Το «Κ» παρακολούθησε το 24ωρο μιας εξαμελούς οικογένειας σε συνθήκες υποχρεωτικής συμβίωσης. Και φιλοξενεί άλλες τρεις μαρτυρίες, που αποκαλύπτουν την πιο βίαιη (αλλά όχι υποχρεωτικά και πιο δυσάρεστη) ανατροπή της ζωής μας όσο θυμόμαστε τους εαυτούς μας.


Εξι άτομα. Δύο ενήλικες, δύο έφηβοι, δύο παιδιά. Όλοι σε ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι. Εκεί ζούσαν και πριν θα μου πείτε. Ναι. Όμως μεταξύ της εντατικής δουλειάς των μεγάλων, των σχολείων και των δραστηριοτήτων των εφήβων και του παιδικού σταθμού των μικρών, το σπίτι ήταν περισσότερο ορμητήριο παρά καταφύγιο, όπου σπανίως παρέμεναν πάνω από ένα 24ωρο συνεχόμενο όλοι μαζί. Καιροί παράξενοι, όμως, και όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλα νοικοκυριά στην Ελλάδα (και στον κόσμο) ο Νίκος Βενιανάκης, η Πηνελόπη Καπνουλά και τα τέσσερα παιδιά τους (τα δύο μεγαλύτερα από τον πρώτο γάμο του Νίκου) βρέθηκαν ξαφνικά απομονωμένοι μαζί.

Οι περισσότεροι τους καταλαβαίνουμε. Ζει ο καθένας μας τη δική του ιστορία καραντίνας. Η καρδιά της χώρας χτυπάει τώρα μέσα στα σπίτια. Τι γίνεται πίσω από τις κουρτίνες όλων αυτών των διαμερισμάτων; Αυτό επιχειρεί σήμερα να διαπιστώσει το «Κ», παρακολουθώντας ένα 24ωρό τους.

Γραφείο στην... τραπεζαρία

«Έχουμε προσπαθήσει να μην αλλάξουμε τίποτε από την παλιά μας καθημερινότητα – αν εξαιρέσεις βέβαια ότι το γραφείο μας βρίσκεται στην τραπεζαρία. Ξυπνάμε αρκετά νωρίς, τρώμε πρωινό και ξεκινάμε τη δουλειά μας, συνήθως νωρίτερα από ό,τι πριν, μιας και έχουμε απαλλαγεί από τη μετακίνηση προς το γραφείο. Παράλληλα, παιδιά μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο, πολλές φορές εν μέσω σοβαρού τηλεφωνήματος, όπου μπορεί να ακουστεί το “μπαμπά, θέλω κακά” ή “τελείωσε η Πέππα”». Ο Νίκος γελάει.



Περιστατικά παρόμοια με το viral βίντεο από τη ζωντανή σύνδεση του BBC όταν τα μικρά παιδιά του δημοσιογράφου «μπούκαραν» στο δωμάτιο είναι πλέον μια καθημερινότητα για πολύ κόσμο. «Από την πρώτη μέρα κατάλαβα ότι θα με βοηθήσει να ετοιμάζομαι κανονικά πριν κάτσω μπροστά από τον υπολογιστή, όπως και πριν», λέει η Πηνελόπη. «Βάφομαι και βάζω ρούχα πριν ξεκινήσω να δουλεύω αυστηρά στις 9.00. Οι τύψεις της παλιάς καθημερινότητας ήταν “άργησα να γυρίσω από το γραφείο”. Πλέον έχουν αντικατασταθεί με τις τύψεις “πάλι σήμερα είδαν τόσες ώρες τηλεόραση”».

Προσπαθούν να σταματούν τη δουλειά το αργότερο στις έξι. Δεν είναι πάντα εύκολο –‒κάνουν αρκετά υποχρεωτικά διαλείμματα μέσα στη μέρα. Το μετά θυμίζει αρκετά την παλιά κατάσταση. Μαγείρεμα, παιχνίδι με τα παιδιά, μπάνια και ετοιμασία για ύπνο, πριν πέσουν και οι ίδιοι εξουθενωμένοι στο κρεβάτι.



Μέχρι στιγμής, όμως, η δουλειά στο σπίτι αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική. «Είναι εντυπωσιακό το πόσο χρόνο ξοδεύαμε μέχρι τώρα σε άσκοπες συναντήσεις και κουβέντες στο γραφείο, ενώ η ίδια δουλειά γίνεται με ένα μέιλ», λένε. Ξεκούραση πάντως δεν το λες. «Φαντάζομαι, για κάποιους που δεν έχουν παιδιά, ίσως είναι μια ευκαιρία για ξεκούραση και εσωτερική αναζήτηση. Για μας είναι απλώς Δευτέρα. Πρέπει να είμαστε η μοναδική οικογένεια που δεν έχει δει ούτε μία ταινία, δεν έχει προλάβει να διαβάσει ένα βιβλίο ή να κρεμάσει εκείνα τα κάδρα που είναι στο πάτωμα εδώ και τέσσερα χρόνια. Είμαστε, όμως, από τους τυχερούς που συνεχίζουν να μπορούν να δουλεύουν από το σπίτι. Βλέπουμε με θλίψη και αγωνία τι συμβαίνει σε άλλους φίλους και γνωστούς».

«Το μετά είναι που με κρατάει ξύπνιο το βράδυ»

Τι σας δυσκολεύει περισσότερο τελικά; «Όταν αναγκαστικά μία φορά την εβδομάδα βγαίνω για σούπερ μάρκετ. Tότε μόνο συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί. Βλέπω τις ταυτότητες που φυλάμε πια στο χολ, δίπλα στα κλειδιά, για να μην τις ξεχνάμε όταν βγαίνουμε. Κατεβαίνω (και ανεβαίνω φορτωμένη) από τις σκάλες για να μην μπω στο ασανσέρ. Βλέπω τα κλειστά μαγαζιά και φοβάμαι πόσα μπορεί να μην ξανανοίξουν. Περιμένω στην ουρά έξω από το σούπερ μάρκετ, υπομονετικά μαζί με τους άλλους, αλλά με προσποιητή ψυχραιμία. Δεν με πειράζουν τόσο οι ειδήσεις όσο όλες αυτές οι λεπτομέρειες τη μισή ώρα που θα βγω έξω», λέει η Πηνελόπη. «Αυτό που με κρατάει ξύπνιο το βράδυ είναι ο φόβος της οικονομικής κατάρρευσης που θα επέλθει», συμπληρώνει ο Νίκος. «Ήδη μετράμε απώλειες. Δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα γίνει σε δύο μήνες από τώρα».



Παρακολουθείτε ειδήσεις; «Περισσότερες από όσες θα έπρεπε. Από το πρωί, το ραδιόφωνο παίζει συνεχώς. Στις 6 κλείνει η Πέππα και βάζουμε Τσιόδρα. Μέχρι να ξεστομίσει τα ημερήσια νούμερα, εμείς περιμένουμε παγωμένοι, προσπαθώντας να διαβάσουμε από τις εκφράσεις του προσώπου του αν τα σημερινά κρούσματα είναι μέσα στις προβλέψεις».

Κόλπα επιβίωσης έχετε βρει; «Τα περισσότερα αφορούν τα παιδιά. Προσπαθούμε να τα κάνουμε να συμμετέχουν στις καθημερινές δουλειές για να μη βαριούνται. Στον μικρό π.χ. έχουμε αναθέσει το πότισμα. Προσπαθούμε να μην παίζει η τηλεόραση όλη μέρα, αλλά, όταν αποδεικνύεται δύσκολο, προσπαθούμε να μην έχουμε τύψεις».



Τα ευχαριστιέστε τα παιδιά ή είναι πιο δύσκολη η συμβίωση; «Επιτέλους έχω περισσότερο χρόνο μαζί τους. Το απολαμβάνω περισσότερο από ό,τι το απολαμβάνουν εκείνα μάλλον. Τα μικρότερα έχουν προσαρμοστεί αναπάντεχα καλά. Για τα μεγαλύτερα είναι πιο δύσκολο. Τους λείπουν οι φίλοι τους, οι βόλτες τους και είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσεις σε έναν έφηβο που νιώθει άτρωτος τους λόγους για τους οποίους πρέπει να μείνει κλεισμένος σε ένα σπίτι τόσο καιρό. Ο μεγαλύτερος προετοιμάζεται για πανελλαδικές. Η αβεβαιότητα και ο φόβος πως όλη αυτή η υπερπροσπάθεια ίσως πάει χαμένη τον έχουν τσακίσει».

Είμαστε ακόμη στην αρχή, όμως τελικά μάθατε κάτι από αυτή την εμπειρία; «Αυτό που με δίδαξε», ξεκινάει ο Νίκος, «είναι πως σε τέτοιες καταστάσεις είναι καλό να έχεις δίπλα σου έναν ψύχραιμο σύντροφο. Θα τον χρειαστείς σίγουρα κάποια στιγμή που εσύ θα τα βλέπεις όλα μαύρα». Η Πηνελόπη κλείνει σύντομα και ουσιαστικά: «Εμένα με εξέπληξε πόσο δεν με έχει πειράξει η καραντίνα μέχρι στιγμής. Τι να πω, φαίνεται τελικά πως μου αρέσει πολύ το σπίτι μου και οι άνθρωποι που έχει μέσα!». ■


Ιστορίες της διπλανής πόρτας
Πώς η πανδημία άλλαξε τη ζωή μας από τη μία μέρα στην άλλη
 

Ιάκωβος Kαμχής, 35 ετών
«Η μέρα μου περνάει πιο γρήγορα από ποτέ»


Δύο ημέρες πριν από την ανακοίνωση των πρώτων μέτρων, ματαιώθηκε μια συνέντευξη που είχα για δουλειά. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι θα έπαιρνα τη θέση, και αυτό με είχε ανακουφίσει, γιατί έψαχνα δουλειά από τον Νοέμβριο. Περισσότερο από τα χρήματα, αυτό που θα μου πρόσφερε θα ήταν η παραμονή εκτός σπιτιού, οι διαδρομές στην πόλη, η γνωριμία με καινούργιους ανθρώπους. Δεν είμαι κοινωνικός άνθρωπος, μου αρέσει να έχω την ησυχία μου, τις λίγες φορές που βγαίνω γυρνάω με λαχτάρα στο σπίτι, όσο όμορφα κι αν έχω περάσει. Ήταν αναμενόμενο να αρχίσουν τα αστεία σχετικά με το πόσο εύκολη θα ήταν για μένα η καραντίνα. Και όντως μου είναι εύκολο. Ενώ είμαι άνθρωπος με χρόνιο νόσημα και υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία, άρα ανήκω στις ευπαθείς ομάδες, αντιλαμβάνομαι ότι φίλοι και συγγενείς ανησυχούν περισσότερο. Όσο μεγαλώνω, παρατηρώ ότι έχω αποκτήσει μια ψυχραιμία μέσα από όχι ευχάριστες διαδικασίες. Μέχρι να σταθεροποιηθεί η υγεία μου, νοσούσα βαριά και μετά ήρθε η κατάθλιψη, που συνοδεύει πολλούς από τους πάσχοντες από χρόνια νοσήματα. Ως ευάλωτος χαρακτήρας, πιστεύω ότι, αν δεν είχα ήδη κατάθλιψη, θα πάθαινα τώρα.

Κάθε πρωί ξυπνάω ξεκούραστος και κεφάτος και καταναλώνω με μανία όλα τα νέα, έχω γίνει τζάνκι των μέτρων ασφαλείας. Μονάχα αν ανήκαν όλοι στις ευπαθείς ομάδες θα υπάκουαν τις συστάσεις. Το να προστατεύσουμε τον άλλο δεν είναι τόσο μεγάλη προτεραιότητα όσο να μην τρελαθούμε μέσα στο σπίτι. Που σιγά πια! Μακάρι το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα να είναι μια καθολική, παγκόσμια ανία, μια πανδημία πλήξης. Δεν κάνω τίποτε άλλο μέσα στη μέρα από το να ενημερώνομαι και να σκέφτομαι, γιατί όλα αυτά που είναι τώρα ευκαιρία να απολαύσει ο κόσμος εγώ τα έκανα πριν. Δεν μπορώ να βλέπω σειρές, να διαβάζω βιβλία, να ακούω μουσική, γιατί αυτά τα έκανα πριν. Και όμως η μέρα μου περνάει πιο γρήγορα από ποτέ, γιατί η ένταση με την οποία δεν κάνω τίποτα είναι τόσο υψηλή, που νυχτώνει και ούτε το έχω καταλάβει. Μιλάω με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο κάθε απόγευμα για μία ώρα. Παρήγγειλα έναν μονόζυγο πόρτας. Και δοκιμάζω να αφήσω μουστάκι, αφού δεν θα με δει κανείς όσο περνάω το άχαρο στάδιο μέχρι να μεγαλώσει. Δεν πλένω τα πιάτα. Και βάζω πλυντήρια μόνο για να έχω έναν λόγο να βγω στο μπαλκόνι, να απλώσω την μπουγάδα και το πρωί να τη μαζέψω. Και γιατί η μπουγάδα μου μυρίζει πολύ ωραία.

Μαριάννα Παπουτσοπούλου, 68 ετών
Συγγραφέας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός
«Ευκαιρία για αναστοχασμό και αλλαγές»


Κάθε μέρα ξυπνώ δύσκολα. Αλλά λέω «σήκω!» και ξεκινά μια μέρα ακόμα. Πρώτα ψευτοκαφές, αληθινό δεν πίνω, η υπέρταση, μαζί λίγο γράψιμο ή διορθώματα για κάνα δυο ώρες. Έπειτα η καλημέρα στο Facebook. Κι έπειτα βγαίνω λίγο να περπατήσω και να κάνω τα χρειαζούμενα ψώνια για το σπίτι. Πρέπει λίγο να περπατώ, είμαι καρδιοπαθής. Αποφεύγω βέβαια τις επικοινωνίες και τα λόγια, κοντεύουμε να γίνουμε αγενείς, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Αγοράζω φρέσκο ψωμί, λίγα τρόφιμα, κάποια φάρμακα, όσα άφησαν οι ευγενείς συμπολίτες στα ράφια. Βγαίνω με γάντια αλλά χωρίς μάσκα, πιστεύω ότι κρατάει τα βακτήρια μέσα στο χαρτάκι, άλλωστε δεν βήχω, δεν μιλάω πια κατά πρόσωπο, αλλά... λοξώς, σαν τον Απόλλωνα. Τι να λέμε... Επικοινωνιακές δόξες!

Το απόγευμα γελάμε με τον ένα μου γιο ή συζητούμε με φίλους στο τηλέφωνο. Αυτή η νέα ποιότητα τηλεφωνημάτων ανθρώπων που ξέρουν ότι δεν μπορούν να συναντηθούν. Αγαπημένοι, συγγενείς, πολύτιμοι φίλοι. Αλλά και το Facebook αποκτά μια νέα διάσταση, πιο συναισθηματική, με αστεία, μουσική, ποίηση, ζωγραφική ή προσπάθειες να ενθαρρύνουμε ο ένας τον άλλο και να ενημερωθούμε σωστά. Κάθε βράδυ διαβάζω περίπου πενήντα ή εκατό σελίδες, όπως πάντα έκανα, από το βιβλίο που έχω στη σειρά. Κοιμάμαι καλά, χωρίς αϋπνίες, δεν φοβάμαι. Υπομένω.

Ένας Γάλλος γιατρός έλεγε προχθές στην τηλεόραση: «Προσέξτε τον φόβο, είναι μεγαλύτερος εχθρός και από τον κορονοϊό, άλλο προσέχω κι άλλο τρέμω...».

Μπορεί να χρειαστεί να κάνουμε το πιο κλειστό μας Πάσχα. Πάσχα αυτοσυγκέντρωσης, Πάσχα αληθινό, χωρίς σούβλες, αλλά με αγάπη για τον πλησίον, κάθε πλησίον, όχι μόνο το φλερτ ή την οικογένεια και τους φίλους μας. Όπως κάθε δοκιμασία, έτσι και η πανδημία μπορεί να μας βγάλει καλύτερους αν δεν μας σκοτώσει.

Όλα αποτελούν υλικό για σκέψη και στοχασμό, αλλαγή στάσης. Καλύτερο δεν είναι αυτό από το να κάνεις διακοπές με ενοχές ή να αρπάζεις ό,τι υπάρχει στα μαγαζιά χωρίς να υπολογίζεις τους άλλους; Όλα θα περάσουν, ακόμη κι αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, και θα ξανανταμώσουμε ελεύθεροι, όσοι τα καταφέρουμε δηλαδή. Γι’ αυτό προσέχετε εαυτούς και αλλήλους! Και προσεύχεστε, μόνοι, βαθιά. Ο Θεός ακούει.


©Victor Moriyama/The New York Times


Τιάνα Προντάνοβιτς, 40 ετών
Διαφημίστρια, παντρεμένη, με ένα τετράχρονο παιδί
«Έχω περάσει κορονοϊό ήδη 5-7 φορές»


Αρχικά έβαλα τα κλάματα, κλότσησα μερικές καρέκλες και έβρισα τον μισό πληθυσμό –όλα αυτά στον χώρο εργασίας– επειδή είχα κανονίσει δύο ταξίδια για το Πάσχα. Το είχα πολλή ανάγκη ακριβώς επειδή μόλις είχα βγει από μια δική μου, προσωπική καραντίνα. Αφενός, αυτός είναι και ο λόγος που δεν μου έπεσε και τόσο βαρύ – το έχω συνηθίσει. Αφετέρου, γι’ αυτό και μου έπεσε πάρα πολύ βαρύ – μου είχε λείψει το έξω.

Η πρώτη σύγκριση – με τους βομβαρδισμούς που είχα ζήσει 21 χρόνια πριν στο Βελιγράδι. Καμία σχέση! Πολύ καλύτερα να σε βομβαρδίζουν, όσο παράλογο κι αν ακούγεται. Δεν σου απαγορεύει κανένας να κινηθείς, απλώς σε προειδοποιεί. Και το πιο σημαντικό; Βρισκόμασταν κυρίως στα σπίτια, αλλά μαζί με φίλους! Κανένας δεν ήταν μόνος του.

Με το παιδί, ενώ χαίρεσαι που το βλέπεις περισσότερο, είναι δύσκολο. Ιδίως όταν το παιδί αρρωσταίνει ήδη δεύτερη φορά μέσα σε 17 ημέρες καραντίνας. Δεν μπορείς να το πας σε γιατρό, δεν μπορείς να του κάνεις εξετάσεις και το άγχος σου είναι πολύ πιο έντονο από ό,τι υπό κανονικές συνθήκες.

Η μεγάλη μας βεράντα είναι τα πάντα, από παρκάκι μέχρι μπαράκι. Εκεί πηδάμε σε νερόλακκους, κάνουμε ποδηλατάδα, παίζουμε μπάλα, φτιάχνουμε χειροποίητα άλμπουμ με φωτογραφίες, τρώμε, πίνουμε ουίσκι με μέλι και λεμόνι (όχι το παιδί) – είναι καλό για τον λαιμό.

Εννοείται, έχω περάσει κορονοϊό ήδη 5-7 φορές. Κάθε φορά που βήχω, με γρατζουνάει ο λαιμός μου ή, δεν ξέρω, παθαίνω διάρροια, έχω σίγουρα κορονοϊό. Και, φαντάσου, ειδήσεις δεν βλέπω, την τηλεόραση την ανοίγω μόνο στις 9 το βράδυ να δω MasterChef. Να μπει και ένας άλλος άνθρωπος μέσα στο σπίτι μας.

Ένα καλό είναι ότι είμαι από τους ανθρώπους που είχαν πολλή δουλειά. Βοηθάει σίγουρα. Όταν το παιδί έχει την υπομονή να παίξει εκείνη την ώρα με τον μπαμπά. Που δεν έχει δουλειά καθόλου. Άλλο άγχος κι αυτό. Ζούμε με έναν μισθό. Αλλά μόνο για φαρμακείο και σούπερ μάρκετ ξοδεύουμε, έτσι κι αλλιώς. Το ουίσκι για το κοκτέιλ κατά του κορονοϊού το βρίσκεις και σε προσφορά. ■
 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ