ΥΓΕΙΑ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η σημασία των διαγνωστικών τεστ για τον κορωνοϊό

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΑΚΗΣ, ΕΛΕΝΑ ΠΙΤΕΛΟΥ, ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΠΕΡΡΑΚΗΣ*

Οι δύο βασικές κατηγορίες τεστ αυτή τη στιγμή είναι: αυτά που ανιχνεύουν την παρουσία του ιού μετρώντας είτε το γενετικό του υλικό (RNA, με τη μέθοδο PCR) είτε τις πρωτεΐνες του και αυτά που ανιχνεύουν αντισώματα στον ιό, δηλαδή την ανοσολογική απάντηση του μολυσμένου ατόμου. EPA / SASCHA STEINBACH

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κορωνοϊός

Η πρόσφατη πανδημία έχει δημιουργήσει κατάσταση ανάγκης παγκόσμια και τεράστιο ενδιαφέρον για ενημέρωση του κοινού αλλά και για γρήγορους τρόπους αντιμετώπισης.

Η γρήγορη ανάπτυξη διαγνωστικών τεστ για τον ιό είναι πολύτιμη για την παρακολούθηση και αντιμετώπιση της επιδημίας. Χωρίς διαγνωστικά τεστ ο ιός βλέπει εμάς, αλλά εμείς δεν αναγνωρίζουμε τον ιό παρά μόνο όταν μας χτυπήσει. Εξειδικευμένα τεστ είναι επίσης απολύτως απαραίτητα για την ανάπτυξη φαρμάκων και εμβολίων.

Παραθέτουμε μια σύντομη περιγραφή των διάφορων τεστ που χρησιμοποιούνται τώρα και στο άμεσο μέλλον, ώστε να χρησιμεύσει ως βάση για ενημέρωση και κατανόηση μερικών από τα πολλαπλά προβλήματα που βάζει στην παρούσα φάση η επιδημία.

Τα τεστ για την ανίχνευση και μελέτη του κορωνοϊού διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: 1) Αυτά που ανιχνεύουν την παρουσία του ιού μετρώντας είτε το γενετικό του υλικό (RNA, με τη μέθοδο PCR), είτε τις πρωτεΐνες του. 2) Τεστ που ανιχνεύουν αντισώματα στον ιό, δηλαδή την ανοσολογική απάντηση του μολυσμένου ατόμου. 3) Λειτουργικά τεστ που ανιχνεύουν τη δράση του ιού στα ανθρώπινα κύτταρα ή στον δοκιμαστικό σωλήνα.

Στην κλινική εφαρμόζεται σήμερα το PCR. Το τεστ για τα αντισώματα αρχίζει επίσης να εφαρμόζεται και θα είναι ένα εργαλείο με μεγάλη χρησιμότητα. Τα λειτουργικά τεστ είναι υπό ανάπτυξη. Μετρούν διάφορες λειτουργίες του ιού, και χρησιμοποιούνται για να δοκιμαστούν φάρμακα και άλλες θεραπείες. Μια πολύ σημαντική χρήση είναι η εφαρμογή για την ανεύρεση αντισωμάτων που εμποδίζουν τη μόλυνση. Αυτή είναι η μορφή ανοσοθεραπείας που ίσως μας δώσει γρήγορα και αποτελεσματικά εργαλεία για τη θεραπεία του COVID-19. Μερικές λεπτομέρειες που χρησιμεύουν για την καλύτερη κατανόηση των τεστ ακολουθούν:

1. PCR: Υπάρχουν ήδη διαφορετικά PCR τεστ για κορωνοϊό, μερικά είναι ποιοτικά, δηλαδή δίνουν απάντηση «θετικό» ή «αρνητικό», ενώ άλλα είναι ποσοτικά, δηλαδή μετρούν πόσα ακριβώς μόρια ιού βρίσκονται στο δείγμα. Μερικά μετρούν γρήγορα και απλά ένα δείγμα, άλλα υπολογίζουν ταυτόχρονα εκατοντάδες δείγματα για πολλούς ασθενείς, π.χ. για ένα νοσοκομείο. Αυτή την εποχή υπάρχει μία παγκόσμια έλλειψη σε διαγνωστικά PCR τεστ που οφείλεται σε διάφορα προβλήματα υλικών, παραγωγής και ελέγχου ποιότητας, καθώς και στο γεγονός ότι η ζήτηση γιγαντώθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Εχουν ακουστεί προτάσεις ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να παρέμβουν και να εθνικοποιήσουν την παραγωγή διαγνωστικών, αλλά αυτό είναι ανεδαφικό διότι θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την παραγωγή. Οι εταιρείες διαγνωστικών, που έχουν πείρα στην παραγωγή και στον έλεγχο ποιότητας θα λύσουν γρήγορα το πρόβλημα.

2. Αντισώματα: Μετά τη μόλυνση και τον πολλαπλασιασμό του ιού, ο οργανισμός παράγει αντισώματα και κύτταρα που μπλοκάρουν ή σκοτώνουν τον ιό. Τα αντισώματα αρχίζουν να παράγονται περίπου 7 μέρες μετά τη μόλυνση και συνεχίζουν να βρίσκονται στο αίμα για μήνες, τουλάχιστον. Κανένας μας δεν έχει αντισώματα ενάντιον του ιού πριν από τη μόλυνση, γι’ αυτό και μεταδίδεται τόσο γρήγορα και εύκολα. Το τεστ αντισωμάτων δεν μετράει τον ιό αλλά την αντίδραση στον ιό. Αυτοί που έχουν αντισώματα, σημαίνει ότι έχουν μολυνθεί στο παρελθόν, πριν τουλάχιστον από 7 ημέρες. Το πρώτο κλινικό τεστ για αντισώματα μόλις εγκρίθηκε στις ΗΠΑ, και έπονται πολλά άλλα.

Συγκρίνοντας τις δύο μεγάλες κατηγορίες των διαγνωστικών τεστ, PCR και αντισώματα, μπορούμε να βρούμε πλεονεκτήματα που κάνουν και τα δύο πολύ χρήσιμα. Το PCR είναι ευαίσθητο και ειδικό για τον ιό, θετικοποιείται μετά 3 περίπου μέρες από τη μόλυνση και μένει θετικό για περίπου δύο εβδομάδες. Τα σημερινά PCR τεστ δίνουν ψευδή αρνητικά αποτελέσματα έως και σε 30% των δειγμάτων. Το τεστ αντισωμάτων θετικοποιείται μετά μία εβδομάδα περίπου, παραμένει θετικό για μήνες και είναι τεχνικά απλούστερο με λίγα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, (λιγότερα από 10%). Η μέτρηση αντισωμάτων είναι ο ευκολότερος και γρηγορότερος τρόπος να υπολογίσει κανείς τις μολύνσεις στον πληθυσμό και να παρακολουθήσει την πορεία της επιδημίας σε συχνά διαστήματα.

Η εφαρμογή του ποσοτικού PCR με συχνές μετρήσεις κατά τη διάρκεια της νόσου μπορεί να δώσει πληροφορίες σημαντικές για την κλινική διαχείριση του ασθενούς. Η όσο ταχύτερη εφαρμογή επιλεκτικά και των δύο τεχνολογιών θα είναι πολύ σημαντική για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι αποφάσεις για τον σχεδιασμό πρέπει να παρθούν αξιολογώντας όλες τις παραμέτρους και επίσης τη διαθεσιμότητα των τεστ.

* Ο κ. Γιώργος Παυλάκης είναι γιατρός και διευθυντής Ερευνών του εργαστηρίου ρετροϊών στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας στο Μέριλαντ, ΗΠΑ, η κ. Ελενα Πιτέλου είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής Ελέγχου Λοιμωδών Νοσημάτων Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο κ. Αναστάσης Περράκης είναι διευθυντής Ερευνών στο Ολλανδικό Ινστιτούτο για τον Καρκίνο και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ