ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Πλανήτης «Κ»

Ο σχεδιαστής κοσμημάτων Μάριος Βουτσινάς φωτογραφίζει τους ακάλυπτους της Αθήνας.
 

Την περίοδο της κοινωνικής αποστασιοποίησης, η μεγαλύτερη διαδρομή που διανύουμε συνήθως είναι από το σαλόνι έως τον ακάλυπτο της κρεβατοκάμαρας. Ξαφνικά, ακόμα και αυτό το άχαρο άνοιγμα που βλέπει ήλιο κάποιες ώρες της ημέρας έχει αποκτήσει απροσδόκητο ενδιαφέρον. Γίνεται ξέφωτο και παρατηρητήριο της ζωής των άλλων, στους οποίους δεν πολυδίναμε σημασία. Τώρα, όμως, είμαστε πρωταγωνιστές στο ίδιο έργο. Και μπορεί εμείς να ανακαλύψαμε την αξία του εν μέσω εγκλεισμού, αλλά κάποιοι άλλοι γνώριζαν ήδη τη γοητεία του, όπως ο σχεδιαστής κοσμημάτων Μάριος Βουτσινάς, που φωτογραφίζει τους ακάλυπτους της Αθήνας εδώ και μία πενταετία.



 Στις λήψεις του βλέπεις σφουγγαρίστρες και σιδερένιες ντουλάπες, κεραίες και αεραγωγούς, παντζούρια με γρίλιες, μονάδες από κλιματιστικά σε συνθέσεις αναπάντεχα όμορφες.

«Αν είναι κανείς παρατηρητικός, την ξετρυπώνει την ομορφιά από παντού. Είναι κάπου κρυμμένη και μας περιμένει. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εστιάσουμε το βλέμμα μας. Πριν από τον κορονοϊό περνούσε πάνω από τα αντικείμενα και τις εικόνες, ενώ τώρα τις επεξεργάζεται, γιατί έχουμε τον χρόνο», λέει ο διακοσμητής και σχεδιαστής κοσμημάτων.



Συνεχίζει: «Πώς οι ζωγράφοι του παρελθόντος έστηναν μερικά ταπεινά, καθημερινά αντικείμενα για να τα αποτυπώσουν στον καμβά; Έτσι αντιμετωπίζω και εγώ αυτό το θέμα με εικαστική σκοπιά. Το καλό με τους ακάλυπτους είναι ότι κάποιος άλλος έχει κάνει τη σκηνογραφία και εσύ ξαφνικά ανακαλύπτεις μπροστά σου μια μικρή παράσταση. Θυμάμαι, λ.χ., ένα ισόγειο στην Ομόνοια ενός τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας. Μόλις κοίταξα έξω, είδα τα κεφάλια από τρεις αναποδογυρισμένες σφουγγαρίστρες και είπα μέσα μου: “Α, οι τρεις αδελφές”».



Ο Μάριος Βουτσινάς κλείνει ήδη 27 ημέρες μέσα και μόλις εξασφάλισε την ειδική άδεια ελεύθερου επαγγελματία από τον Δήμο Αθηναίων, για να μπορεί να βγαίνει από το σπίτι για τις δουλειές του. «Κάθε ακάλυπτος λέει πολλά για την ψυχοσύνθεση του κατόχου του. Ο δικός μου, λ.χ., είναι απόλυτα καθαρός και τακτοποιημένος, σαν χειρουργείο. Άλλοι είναι απλώς μέρη όπου ακουμπάμε ό,τι δεν θέλουμε να βλέπουμε, αλλά και αυτό μπορεί να προσελκύσει το μάτι. Έχει πλάκα να εντοπίζεις ότι το πίσω μέρος μιας κατοικίας μαρτυρά πράγματα για τον ένοικο».



Και τι τον ενδιαφέρει στη θέα ενός ακάλυπτου; «Αυτό που εγώ αποκαλώ, λ.χ., μια οπτική “ανορθογραφία”, ένα αντικείμενο τοποθετημένο κάπως που σε ξαφνιάζει. Για καθεμία από τις φωτογραφίες μου έκανα πολλές λήψεις για να μπορέσω να απομονώσω αυτό που ήθελα. Στο τέλος βρίσκω κάτι που φαίνεται να έχει τη χάρη και την ισορροπία. Από μικρός είχα σχέση με τη φωτογραφία, και αυτή η συνήθεια έγινε μια καθημερινή μου δραστηριότητα, ιδιαίτερα από τότε που βγήκαν οι έξυπνες συσκευές κινητών με κάμερα».

Πριν κλείσουμε το τηλέφωνο, μου λέει: «Δεν είναι όλοι οι ακάλυπτοι δυστυχισμένοι ή παραμελημένοι. Υπάρχουν ενδιαφέροντες και ευτυχείς. Όταν με το καλό βγείτε από το σπίτι, πιείτε έναν καφέ στο Μουσείο Γουλανδρή στο Παγκράτι ή στο αίθριο στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, με τα εστιατόρια και τα καφέ του, και σηκώστε το βλέμμα σας ψηλά».■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ