Πέντε άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών μιλούν για το πόσο ευεργετική αποδεικνύεται η συντροφιά των τετράποδων φίλων τους σε καιρό καραντίνας.

Την ώρα που γράφω αυτό το κομμάτι, μια φουντωτή ουρά μού γαργαλάει τα χέρια και κάτασπρα μουστάκια σαν πετονιά ακουμπούν τρυφερά το μάγουλό μου. Είναι η Αλ Γατόνε –που σώθηκε μια χούφτα γατάκι από τη φωτιά στο Μάτι–, που μου κάνει παρέα με τον νεοαποκτηθέντα ολόγκριζο Μάζελ. Δεκαοκτώ ημέρες κλεισμένη στο σπίτι, δεν έχω αισθανθεί λεπτό μοναξιάς και τους το οφείλω. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο ευγνωμονούν τα κατοικίδιά τους. Η καραντίνα μάς απέδειξε πόσο πολύτιμα είναι και πώς η παρουσία τους μας κατευνάζει και μας ευεργετεί. Ιδού μερικές τέτοιες εξομολογήσεις ζωόφιλων για σκύλους, γάτες, ακόμα και χελώνες.

AΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ηθοποιός)
«Με τέτοιο συγκάτοικο, ας με κλείσουν μέσα για πάντα»


© Zois Triantafillou Sfakianakis


«Μεταξύ μας όλα αυτά που θα πούμε, ε; Πρόκειται περί έρωτος, γεροντοέρωτος δηλαδή. Παλεύω να φτιάξω μια ισότιμη σχέση μαζί της, αλλά αυτή μου αποδεικνύει καθημερινά πόσο υποδεέστερο ον είμαι, ιδιαίτερα τώρα στην καραντίνα, που με έχει στη διάθεσή της όλη μέρα. Τι κι αν της λέω “Σ’ εμένα χρωστάς τη ζωή σου, βρε, που σε έβγαλα από τη μηχανή εκείνου του Nissan Micra, μια σταλιά γατί, και σε τάιζα κιμά για να συνέλθεις, ενώ ο κτηνίατρος σε είχε ξεγράψει!’’. Εκείνη τον χαβά της. Δεκαεπτά μέρες εγκλεισμού, πού να βαρεθώ με τόσες περσόνες που υποδύεται. Τη μια στιγμή είναι το μικρό γατάκι που θέλει φροντίδα, μετά η αγριόγατα που έχει φουντώσει, ύστερα η διανοούμενη που κάνει ότι στοχάζεται και αδιαφορεί που της βάζω φαγητό στο πιατάκι, μετά η γάτα Τσιτσιπάς που αποκρούει έξοχα το παιχνίδι ποντικάκι της ανεβασμένη στο κλιματιστικό. Γατικά μονόπρακτα.

»Υστερα είναι κι όλα αυτά που έχω μάθει από εκείνη, ιδιαίτερα τώρα που μου κάνει υπερεντατική διδασκαλία. Κατ’ αρχάς δεν πλήττει ποτέ, είναι πάντοτε ο εαυτός της, είναι σούπερ αριστοκρατική, από τη στιγμή που θα ξυπνήσει το πρωί μέχρι το βράδυ που θα κοιμηθεί στο στήθος μου (ενώ τα σκυλιά είναι όλα δευτεράντζες). Επίσης με έκανε άνθρωπο εμένα τον σιχασιάρη, που μαζεύω ολόκληρες περούκες από τις τρίχες της στο σπίτι και παρ’ όλα αυτά τη θεωρώ ευλογία. Με τέτοιο συγκάτοικο, ας μας κλείσουν για πάντα μέσα!»


Μάρλεν Μούλιου (καθηγήτρια Μουσειολογίας)
«Μαθήματα ζωής από τη χελώνα μου»



Η επίκουρη καθηγήτρια Μουσειολογίας στο ΕΚΠΑ έχει εδώ και δεκαέξι χρόνια μια χελώνα, την Κυριακή. «Τη βρήκαμε σε μια κυριακάτικη βόλτα με τον γιο μου, όταν εκείνος ήταν πέντε ετών. Ήταν έτοιμη να βγει στην άσφαλτο, φοβηθήκαμε ότι ήταν αποπροσανατολισμένη και θα την πατούσε αυτοκίνητο, και την πήραμε σπίτι. Έκτοτε είναι σταθερό μέλος της οικογένειας και ζει στη μεγάλη μας βεράντα. Αυτές τις ημέρες που έχει ανέβει η θερμοκρασία, βγαίνει από τη χειμερία νάρκη της και θα μας κάνει ξανά παρέα. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρείται με την κλιματική αλλαγή. Ξυπνά πιο νωρίς σε κάποιες απρόσμενες καλοκαιρίες του Ιανουαρίου και μετά ξαναπέφτει σε νάρκη. Έχει τρελαθεί με τις αυξομειώσεις της θερμοκρασίας».

»Η Κυριακή μας έχει καταρρίψει όλα τα στερεότυπα για τις χελώνες. Τρέχει πολύ γρήγορα, είναι ευφυέστατη και πετυχαίνει πάντα αυτό που θέλει, λ.χ. να μπει στην κουζίνα. Ξέρει να χτυπάει το τζάμι και να κουτουλάει τα πόδια μας για να μας τραβήξει την προσοχή. Παρατηρώντας την, έχω πάρει πολλά μαθήματα που θα μου φανούν χρήσιμα όλη αυτή την περίοδο. Είναι εξαιρετικά επίμονη και υπομονετική. Ταυτόχρονα είναι ένα πλάσμα που σου θυμίζει με την παρουσία του ότι θα ζήσει περισσότερο από εσένα και πως πρέπει να θυμάσαι πως η δική σου ζωή έχει πεπερασμένα όρια». 


Κάλλια Παπαδάκη (συγγραφέας)
«Επτά ανθρώπινα χρόνια περίμενε αυτό το καλοκαίρι»



Η συγγραφέας αφιερώνει ένα μικρό κείμενο στο φοξ τεριέ της, την Μπλου, ετών δύο. «Έξω από το παράθυρο ξημερώνει. Τα φώτα της πόλης στα σπίτια που ξαγρυπνούν σβήνουν. Σταμάτησε να βρέχει από χθες. Η Μπλου φοβάται τη βροχή. Τις αστραπές. Και το σκοτάδι. Αγαπά τις βόλτες, το καλοκαίρι και την εξοχή. Τα απογεύματα στη θάλασσα, να βγάζει το κεφάλι της από το αμάξι, να οσμίζεται το παρελθόν· όλα εκείνα που έχουν παρέλθει, την μπάλα της και τους μεζέδες που καταστρατηγούν τη ρουτίνα, μικρές εκπλήξεις, λιλιπούτειες επιβραβεύσεις. Η Μπλου διεκδικεί, απαιτεί, όπως ο χρόνος, ακόμα κι αν μοιάζει ότι έχει προσώρας σταματήσει, στήνει το πέτσινο αυτί της στο τιτίβισμα των πουλιών, ξαπλώνει ανάσκελα στον ήλιο που ξεμυτίζει στο ανθισμένο μπαλκόνι κι ονειρεύεται τα βράδια το τόσο μακρινό καλοκαίρι, που σε πείσμα των καιρών μού γαβγίζει ότι “σίγουρα, θα έρθει”. Επτά ανθρώπινα χρόνια περίμενε αυτό το καλοκαίρι».


Γιώργος Κορδομενίδης (διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο»)
«Αν δεν υπήρχε ο Κύριος Ίμο, θα έπρεπε να τον εφεύρω»


© Άρης Γεωργίου


«Όταν, πριν από εννέα χρόνια, αφυπηρέτησα από την τράπεζα, έπαψα να παριστάνω τον κοινωνικό – ποτέ δεν ήμουν. Βγαίνω από το σπίτι μόνο για τα αναγκαία ψώνια, συναναστρέφομαι ελάχιστους ανθρώπους. Έτσι, δεν αισθάνομαι ότι με περιορίζει ο αναγκαστικός, κοινός αλλά κατά μόνας, εγκλεισμός των τελευταίων ημερών.

 »Βέβαια, αφότου έγινα “ο άνθρωπος” ενός σκύλου, του Κυρίου  Ίμο συγκεκριμένα (“με σελίδα στο Facebook και βίντεο στο Youtube”, όπως συμπληρώνω κάθε φορά που τον συστήνω), οι βόλτες μαζί του, από τα παρτέρια της Αγγελάκη μέχρι τη Βενιζέλου και τανάπαλιν, έγιναν η απαρέγκλιτη καθημερινή ρουτίνα...

 »Ιδιαίτερα τώρα, τον καιρό της καραντίνας, η παρουσία του Κυρίου Ίμο στο σπίτι και στη ζωή μου είναι ευεργετική, καθώς επιβάλλεται με τη δική της “κανονικότητα”. Ο Κύριος Ίμο: μου τραβάει τα σκεπάσματα όταν αργώ να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωί· αξιώνει (με κραυγούλες στην αρχή, με γρυλίσματα και γαβγίσματα, αν δεν ανταποκριθώ) να σβήσω τα φώτα στο σπίτι και να πάω για ύπνο· απαιτεί, κάθε τόσο, να αφήσω γραφείο και υπολογιστή και να καθίσω δίπλα του στον καναπέ, χαϊδεύοντάς τον· δυσανασχετώντας που ο καπνός γίνεται ντουμάνι μέσα στο σπίτι, πηγαίνει και χτυπάει με τα πόδια του την μπαλκονόπορτα για να βγει έξω· με βάζει να ψάχνω στις πιο απίθανες θέσεις το δοχείο του φαγητού του, το οποίο, αφού το αδειάσει, το σπρώχνει προς τα δω και προς τα κει. Η τρυφερότητα που ανταλλάσσουμε είναι απερίγραπτη.
 »Αν δεν υπήρχε ο Κύριος Ίμο, θα έπρεπε να τον εφεύρω».


Κώστας Κωστής (ιστορικός)
«Έχουμε μετατραπεί σε υπηρετικό τους προσωπικό»


© George Adamos


«Συζούμε με δύο σκύλους, τον Κατσάκο και τη Φόξυ, και έναν γάτο, τον Χάρη, που μαζέψαμε μισοπεθαμένο από την Τήνο», λέει ο Κώστας Κωστής και προσθέτει με χιούμορ: «Είχαμε προνοήσει, όχι όπως τώρα στη Νέα Υόρκη που έτρεξαν όλοι να υιοθετήσουν αδέσποτα και δεν έχει μείνει ούτε ένα για δείγμα. Εμείς τα είχαμε έτοιμα πριν από τον κορονοϊό». Και πώς είναι αυτό το ιδιόρρυθμο ménage à trois των τετραπόδων; «Έχουν καταφέρει να βρουν τις ισορροπίες τους και το καθένα παίρνει ό,τι έχει ανάγκη από εμάς. Καμιά φορά πιστεύω ότι έχουμε μετατραπεί στο υπηρετικό τους προσωπικό. Σκεφτείτε ότι οι σκύλοι θέλουν δύο φορές βόλτα την ημέρα επί 365 μέσα στον χρόνο. Όμως, για να μην παραπονιέμαι αδίκως, σήμερα το πρωί που πήγα τον Κατσάκο βόλτα στον Εθνικό Κήπο, ένιωσα μια τρομερή ευεξία, όπως επίσης όλοι όσοι έχουν σκύλο στην εποχή της καραντίνας και κυκλοφορούν κάποιες ώρες έξω».

»Πιστεύω ότι τώρα, στην εποχή της απομόνωσης, τα ζωάκια μας απορούν που μας βλέπουν τόσες ώρες εδώ μέσα, αν κι εμένα ειδικά, που όλο διαβάζω και γράφω, με έχουν συνδέσει με το σπίτι. Ο γάτος κάθεται συνήθως στην αγκαλιά μου και, παρότι πιο μικρόσωμος από τους σκύλους, ενεδρεύει και τους τραβάει σφαλιάρες. Είναι μια σκέτη απόλαυση πάντως να τα βλέπεις όλα μαζί».■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ