Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Διαβάζοντας Καβάφη τις μέρες του εγκλεισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στις μέρες εγκλεισμού και στέρησης θυμάμαι τον Καβάφη. Οχι μόνο επειδή όλοι μπορούμε να αναστενάξουμε, «μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έχτισαν τείχη». Ούτε μονάχα επειδή «Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων», καταδικασμένες, μέσα σε έναν κόσμο όπου «Οταν ανοίξει ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγοριά». Σκέφτομαι αυτό που μου έμεινε όλα τα χρόνια απ’ όταν τον διάβασα τελευταία: το ειρωνικό βλέμμα του μελαγχολικού παρατηρητή του δικού του εγκλεισμού μεταξύ μνήμης και πόθου.

Πέρα από συγκεκριμένα και γνωστά ποιήματα και εικόνες, ο Καβάφης κινείται συνεχώς σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι σίγουρο, μόνιμο, όπου χαρές και ηδονές είναι στιγμιαίες, κλεμμένες σήμερα, θησαυροί του μέλλοντος. Σαν ναυαγός ο ίδιος, ο ποιητής περιγράφει ζωές, αποικίες, αυτοκρατορίες τη στιγμή πριν αφανιστούν στις ερήμους του χρόνου.

Οχι μονάχα ο μέγας ηττημένος Αντώνιος, αλλά και ο ανώνυμος νέος του οποίου η ομορφιά χάνεται στον καθημερινό μόχθο του σιδηρουργείου. Ο χρόνος και η τύχη κινούνται χωρίς παύση, χωρίς οίκτο, για όλους - τον πομπώδη αξιωματούχο, τον κάθε φανατικό και επηρμένο, τη μάνα του ναύτη που μάταια τον περιμένει.

Η μνήμη είναι η κατοικία μας μέσα σε έναν κόσμο που δεν μπορούμε να αγγίξουμε. Βρισκόμαστε εδώ, στο παρόν, όχι εκεί, σε ό,τι θυμούμαστε. Αυτό το κοινό έχουμε και εμείς με τους ανθρώπους που περιγράφει ο Καβάφης – αλλά και με τον ίδιο τον ποιητή. Με τον νέο κορωνοϊό να μας απειλεί όλους –αόρατος εισβολέας όπως ο χρόνος και η τύχη–, γίναμε όλοι παρατηρητές, ναυαγοί στις ακτές μιας άγνωστης θάλασσας που είναι η ζωή μας. Ανθρώπινο είναι όταν μας ζαλίζουν η ταχύτητα και το βάθος των αλλαγών να υπερβάλλουμε για το μέγεθος της ανατροπής. Είναι, όμως, προφανές ότι δεν υπερβάλλουμε στο ότι πολλά θα αλλάξουν. Το ξαφνικό σταμάτημα του χρόνου για όλους, σε σχεδόν όλες τις χώρες, είναι πρωτοφανές. Το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει ενώ οι αδυναμίες της παγκόσμιας οικονομίας και της πολιτικής ήταν ήδη φανερές σημαίνει ότι μέσα από την επιβεβλημένη απραξία έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να αξιολογήσουμε και την πραγματικότητα και τα λάθη μας. Σαν τον ποιητή τη στιγμή μεταξύ σιωπής και λέξης. Οι «αφηγητές» των ποιημάτων του Καβάφη συνήθως δεν βλέπουν την πραγματικότητα, πιστεύουν ότι δρουν αυτοβούλως, ενώ σπεύδουν προς την παγίδα που τους έστησαν ο χρόνος και η τύχη. Εμείς βρεθήκαμε σε τέτοια παγίδα σήμερα – ο καθένας, η χώρα, ο κόσμος όλος. «Βρισκόμαστε σε πόλεμο», ακούμε. «Χρειαζόμαστε νέο Σχέδιο Μάρσαλ». Πώς θα προχωρήσουμε μέσα σε αυτή την κοσμογονία;

Μια επιλογή είναι να μείνουμε όπως είμαστε, να ελπίζουμε ότι θα βρεθεί λύση γρήγορα στο πρόβλημα που μας μαστίζει και να δούμε πώς θα προχωρήσουμε, πώς θα πιάσουμε πάλι το νήμα που κόπηκε από την ξαφνική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας. Αυτός ο δρόμος μοιάζει ο πιο λογικός, ο πιο εύκολος. Μέσα στην ανασφάλειά μας, φυσικό είναι να θέλουμε να γυρίσουμε εκεί όπου ήμασταν πριν από λίγες εβδομάδες. Ετσι, όμως, κινδυνεύουμε να μιμηθούμε αυτούς που μας παραδίδει ο Καβάφης, που αδυνατούν να δουν τη λαίλαπα που έρχεται. Εμείς, παιδιά του 21ου αιώνα (όχι της ύστερης αρχαιότητας από την οποία αντλεί έμπνευση ο ποιητής, ούτε της δικής του Αλεξάνδρειας πριν από 100 χρόνια), οφείλουμε να δούμε ότι οι κοινωνίες μας και οι διεθνείς σχέσεις απαιτούν ριζική αναμόρφωση.

Είναι φανερό ότι πολλές επιχειρήσεις δεν θα αντέξουν την κρίση, ότι η ανεργία αυξάνεται κατακόρυφα, ότι οι κυβερνήσεις θα αναγκαστούν να δαπανήσουν πολύ περισσότερο χρήμα απ’ ό,τι θα αντλήσουν από οικονομίες σε ύφεση. Είναι αναπόφευκτη η ανάγκη για ριζικές λύσεις σε όλα τα επίπεδα. Δεν νοείται οι κοινωνίες να βασίζονται πάνω στην ακραία ανισότητα, όπου δεν εξασφαλίζεται η επιβίωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων, ενώ πολλοί που παρέχουν πολύτιμες υπηρεσίες δεν πληρώνονται αναλόγως. Οταν μιλάμε για πόλεμο και για σχέδια ανοικοδόμησης, οφείλουμε να μιλάμε και για την ανάγκη να εξαλειφθούν οι αδικίες που θα οδηγήσουν ή σε επαναστάσεις ή σε δικτατορίες.

Σήμερα βλέπουμε το μέλλον, βλέπουμε και το παρελθόν. Ο Καβάφης αντλεί από το παρελθόν, ποιεί μια πραγματικότητα για να δείξει τη ματαιότητα της έπαρσης, τον κίνδυνο της αυταρέσκειας, αλλά και την παρηγοριά μιας όμορφης στιγμής που μπορεί, 26 χρόνια αργότερα, να επιστρέψει και «να μείνει μες στην ποίησιν αυτή». Ο βιογράφος του Καβάφη, ο Ρόμπερτ Λίντελ (Robert Liddell, 1974), γράφει ότι ο ποιητής δεν αντλεί μόνο υλικό από το παρελθόν, αλλά με αυτό διαμορφώνει και το παρόν της πόλης που τον γέννησε και τον κράτησε τόσα χρόνια: «Δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι μόνο το σπουδαίο παρελθόν της Αλεξάνδρειας την καθιστούσε υποφερτή για να ζήσει κανείς εκεί – και μόνο ο Καβάφης συνέδεε αυτό το σπουδαίο παρελθόν με τον σύγχρονο κόσμο», γράφει ο Λίντελ.

Και εμείς, για μια στιγμή ακίνητοι μεταξύ του παρελθόντος και ενός αβέβαιου μέλλοντος, καλούμαστε να συνδέσουμε το χθες με το αύριο, να σκεφτούμε το αύριο που θέλουμε. Αν μάθαμε κάτι από τον εγκλεισμό, αν θυμόμαστε κάτι από τον Καβάφη, είναι ότι ο πόθος οδηγεί τη μνήμη, η μνήμη τον πόθο. 

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ