Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Ηγεσία σε ταραχώδεις καιρούς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ντόρις Κερν Γκούντγουιν είναι διακεκριμένη Αμερικανίδα ιστορικός, γνωστή στο ευρύτερο κοινό κυρίως για δύο βιβλία της, το ένα σχετικά με τη διακυβέρνηση του Λίνκολν («Team of Rivals», 2005) και το άλλο για την πολιτική σχέση του Φραγκλίνου και της Ελινορ Ρούζβελτ («No Ordinary Time», 1994). Χάρη στη γενναιοδωρία καλού φίλου, που φρόντισε να το προμηθευθεί για να μου το προσφέρει, μόλις τελείωσα το τελευταίο βιβλίο της, «Leadership in Turbulent Times», που κυκλοφόρησε το 2018 (εκδόσεις Πιγκουίνου) και του οποίου τον τίτλο, στα ελληνικά, δανείζομαι για το σημερινό σημείωμα. Εκφράζει, νομίζω, το ζητούμενο των καιρών.

Στο εξαίρετο βιβλίο της, η Γκούντγουιν επιλέγει τους τέσσερις προέδρους των ΗΠΑ, στη μελέτη της ζωής των οποίων η ίδια έχει αφιερώσει τη δική της ζωή: Αβραάμ Λίνκολν, Θεόδωρος Ρούζβελτ, Φραγκλίνος Ρούζβελτ και Λίντον Τζόνσον. Αυτές τις τέσσερις διαδρομές στην Ιστορία, που η ίδια τις γνωρίζει πια τόσο καλά στα 77 χρόνια της, η συγγραφέας τις εξετάζει εκ παραλλήλου, με γνώμονα την ανίχνευση της ηγετικής ικανότητας του καθενός.

Η παράλληλη εξιστόρηση αναπτύσσεται σε τρία στάδια. Στο πρώτο, εξετάζονται οι συνθήκες των πρώιμων χρόνων και ο τρόπος που διαμόρφωσαν την προσωπικότητα του καθενός. Στο δεύτερο, η επίδραση που είχε σε αυτές τις προσωπικότητες η αποτυχία ή η προσωπική τραγωδία, με την οποία ο καθένας τους (αναπόφευκτα) βρέθηκε αντιμέτωπος στα χρόνια της ωριμότητάς του. Για τον Λίνκολν, η μεγάλη καταθλιπτική κρίση που τον οδήγησε στα όρια της αυτοκτονίας. Για τον πρώτο Ρούζβελτ, ο θάνατος της πολυαγαπημένης γυναίκας του στη γέννηση της κόρης τους. Για τον δεύτερο, η πολιομυελίτιδα που τον άφησε ανάπηρο από τη μέση και κάτω. Για τον Τζόνσον, η αποτυχία του να εκλεγεί γερουσιαστής την πρώτη φορά.

Τέλος, στο τρίτο μέρος, εξετάζονται οι εθνικές κρίσεις που κλήθηκαν να διαχειρισθούν αυτοί οι άνθρωποι, μέσω των οποίων επιβλήθηκαν και αναγνωρίστηκαν ως ηγέτες. Συγκεκριμένα, η απελευθέρωση των δούλων από τον Αβραάμ Λίνκολν το 1863, η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων του 1902 για τον Θεόδωρο Ρούζβελτ, οι πρώτες εκατό ημέρες του Φραγκλίνου Ρούζβελτ στην προεδρία το 1933, όταν κατάφερε, αυτός που δεν μπορούσε να περπατήσει ο ίδιος, να ξαναστήσει την Αμερική στα πόδια της, όσο για τον Λίντον Τζόνσον, το «study case» είναι η πλήρης ισότητα δικαιωμάτων για τους μαύρους το 1964.

Δεν επιχειρώ να συμπυκνώσω ένα τόσο πλούσιο και εμπνευσμένο βιβλίο σε μερικές παραγράφους, μπορώ όμως να επισημάνω τρία στοιχεία, τα οποία ξεχώρισα επειδή νομίζω ότι μας είναι χρήσιμα σήμερα. Το πρώτο είναι η διανοητική δυνατότητα, αλλά και η πνευματική τόλμη του ηγέτη να αναγνωρίζει το καινούργιο όσο το έχει μπροστά του και μπορεί να το αντιμετωπίσει – και όχι αφού θα έχει περάσει από πάνω σαν οδοστρωτήρας. Φέρ’ ειπείν, ότι η απελευθέρωση των δούλων ήταν προϋπόθεση για τη νίκη στον Εμφύλιο ήταν κάτι ασύλληπτο για τους περισσότερους στην κυβέρνηση του Λίνκολν, όταν ο ίδιος το είχε ήδη συλλάβει καθαρά και το είχε αποφασίσει στο μυαλό του. Επίσης, η τόλμη του Θ. Ρούζβελτ να αντιληφθεί αμέσως ότι η προεδρία του όφειλε να παρέμβει για να ρυθμίσει τις εργασιακές σχέσεις, όχι μόνο για τη διατήρηση της  κοινωνικής ειρήνης, αλλά και για τη σωτηρία των δημοκρατικών θεσμών.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η ταχεία και άμεση δράση – και προϋπόθεσή της, βέβαια, η κοινή κουλτούρα εργατικότητας. Κανένας από τους ηγέτες αυτούς δεν φοβήθηκε να δράσει από την ώρα που είχε σχηματίσει ο ίδιος καθαρή εικόνα για την κατάσταση και το δέον γενέσθαι. Ο Τζόνσον, λ.χ., έθεσε τις προτεραιότητες και την ατζέντα της προεδρίας του, μένοντας ξάγρυπνος την πρώτη νύχτα μετά την ορκωμοσία του. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, είχε καταφέρει να επιβληθεί και να εμπνεύσει αισιοδοξία σε μια συγκλονισμένη κοινωνία, με μια ιστορική ομιλία του στο Κογκρέσο. Ο Φ. Ρούζβελτ βρήκε τον τρόπο μέσα σε δύο εβδομάδες να κλείσει τις τράπεζες, να τις ανοίξει ξανά και να αποκαταστήσει το κλίμα εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα μετά τέσσερα χρόνια απραξίας και απελπισίας.

Το τρίτο στοιχείο είναι η γνήσια έγνοια για τους άλλους, κάτι που έθεσε με ανεπανάληπτο τρόπο ο Λίνκολν, σε ένα κείμενο 1.000 λέξεων, με το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στους ψηφοφόρους το 1832: «Δεν έχω μεγαλύτερη φιλοδοξία από το να με εκτιμούν αληθινά οι συνάνθρωποί μου, κάνοντας τον εαυτό μου άξιο της εκτίμησής τους».

Το λέω χαμηλοφώνως, γιατί οι φανφάρες δεν είναι του χαρακτήρα μου, αλλά πιστεύω ότι αυτού του είδους την ηγεσία στην Ελλάδα τη βλέπουμε να αναδεικνύεται τώρα, μέσα από την κρίση, στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ