριν από μερικά χρόνια, καθώς η οικονομική κρίση εξελισσόταν ραγδαία, γράφαμε για την επιτάχυνση των βιωμάτων, για τη φθορά του «παλιού κόσμου», χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε το νέο. Το 2021 έμελλε να αναδείξει τους επιστήμονες, της Υγείας κυρίως, ως τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται, χωρίς υπερβολή, το μέλλον του πλανήτη. Να αντιληφθούμε τι σημαίνει «αριστεία» όχι ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης με ανέξοδες κορώνες και οργισμένες επισημάνσεις από υπερασπιστές και πολέμιους (οι δεύτεροι φαντάζουν πλέον, το λιγότερο, θλιβερά απολιθώματα), αλλά ως ζήτημα ζωής και θανάτου. Η αριστεία όχι ως μεταφυσικό χάρισμα αλλά ως αφοσίωση και συνέπεια στην «επιστήμη» (με ή χωρίς εισαγωγικά) του καθενός.

Και ίσως αυτή η «δέσμευση» να είναι ένα τρόπος διαρκούς «επινόησης του εαυτού». Ενός εαυτού που αποστρέφεται τις βολικές απαντήσεις, δεν θεωρεί τη ρευστότητα εχθρό της αριστείας, παραδέχεται το λάθος του, αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί, θεωρεί τον διπλανό του συνεπιβάτη στο ταξίδι της ζωής κι όχι βαρίδι από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί. 

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ