ΠΟΛΗ

Η μαυρόασπρη Αθήνα της Αννας Βιχ

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η οδός Παλλάδος στου Ψυρρή το έτος 1977 με τον φακό της Αννας Βιχ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Αυτές τις παράδοξες, μουντές, μακριές μέρες που συμπίπτουν με τον ερχομό της άνοιξης, φωτίζονται στις σήραγγες της μνήμης, πρόσωπα που αγάπησαν αυτήν την πόλη. Στους περιπάτους που έκαναν, στη σιωπή που φύλαξαν, στις φωτογραφίες που έδωσαν, χαμηλώνουμε το βλέμμα και διαστέλλουμε αυτό το αίσθημα μιας κοινής χώρας που ορίζεται εκτός γεωγραφίας.

Είναι μέρες τώρα που οι περίπατοί μου γίνονται στη σκέψη και στα βιβλία, στις φωτογραφίες και στα κείμενα, και εκεί, σε αυτήν την άυλη ανασκαφή, συναντώ εκείνα τα ορυχεία μνήμης, καλά καταχωνιασμένα, που σκεπάστηκαν από την ορμή του χρόνου. Στον «Φωταγωγό», αυτήν την ατμοσφαιρική σπηλιά των εκδόσεων Ροδακιό, είχα βρει τις φωτογραφίες της Αννας Βιχ (Anna Wich) σε εκείνον τον εξαίρετο τόμο των εκδόσεων Δόμος με τον επίσης εξαίρετο πρόλογο του Νίκου Φατούρου. Την Αννα Βιχ την είχα στο μυαλό μου σαν μια Γερμανίδα νεράιδα που αγάπησε την Αθήνα στα χρόνια του ’70 και του ’80, με ένα τρόπο πρωτογενή, απλό, απλούστατο, ουσιώδη και απέριττο. Σαν να έπιανε πηλό και να έφτιαχνε ζωή, η Αννα Βιχ ήταν μια τροβαδούρος των δρόμων της Αθήνας.

Στο «Εν Αθήναις… 1977», οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τη βαθιά Αθήνα, από τα σπλάγχνα της πόλης, από το κέντρο αλλά και από τις απόμακρες συνοικίες, εκεί, όπου η ίδια σαν μια αμίλητη σκιά τριγύριζε τα δρομάκια αποζητώντας την αίσθηση της ζωής όπως έλεγε, αφήνουν εκείνη την εντύπωση μιας εξομολόγησης. Κοιτώ τους δρόμους του Ψυρρή, την Παλλάδος, την Αστιγγος, την Πλατεία Κουμουνδούρου, τα στενά της Πλάκας, και είναι 43 χρόνια πίσω, ένας άλλος κόσμος που σήμερα μοιάζει απωθημένος πίσω σε μια θυρίδα ανεξιχνίαστη. Η Αννα Βιχ είναι μια ποιήτρια του δρόμου και νομίζω θα της άρεσε αυτή η ιδιότητα. Αλλωστε, έχει μείνει στεφανωμένη από τις δάφνες όσων έφυγαν νέοι, σαν μια μορφή της Αθήνας, σαν μια χθόνια θεότητα.

Η Αθήνα του 1977, έτσι όπως την είδε αυτό το κορίτσι από τη Φρανκφούρτη, που τη ζωή του είχε κάνει ταινία ο Σταύρος Καπλανίδης, ξετυλίγεται σαν αργόσυρτος σκοπός και είναι φορές που βλέπω τον εαυτό μου σε εκείνα τα δρομάκια με τα παλιά μαγαζιά. Βλέπω τα χέρια μου να ξεφυλλίζουν Ιωάννου και Κουμανταρέα στην «Εστία» και έχω στο στόμα εκείνη τη γεύση μιας πόλης που σπαρταρούσε, μαυρόασπρη, για όσους μπορούσαν να τη δουν έτσι, να τη νιώσουν με σάρκινη υπόσταση την ίδια στιγμή που χανόταν διαρκώς σαν εξαϋλωμένη εικόνα. Αυτή η μετάληψη της Αθήνας έτσι όπως την είχε πραγματώσει η Αννα Βιχ, σαν ένα δικό της κρυπτικό ευαγγέλιο, σαν ένας σκοπός τόσο φυσικός και πρωτόγονος ώστε να μετουσιώνεται σε κάτι υψηλό και σχεδόν ιερό, γινόταν εκείνα τα χρόνια ένα υπόστρωμα για εμάς τους κατοπινούς.

Βλέπω εκείνους τους Ελληνες του 1977 στη σκιά ερειπωμένων νεοκλασικών, δίπατων και μονώροφων, στα ισόγεια βιοτεχνικών κτιρίων του ’58-’60, ακόμη καινούργια τότε, δίπλα σε ημιυπόγεια με μια καρέκλα στο πεζοδρόμιο και επιγραφές πολλές, που έχουν πλέον, σχεδόν όλες σαρωθεί, και τους νιώθω μορφές αρχαϊκές, μορφές άχρονες, τους αισθάνομαι χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω το ίχνος τους. Οσφραίνομαι την αύρα από αντίστοιχες φωτογραφίες εκείνη την εποχή του Στέλιου Σκοπελίτη, που περιπλανιόταν στην Αθήνα και στον Πειραιά να δώσει σώμα σε αυτό που εξαερωνόταν.

Η σιωπή στις φωτογραφίες της Αννας Βιχ φτάνει σαν μέσα από όστρακο. Ο αχός του χρόνου εγκιβωτίστηκε και οι δικές της αέρινες περπατησιές έγιναν και αυτές ριπές συγκίνησης. Φυλλομετρώ, και οι σελίδες γυρίζουν κρουστές. Σκέφτομαι αυτό το κορίτσι από τη Γερμανία που έζησε μόνο 40 χρόνια και που έκανε τόσα, που έφτιαξε ποίηση με τις εικόνες της και που σήμερα, στέκομαι και πάλι για ένα νεύμα.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη