ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εδώ και λίγες ημέρες, κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο μια επιστολή που φέρεται να έγραψε το 1920 ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ όσο βρισκόταν σε καραντίνα κάπου στη νότια Γαλλία, προφυλασσόμενος από την ισπανική γρίπη. Είναι ένα μάλλον αισιόδοξο και ευχάριστο γράμμα. Απευθυνόμενος με το περίτεχνο στυλ του σε κάποια Ρόζμαρι, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στην αναγκαία απομόνωση, περιγράφει τους άδειους δρόμους της πόλης, απαριθμεί τα οινοπνευματώδη που αποθήκευσε για ώρα ανάγκης («κρασί, ουίσκι, ρούμι, βερμούτ, αψέντι, τσέρι, τζιν και, Θεέ μου, αν χρειαστεί, μπράντι»), ενώ αναφέρεται και σε ένα περιστατικό με τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ: ο Φιτζέραλντ τον συμβούλεψε να αποφεύγει την πολυκοσμία των μπαρ κι εκείνος του απάντησε με μια μπουνιά στο στομάχι, χωρίς να έχει πλύνει τα χέρια του.

Κάπως διασκεδαστική ιστορία. Αλλά και φτιαχτή, επινοημένη: όπως αποδείχτηκε, το γράμμα ήταν έμπνευση μιας χιουμοριστικής ιστοσελίδας, για να χαλαρώσει την ένταση των ημερών. Κάπου θα βασίστηκε, πάντως, η ιδέα και η επιτυχία της. Οπως, λόγου χάρη, στην ανάγκη για αισιόδοξες «ιστορίες καραντίνας». Ή, στην περιβόητη τάση, την ανάγκη ενδεχομένως αρκετών δημιουργών να παράγουν έργο σε συνθήκες εκούσιου ή ακούσιου εγκλεισμού.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον Σαίξπηρ. Λέγεται ότι στις αρχές του 17ου αιώνα έγραψε τον «Βασιλιά Ληρ» και τον «Μάκβεθ» ευρισκόμενος σε καραντίνα που είχε επιβληθεί στο Λονδίνο ως μέτρο αντιμετώπισης μιας επιδημίας πανώλης και η οποία είχε πλήξει και τα θέατρα. Αρκετές δεκαετίες νωρίτερα και για άλλους λόγους, πατριαρχικούς, η Ιταλίδα Ισαμπέλα ντι Μόρα είχε κλειστεί από τα αδέρφια της σε έναν πύργο, όπου συνέθεσε μερικά από τα ωραιότερα ποιήματα της ιταλικής Αναγέννησης. Ερμηνευμένο κάπως διαφορετικά, το παράδειγμά της θα έφτανε μέχρι τον Ρομαντισμό, ενισχύοντας την ιδέα του απομονωμένου καλλιτέχνη. Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε είχε γράψει σχετικά: «Το ταλέντο καλλιεργείται στην απομόνωση. Ενα έργο με αξία μπορεί μόνο να παραχθεί όταν ο συγγραφέας απομονώνει τον εαυτό του. Είναι τέκνο της μοναξιάς».


Ο Φραντς Κάφκα έγραφε: «Κάθισε απόλυτα ήρεμος και μόνος. Ο κόσμος θα σου προσφερθεί για αποκάλυψη, εκστατικός θα κουλουριαστεί μπροστά σου».

Είναι εύκολο, αλλά όχι ακριβώς ορθό, να στριμώξουμε στο ρομαντικό μοτίβο τη μοναχική Εμιλι Ντίκινσον. Ναι, τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής της, η Αμερικανίδα ποιήτρια σπανίως έβγαινε από το σπίτι της (ή και το δωμάτιό της) στο Αμχερστ, μιλούσε με επισκέπτες πίσω από μισόκλειστες πόρτες, χαμήλωνε από το παράθυρό της ένα καλάθι με κεράσματα για τα παιδιά της γειτονιάς, ενώ λέγεται ότι την εξόδιο ακολουθία του πατέρα της την άκουσε έγκλειστη. Μετά τον θάνατό της, το 1886, η αδελφή της βρήκε ένα μπαούλο με περίπου 1.800 ποιήματα, όμως πολλοί μελετητές εικάζουν ότι η Ντίκινσον ήταν ερμητικά κλειστή επειδή υπέφερε από κοινωνικό άγχος.

Το ακριβώς αντίθετο από τη ζωηρή κοινωνικότητα της Μεξικανής ζωγράφου Φρίντα Κάλο, η οποία δεν μειώθηκε ούτε όταν χρειάστηκε να μείνει κλινήρης για πολλούς μήνες. Αιτία, το τροχαίο που η Κάλο είχε το 1925 σε ηλικία 18 ετών. Τα πολλαπλά κατάγματα την έριξαν στο κρεβάτι (και της κληροδότησαν πόνους για μια ζωή), όμως η μητέρα της κατασκεύασε ένα καβαλέτο που της επέτρεπε να ζωγραφίζει σε ύπτια στάση. Στο εξής, η ζωγράφος θα το επιστράτευε κάθε φορά που το κορμί της ζητούσε ανάπαυση και σε αυτό θα φιλοτεχνούσε μερικά από τα διασημότερα έργα της.


Η Φρίντα Κάλο είχε μείνει κλινήρης για πολλούς μήνες, ωστόσο δεν έπαψε να ζωγραφίζει.

Καθηλωμένος

Στα ογδόντα του χρόνια, ο ομότεχνός της Ανρί Ματίς ήταν πλέον σχεδόν ανήμπορος να περπατήσει. Αιτία, κάποιες εγχειρήσεις που τον είχαν καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι και ενίοτε στο κρεβάτι. Το 1949 κι ενώ σχεδίαζε το παρεκκλήσι του Ροζάριου στη γαλλική Βανς, αναγκάστηκε να συνεχίσει τη δουλειά εκ του μακρόθεν και ξαπλωτός. Το ψηλοτάβανο δωμάτιο του ξενοδοχείου στη Νίκαια όπου έμενε είχε διαστάσεις ανάλογες του παρεκκλησίου κι έτσι ο Ματίς το μετέτρεψε σε «εργοστάσιο» προσομοίωσής του, ζωγραφίζοντας στους τοίχους και δημιουργώντας σχέδια με ψαλίδι, χαρτί και με τη βοήθεια μερικών μαθητευομένων.

Η διαφύλαξη της υγείας του ήταν που απομάκρυνε από τα εγκόσμια και τον Μπομπ Ντίλαν για ένα διάστημα της δεκαετίας του ’60. Κι όταν λέμε υγεία, εννοούμε και την ψυχική: η επεισοδιακή περιοδεία του το 1966 τον είχε καταβάλει, όπως και οι απαιτήσεις των μάνατζερ και των media. Ετσι, ένα τροχαίο με μια πεντακοσάρα Triumph το καλοκαίρι του 1966 τον ανάγκασε να αποσυρθεί για να αναρρώσει, όμως έγινε και ευκαιρία για απομόνωση. Αφού ανέβαλε συναυλίες και υποχρεώσεις, ο Ντίλαν κλείστηκε με τα μέλη των The Band στο υπόγειο μιας οικίας ονόματι The Big Pink, όπου ηχογράφησαν περίπου 130 κομμάτια, κατόπιν γνωστά ως «The Basement Tapes». «Στα αλήθεια, αυτός είναι ο τρόπος να κάνεις μια ηχογράφηση», θα έλεγε ο Ντίλαν αργότερα. «Σε ένα ειρηνικό, χαλαρό περιβάλλον, σε κάποιο υπόγειο. Με τα παράθυρα ανοιχτά και ένα σκύλο ξαπλωμένο στο πάτωμα».


Υστερα από ένα τροχαίο το 1966, ο Μπομπ Ντίλαν κλείστηκε με τα μέλη της The Band στο υπόγειο, όπου ηχογράφησαν τα περίφημα «The Basement Tapes».

Ισως κάτι τέτοιο είχαν κατά νουν και οι δημιουργοί που επέλεξαν συνειδητά την ησυχία, την απομόνωση ή και τη ζωή του ερημίτη για να αφοσιωθούν στο έργο τους. Ή, για να γλιτώσουν κάθε λογής φασαρία. Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό εγκατέλειψε το 1845 την πόλη Κόνκορντ προκειμένου να ζήσει στις όχθες της λίμνης Ουόλντεν. Αραγε επιζητούσε «το βροντερό κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας» και «το σπαθόχορτο που θροΐζει στον άνεμο»; Στο βιβλίο «Walden ή η ζωή στο δάσος» (Κέδρος, μτφρ. Βασίλης Αθανασιάδης), δίνει κι άλλες απαντήσεις: «Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά», λέει κάπου, «να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ».

«Η μοναξιά, εκεί που είμαστε λιγότερο μόνοι», φέρεται να είπε κάποτε ο Λόρδος Βύρων, αν και η ζωή του δεν συμφωνούσε ακριβώς με τα λεγόμενά του. Η ζωή του Μαρσέλ Προυστ, από την άλλη, περιοριζόταν τα τελευταία χρόνια σε ένα δωμάτιο επενδυμένο με φελλό, για πλήρη ηχομόνωση. Εγραφε το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» συνήθως κατά τη διάρκεια της νύχτας κι όταν κάποτε ξεπόρτισε με κατεύθυνση το Λούβρο, για να μελετήσει έναν πίνακα, διαπίστωσε μόλις την τελευταία στιγμή ότι ήταν μεσάνυχτα.


Ο Μαρσέλ Προυστ πέρασε τα τελευταία του χρόνια σε ένα δωμάτιο επενδεδυμένο με φελλό, για πλήρη ηχομόνωση.

Κλεισμένος σε αγροικία

Το σινάφι του θα έβγαζε κι άλλους με τα ίδια χούγια. Πρώτο και καλύτερο τον Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, που όσο έβλεπε τον «Φύλακα στη σίκαλη» να συζητιέται, να αγαπιέται ή να κρίνεται, τόσο κλεινόταν στη μικρή αγροικία του στο Νιου Χαμσάιρ. Το τελευταίο του έργο δημοσιεύθηκε το 1965, η τελευταία του συνέντευξη το 1980 κι έκτοτε, ο Σάλιντζερ θα έκανε αισθητή την παρουσία του μέσα από μηνύσεις σε βιογράφους που σκόπευαν να αναδημοσιεύσουν επιστολές του. Το ευτύχημα για τους θαυμαστές του είναι ότι ο Σάλιντζερ δεν σταμάτησε να γράφει, αντιμετωπίζοντας απλώς την έκδοση των έργων του ως περισπασμό, ο οποίος μπορεί και να επέλθει μετά θάνατον.

Μια εφημερίδα της Καλιφόρνιας υποστήριξε κάποτε ότι ο Σάλιντζερ συνέχισε να κυκλοφορεί μυθιστορήματα, αλλά με το ψευδώνυμο «Τόμας Πίντσον». Επρόκειτο για μια επίσης φτιαχτή, επινοημένη ιστορία, που βασιζόταν στο γεγονός ότι ο πραγματικός Πίντσον ήταν εξίσου μονόχνωτος. Δύο φωτογραφίες του ανδρός υπάρχουν όλες κι όλες, ενώ στη βράβευση του μυθιστορήματός του «Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ έστειλε εκπρόσωπο. Σε εκείνη την καλιφορνέζικη εφημερίδα είχε απαντήσει σαρκαστικά, «όχι κι άσχημα, συνεχίστε την προσπάθεια». Οταν τη δεκαετία του ’90 το CNN κατάφερε να τον τραβήξει βίντεο στη Νέα Υόρκη, έστειλε ένα γράμμα με την (εύστοχη) παρατήρηση πως η λέξη «ερημίτης» είναι μια κωδική ονομασία των media για κάποιον που «απλώς δεν του αρέσει να μιλάει σε δημοσιογράφους».


Ο Τόμας Πίντσον έλεγε πως η λέξη «ερημίτης» είναι μια κωδική ονομασία των media για κάποιον που «απλώς δεν του αρέσει να μιλάει σε δημοσιογράφους».

Ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχίζεται για πολύ ακόμη. Σταχυολογώντας, θα περιλάμβανε τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, που όταν κάποιος θαυμαστής του κατάφερνε να φτάσει στην απομονωμένη έπαυλή του στο Χέρτφορντσαϊρ, ο σκηνοθέτης άνοιγε την πόρτα, υποδυόταν τον μπάτλερ και απαντούσε «ο κύριος λείπει». Τόσο άγνωστο ήταν το πρόσωπό του στους πολλούς, που για ένα διάστημα κάποιος Βρετανός μικροαπατεώνας χρησιμοποιούσε το όνομά του για να αποκτά πρόσβαση σε ακριβά εστιατόρια. Σήμερα, ο ομότεχνός του Τέρενς Μάλικ δεν διαφέρει, τηρουμένων των αναλογιών, πολύ. Και η Γκρέτα Γκάρμπο, η «Σκανδιναβή Σφίγγα», όταν απομακρύνθηκε από τη δημοσιότητα, σχεδόν απαγόρευε στους γείτονες την οπτική επαφή μαζί της.

Από την Εμιλι Μπροντέ, τον Γκιστάβ Φλομπέρ και τον Εντβαρντ Μουνκ μέχρι τον Πολ Σεζάν, τον Αντριου Γουάιεθ και τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά και από τους Κόρμακ Μακάρθι, Φίλιπ Ροθ και Τζον Χιουζ μέχρι τους Γκλεν Γκουλντ, Σιντ Μπάρετ, Ρόκι Ερικσον, Στιβ Ντίτκο και Στέρλινγκ Σμιθ, οι καλλιτέχνες που προτίμησαν την απομόνωση ή εξωθήθηκαν σε αυτήν ήταν και λογικά θα είναι αρκετοί.


Ο μοναχικός Στάνλεϊ Κιούμπρικ συνήθιζε να ανοίγει την πόρτα του υποδυόμενος τον μπάτλερ, λέγοντας: «Ο κύριος λείπει».

Ας μη ρομαντικοποιούμε ωστόσο την καραντίνα. Ο πολιτισμός δεν μπορεί να αφεθεί στη δημιουργικότητα που ανθεί μαγικά στην απομόνωση. Αλλο είναι το ενθαρρυντικό εδώίσως εκείνο που εννοούσε ο Φραντς Κάφκα στα «Μπλε τετράδια» (Επίκουρος, μτφρ. Γιώργος Βαμβαλής) όταν έγραφε: «Δεν είναι ανάγκη να βγεις από το σπίτι. Μείνε στο τραπέζι σου και άκου. Ή μην ακούς, περίμενε μόνο. Ούτε και να περιμένεις χρειάζεσαι, κάθισε απόλυτα ήρεμος και μόνος. Ο κόσμος θα σου προσφερθεί για αποκάλυψη, εκστατικός θα κουλουριαστεί μπροστά σου».

Ο Μπαλζάκ μπορεί να διαφωνούσε. «Η μοναξιά είναι ωραία», είπε κάποτε, «αλλά χρειάζεται να έχεις και κάποιον να σου το λέει».

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ