Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Νίκος Χαρδαλιάς: Ταχυδρόμοι και βουκόλοι

Με όρους θεάματος, ο θίασος των 6 μ.μ. είναι άνισος. Είναι ο καλός, ο κακός και ο άσημος. Ο καλός είναι ο καθηγητής που με τη μειλίχια γλώσσα του εξανθρωπίζει τη στατιστική της συμφοράς. Ο άσημος είναι ο υφυπουργός Υγείας, εξαρχής καταδικασμένος σε σκιώδη ρόλο. Τον κακό δεν χρειάζεται κανείς να τον υποδείξει.

Η εξονύχιση αυτών των χαρακτήρων μπορεί να φαίνεται υπερβολική· δεν είναι όμως περισσότερο υπερβολική από τη συνθήκη που τους εκτόξευσε στην οθόνη της πάνδημης προσοχής – και των ενδημικών απωθημένων.

Οι δύο (και ο άσημος) είναι σχεδόν οι μόνες ανθρώπινες επαφές – ταχυδρόμοι από μία ζωή που σχοινοβατεί αθέατη έξω: Στα νοσοκομεία και στα πολιορκημένα χωριά· στις αποκλεισμένες προσφυγικές δομές και στα μολυσμένα καράβια που δεν τα θέλει κανένα λιμάνι.

Οι δύο είναι τα πρόσωπα-σταθμοί μιας επίπεδης και απρόσωπης ρουτίνας. Κυριολεκτικά απρόσωπης, αφού τα περισσότερα πρόσωπα που συναντά κανείς στον «προαυλισμό» του κυκλοφορούν καλυμμένα. Ετσι, οι ακάλυπτοι έγιναν οικείοι και υφίστανται τώρα τα επίχειρα της εξ αποστάσεως οικειότητας. Λατρεύονται από πολλούς και μισιούνται από λίγους.

Η κυριαρχία των δύο δεν είναι τυχαία. Το είπε και ο πρωθυπουργός στο CNN: Η κυβέρνησή του αισθάνεται δικαιωμένη, επειδή έδωσε χώρο και δημόσιο βήμα στους επιστήμονες και στους τεχνοκράτες. Κατά το πρώτο μισό –τον Τσιόδρα– έχει δίκιο. Αλλά για τον Χαρδαλιά; Είναι ένας απόμαχος δήμαρχος, τμηματάρχης του νεοδημοκρατικού μηχανισμού, «τεχνοκράτης»;

Δεν είναι, πάντως, φορτισμένο πολιτικό πρόσωπο. Δεν μιλάει πολιτικά. Κουμπωμένος τις περισσότερες φορές στο μαύρο μπουφανάκι της Πολιτικής Προστασίας, ο Χαρδαλιάς διαβάζει περισσότερο μια υπηρεσιακή πρόζα. Με αυτά τα μέσα, έπαιξε από την αρχή τον ποιμένα που μαστιγώνει τους απείθαρχους. Που απειλεί όλη την αγέλη ότι η αυστηρότητα δεν έχει εξαντληθεί. Οτι οι απαγορεύσεις μπορούν να γίνουν πιο απαγορευτικές.

Αυτή η σαδομαζό διαβουκόληση ικανοποιεί όσους θέλουν να βλέπουν τα μαύρα πρόβατα να τιμωρούνται. Οσους, κυκλωμένους από την ανασφάλεια της αρρώστιας, υποδέχονται την απαγόρευση σαν θαλπωρή. Κάνε τα σαλόνια μας κελιά, Χαρδαλιά.

Ποια θα ήταν όμως η εναλλακτική; Ποιο μοντέλο θα εφάρμοζαν αυτοί που τώρα διατυμπανίζουν τις υφολογικές ενστάσεις τους για τον βλοσυρό εκπρόσωπο της Πολιτικής Προστασίας; Δεν χρειάζεται να το φανταστούμε. Το έχουμε υποστεί.

Η πολιτική αδεξιότητα του Χαρδαλιά βοηθάει την αποστολή του. Είναι τεκμήριο αποπολιτικοποίησης. Ενα ίχνος ότι το φλύαρο και κυκλοθυμικό κράτος έχει κάτι που μοιάζει με επαγγελματική ψυχρότητα.

Αντόνι Φαούτσι: Ο πόλεμος είναι αλλού

Κάθε έθνος έχει τον Τσιόδρα του. Στη Γερμανία είναι ένας επιδημιολόγος, που χάρη στα podcast του για τον ιό απολαμβάνει δημοτικότητα ποπ ειδώλου – ο ολίγον χίπστερ Κρίστιαν Ντρόστεν. Στη Γαλλία είναι ο καθηγητής με όψη αιρεσιάρχη του αναχωρητισμού, ο δρυΐδης της χλωροκίνης Ντιντιέ Ραούλ. Το πιο δύσκολο έργο, όμως, απ’ όλους τους Τσιόδρες της πανδημικής υφηλίου τον έχει ο Αντονι Φάουτσι – ο επικεφαλής του αμερικανικού Ινστιτούτου για τις Αλλεργίες και τα Νοσήματα.

Ο ντόκτορ Φάουτσι δεν έπρεπε απλώς να εξηγήσει στον Τραμπ με ποια απειλή ήταν αντιμέτωπος. Επρεπε να τον πείσει χωρίς να φαίνεται ότι τον πείθει – χωρίς να καταλήξει στη μαύρη λίστα των ειδημόνων που έπεσαν θύματα του προεδρικού ναρκισσισμού επειδή «ήξεραν πολλά». Επρεπε επανειλημμένως να διαψεύσει αντιεπιστημονικές αποφάνσεις του προέδρου, χωρίς να φαίνεται ότι τις διαψεύδει.

Μια ενστικτώδης χειρονομία του, την ώρα που βρισκόταν πίσω από τον πρόεδρο σε μια συνέντευξη Τύπου, φορτώθηκε με αξία συμβόλου: ενώ ο Τραμπ ρητόρευε, ο Φάουτσι έσκυψε το κεφάλι και άγγιξε το μέτωπό του. Η επιδημιολογική αγωγή του –«όχι χεράκια στο πρόσωπο»– νικήθηκε στιγμιαία από την απόγνωση. Ανθρώπινο. Πολύ ανθρώπινο. Αλλά αυτή η χειρονομία πυροδότησε ένα κύμα ακροδεξιάς συνωμοσιολογίας εναντίον του, επειδή θεωρήθηκε υπονομευτής του προέδρου.

Η περίπτωση Φάουτσι επιβεβαιώνει ότι η ξαφνική ανάρρηση των επιστημόνων στην καθοδήγηση της κοινωνίας δεν συνεπάγεται, όπως λέγεται, και την επικράτηση του ορθού λόγου. Ο ιός της δεισιδαιμονίας δεν εξουδετερώνεται μέσα σε μια νύχτα.

Ακόμη και στην Ελλάδα, όπου οι αριθμοί δικαιώνουν καθημερινά τη χαμογελαστή επιστήμη, τα ρεύματα της τοξικής άγνοιας εξακολουθούν να διαχέονται στη δημόσια σφαίρα – και να επιδίδονται σε αντιμνημονιακού γούστου πετροπόλεμο. Αν και περιθωριακές, οι φωνές αυτές προκαλούν δυσανάλογο αντίλαλο σε μια δημόσια σφαίρα όπου η συντριπτική πλειονότητα είναι έτοιμη να υπερασπιστεί την «καμπύλη» σαν εθνικό κατόρθωμα.

Αυτός ο αντιιικός πατριωτισμός μπορεί να αποδειχθεί έξαρση, που θα εξατμιστεί όταν αρχίσουν τα δύσκολα της «μεταπολεμικής» ανοικοδόμησης. Η παρομοίωση όμως είναι παραπλανητική. Αντίθετα με τον όντως πόλεμο, αντίθετα με την προηγούμενη χρεοκοπία, η χώρα δεν θα βγει από την περιπέτεια ηθικά διαλυμένη. Δεν θα χρειαστεί να καθηλωθεί στο λαζαρέτο της Ιστορίας για να ξεπλύνει τη χολή. Αντιθέτως. Μπορεί να ελπίζει ότι θα βγει με νέα συλλογική αυτοπεποίθηση – ενισχυμένη από τη σύγκριση με τη μοίρα των Φάουτσι. Μπορεί να ελπίζει ότι μετά θα ξανασυστηθεί στον κόσμο σαν εξαίρεση – αλλά όχι προς αποφυγήν.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ