ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κλεισμένη, όπως εκατομμύρια άνθρωποι, στο σπίτι, η συγγραφέας αναπολεί ένα επικό ταξίδι στον Αρκτικό Κύκλο και μια διδακτική συνάντηση με κοπάδι ταράνδων της Βόρειας Αμερικής.

Εδώ και κάποιον καιρό, που τα ταξίδια μοιάζουν με κάτι μακρινό, βρίσκω παρηγοριά σε μια εικόνα που έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου. Το βαθύ, καστανό βλέμμα ενός μικρού καριμπού καθώς περνούσε σε απόσταση αναπνοής από μπροστά μου. Το λευκό των ματιών του καθώς με κοίταξε όλο έκπληξη. Τον φόβο του για το άγνωστο, τον οποίο κατανικούσε η αποφασιστικότητά του.

Στις 17 Μαρτίου 2012, του Αγίου Πατρίκιου, ξεκίνησα με τον σύζυγό μου για ένα ταξίδι 6.437 χλμ. από το Bellingham της Ουάσιγκτον, στα βορειοδυτικά των ΗΠΑ, έως την Kotzebue της Αλάσκας, ψηλά πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο. Τους επόμενους έξι μήνες, κινούμενοι μόνο με τις δυνάμεις μας (πεζή, με σκι και βάρκες διαφόρων τύπων) θα ανακαλύπταμε μερικά από τα πιο απομακρυσμένα τοπία του πλανήτη.

Προς το τέλος του ταξιδιού, βρεθήκαμε να κατεβαίνουμε με κανό τον φουσκωμένο ποταμό Noatak, ο οποίος πηγάζει από την οροσειρά Brooks της βόρειας Αλάσκας. Ο χειμώνας είχε έρθει νωρίτερα και η βροχή μετατρεπόταν αμέσως σε χιόνι. Τουρτουρίζοντας πάνω στο κανό, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι σύντομα θα βρισκόμασταν στην όχθη περιτριγυρισμένοι από ταράνδους-καριμπού, με τις αναπνοές μας να γίνονται ένα με τις δικές τους. Ένα απόγευμα, όμως, παρατήρησα κάτι σαν κλαδί να επιπλέει στο νερό, και μετά ακόμα ένα. Μέχρι να καταλάβουμε πως ήταν κέρατα, δύο καριμπού είχαν διασχίσει το ποτάμι και τινάζονταν για να στεγνώσουν. Στην αντίπερα όχθη, δεκάδες ακόμα περίμεναν τη σειρά τους για να διασχίσουν το ποτάμι. Τραβήξαμε το κανό στη στεριά για να τα παρακολουθήσουμε. Όταν και τα τελευταία ζώα είχαν περάσει απέναντι, περπατήσαμε κατά μήκος της ακτής για να βρούμε το μονοπάτι που είχαν ακολουθήσει. Οι πατημασιές τους διασταυρώνονταν στη λάσπη.


Αντικρίζοντας την οροσειρά Brooks στη βόρεια Αλάσκα, αισθάνεσαι πραγματικά την ασημαντότητα της ύπαρξής σου. © Patrick Farrell


Στην αρχή όλα ήταν ήσυχα. Ξαφνικά όμως, ένα βουητό, που όλο και πλησίαζε σαν κύμα, μας έκανε να γονατίσουμε και να κρυφτούμε στους θάμνους. Αισθανθήκαμε την ενέργεια των ζώων, πριν ακόμα τα δούμε να ξεχύνονται από τον διπλανό λόφο κατευθείαν προς το μέρος μας. Χωρίς να το καταλάβουμε, είχαμε γίνει κομμάτι ενός κοπαδιού που μετανάστευε. Τα ζώα περνούσαν το ένα πίσω από το άλλο δίπλα στην κρυψώνα μας, τόσο κοντά μας, που θα μπορούσα να είχα τεντώσει το χέρι μου και να είχα αγγίξει τις πλάτες τους. Δεκάδες και στη συνέχεια εκατοντάδες, μέχρι που χάσαμε το μέτρημα. Χνώτα στον κρύο αέρα, θορυβώδεις οπλές, μαύρες μουσούδες που γυάλιζαν. Ενιωθες το επείγον στις κινήσεις τους.

Στις εναέριες εικόνες που βλέπουμε σε περιοδικά και ντοκιμαντέρ η μετανάστευση των καριμπού μοιάζει πάντα τέλεια χορογραφημένη. Χιλιάδες ζώα διασχίζουν την τούνδρα κινούμενα συγχρονισμένα σε κυματοειδείς σχηματισμούς, λες και χορεύουν. Στο έδαφος όμως, με τους ίδιους τους «χορευτές», ανακάλυψα ένα διαφορετικό σκηνικό. Η μετανάστευση δεν έμοιαζε με γαλήνια πομπή. Αντίθετα, ήταν χαοτική και άναρχη. Φανταστείτε την αυλή ενός νηπιαγωγείου, με τα πιτσιρίκια να προσπαθούν να στοιχηθούν μετά το διάλειμμα.

Την κατάσταση έκανε δυσκολότερη το μποτιλιάρισμα που είχε δημιουργηθεί: κάθε καριμπού έπρεπε να αποφασίσει αν θα πηδούσε στο νερό από ένα ανάχωμα δύο μέτρων ή αν θα συνέχιζε κατά μήκος του μονοπατιού για να βρει άλλη δίοδο. Τις στιγμές αυτές της αναποφασιστικότητας, ήταν σχεδόν πάντα κάποιο θηλυκό με το μικρό του που έπεφταν πρώτα στο νερό. Τα μικρά έμεναν κοντά στις μαμάδες τους, ανταλλάσσοντας μαζί τους μικρά μουγκρητά καθώς πλατσούριζαν στο απότομο ρεύμα. Αυτά διέτρεχαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο και ήταν επίσης αυτά που δεν θα έπρεπε να καθυστερούν. Και όμως, συχνά δίσταζαν και σκόνταφταν και ενίοτε οπισθοχωρούσαν, αφήνοντας κάποιο άλλο μέλος του κοπαδιού να προσπεράσει. Δεν μπορούσα να φανταστώ τέτοια αταξία και τέτοιο χάος στις κινήσεις αυτών των τόσο κοινωνικών ζώων.

Όσο περισσότερο, όμως, καθόμουν και τα παρατηρούσα, τόσο περισσότερα άρχιζα να καταλαβαίνω για τη δυναμική του κοπαδιού. Οι κινήσεις του κάθε ζώου καθορίζονταν από κάτι μεγαλύτερο από το ίδιο. Πίσω από το χάος διέκρινα τη συλλογική ανάγκη μετακίνησης προς τα εμπρός. Και όσο σπασμωδικές κι αν έμοιαζαν οι κινήσεις τους, όσα καριμπού κι αν συνέχιζαν να κατεβαίνουν από τους λόφους για να κολλήσουν και αυτά στην κίνηση, δεν είδα ούτε μία σπρωξιά.  Ήταν λες και το κάθε ζώο κινούνταν μέσα σε μια φούσκα ασφαλείας, λειτουργώντας με βάση έναν απαράβατο, άρρητο κανόνα: «μη βλάψεις τον γείτονά σου». Ένα μεγάλο αρσενικό πέρασε προσεκτικά ακόμα και πάνω από τα τεντωμένα πόδια του συζύγου μου, προσαρμόζοντας τα βήματά του ανάλογα με τα εμπόδια που συναντούσε μπροστά του. Οι κινήσεις μπορεί να μην ήταν συγχρονισμένες, τα ίδια τα ζώα όμως φαινόταν να έχουν μια στενή και ουσιαστική σύνδεση.

Την αποστολή αυτή την είχα ξεκινήσει όχι γιατί ήθελα να αποδράσω, αλλά γιατί χρειαζόμουν να βρω τον δρόμο μου για το σπίτι. Είχα πρόσφατα τελειώσει το PhD μου στη Βιολογία Άγριας Ζωής, αλλά αισθανόμουν πιο αποκομμένη από τον φυσικό κόσμο από ποτέ. Αν και είχα ξεκινήσει τις σπουδές μου με σκοπό να λύσω ένα οικολογικό μυστήριο –τις παραμορφώσεις που είχαν εμφανιστεί στα ράμφη κάποιων πουλιών της Αλάσκας–, είχα απογοητευτεί με την έρευνα. Αντί να βαδίζω στα χνάρια της πρωτοπόρου θαλάσσιας βιολόγου Ρέιτσελ Κάρσον, είχα καταλήξει σε ένα εργαστήριο, να κοιτάω μέσα από ένα μικροσκόπιο και να θρηνώ για το πώς η επιστήμη τελικά, αντί να απαντά σε ερωτήματα, δημιουργεί περισσότερα.

Βέβαια, ποτέ δεν είναι μονάχα ένας ο λόγος για τον οποίο ταξιδεύουμε. Για μένα υπήρχε πάντα και η πίεση του χρόνου, που ξαφνικά είχε γίνει ακόμα πιο έντονη. Ο πατέρας μου είχε πρόσφατα διαγνωστεί με Πάρκινσον, η μικρότερη αδελφή μου περίμενε το πρώτο της παιδί και εγώ είχα να πάρω τις δικές μου αποφάσεις για το αν ήθελα να ξεκινήσω μια οικογένεια. Το μέλλον δεν απλωνόταν πλέον διάπλατα μπροστά μου. Και ενώ υπήρχαν και άλλοι τρόποι με τους οποίους θα μπορούσα να είχα αναμετρηθεί με όσα με απασχολούσαν, εγώ επέλεξα τα βουνά και τα ποτάμια. Και αυτά με τη σειρά τους μου χάρισαν γενναιόδωρα προοπτική.


Περπατώντας ανάμεσα σε κορμούς και κλαδιά δέντρων που έχουν ξεβραστεί στις ακτές του Αρκτικού Ωκεανού, κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ και τον Καναδά. © Patrick Farrell


Για τους έξι μήνες που λείπαμε, η αγριότητα του τοπίου είχε περιορίσει τις ανάγκες μας στα απολύτως απαραίτητα: φαγητό, στέγη, αγάπη. Αντί να προσπαθώ να τα βγάλω πέρα με mails και προθεσμίες, εξέταζα τον ορίζοντα για αρκούδες και έστηνα τη σκηνή μου κόντρα σε καταιγίδες. Βολιδοσκοπούσα την κατεύθυνση του ανέμου πάνω στο μάγουλό μου και δοκίμαζα την αντοχή του χιονιού λες και έπαιρνα σφυγμό. Διάβαζα την τούνδρα ψηλαφητά, όπως οι τυφλοί με το σύστημα Braille, ψάχνοντας μονίμως για σταθερό πάτημα. Ανιχνεύοντας την καμπυλότητα της Γης με βήματα και με κουπιές, ο κόσμος μεγάλωνε και συρρικνωνόταν την ίδια στιγμή.

Εξ ορισμού ήμασταν εξαιρετικά απομονωμένοι. Για 176 μέρες είχαμε μόνο ο ένας τον άλλο και μοιραζόμασταν τα πάντα, από τη σκηνή μέχρι το κατσαρόλι του φαγητού. Ποτέ όμως δεν αισθανθήκαμε πραγματικά μόνοι. Σε κορυφές παγετώνων και σε κολπίσκους καλυμμένους με βρύα, σε απότομα περάσματα από βουνά και εν μέσω καταιγίδων, είχαμε τη συντροφιά φτερωτών και τετράποδων συνοδοιπόρων, οι οποίοι έκαναν τα δικά τους απίθανα ταξίδια.

Έχοντας καθελκύσει χειροποίητες βάρκες εν μέσω χαλαζοθύελλας, έχοντας αντιμετωπίσει κουνούπια και χιονοστιβάδες, καθώς και μια επιθετική αρκούδα, είχα μάθει να εστιάζω σε ένα πράγμα: το τώρα.

Λίγες μέρες πριν συναντήσουμε τα καριμπού, χρειάστηκε να περιμένουμε στην όχθη του ποταμού εν μέσω καταιγίδας για έναν ανεφοδιασμό που δεν ερχόταν. Ξαπλωμένοι στην τέντα μας, αναρωτιόμασταν τρομαγμένοι αν η ζωή μας θα τελείωνε εκεί. Ανακαλύψαμε τα όρια του σώματός μας επιβιώνοντας για περίπου πέντε μέρες με δύο θρυμματισμένες μπάρες δημητριακών, λίγες κουταλιές ελαιόλαδο και ένα πακέτο στιγμιαίων νουντλς. Ο ήδη βαρύς ουρανός βάραινε περισσότερο από ερωτήματα που ήταν αδύνατον να απαντηθούν. Μήπως είχαμε απαιτήσει υπερβολικά πολλά από εμάς τους ίδιους και από τη Γη; Άξιζε;

Όταν το αεροπλανάκι με τα εφόδια έφτασε, φάγαμε λαίμαργα σε σημείο ναυτίας. Συνεχίζοντας την κάθοδο του ποταμού το επόμενο πρωί, δεν ήμουν σίγουρη τι μας είχε διδάξει η εμπειρία αυτή. Ίσως μονάχα την προφανή και ταπεινωτική θνητότητά μας.

Το βροχερό εκείνο απόγευμα, όμως, στη συσσωρευμένη ενέργεια των σωμάτων των καριμπού που ρίχνονταν στον αρκτικό ποταμό, αισθανθήκαμε τη θεία χάρη. Για εκατοντάδες χιλιόμετρα ταξιδεύαμε στη σκιά τους, έχοντας πίστη ότι με τη σοφία τους θα μας βοηθούσαν να διασχίσουμε εδάφη που έμοιαζαν απροσπέλαστα. Ακολουθώντας τα ίχνη τους, μάθαμε πως υπάρχει πάντα δρόμος προς τα εμπρός.

Όταν ένα μικρό καριμπού σταμάτησε για να με μυρίσει, τρέχοντας μετά ξανά στη μαμά του, συνειδητοποίησα πως είχα βρει αυτό που έψαχνα: την πίστη στο άγνωστο. Την ομορφιά εκεί που δεν την περίμενα. Την ανακούφιση που αισθάνεσαι στα σπλάχνα όταν γίνεσαι μάρτυρας σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από εσένα τον ίδιο.

Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε και πάλι να κατεβαίνουμε τον ποταμό Noatak προς τη θάλασσα Chukchi και τον τελικό μας προορισμό. Στη θεωρία, ξέραμε καλά ότι δεν θα μπορούσαμε να εξαφανιστούμε στην ερημιά του βορρά για μισό χρόνο και να επιστρέψουμε ίδιοι. Το πώς θα ήταν στην πράξη η επιστροφή αυτή, όμως, δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε –ούτε είχε σημασία. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε μέχρι να τα ζήσουμε. Το ότι είχα βρεθεί ανάμεσα στα καριμπού ήταν ό,τι χρειαζόμουν για να κλείσει αρμονικά αυτό το κεφάλαιο της ζωής μου.


Κέρατα καριμπού σε περιοχή κοντά στην πολίχνη Anaktuvuk Pass της Αλάσκας. © Patrick Farrell


Σήμερα, όπως όλοι μας, αναζητώ απεγνωσμένα την επαφή. Ακούω το κουδούνι του σχολείου, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, να χτυπάει και περιμένω τις φωνές των παιδιών, που όμως δεν έρχονται. Κρατάω δύο μέτρα απόσταση από την αδελφή μου και αισθάνομαι το κενό μεταξύ μας να βαθαίνει και να πονάει. Αγκαλιάζω τα παιδιά μου σφιχτά, γιατί ακόμα μπορώ. Και μετά κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι τα καριμπού να διανυκτερεύουν στο χιόνι εφησυχασμένα, χάρη στη γνώση ότι η νύχτα θα περάσει και ο ήλιος θα ανατείλει και θα τους ζεστάνει τις πλάτες.

Εμείς δεν είμαστε καριμπού. Δεν οργώνουμε την τούνδρα κάθε άνοιξη και φθινόπωρο σε αναζήτηση τροφής και στέγης. Δεν μπορούμε να επιβιώσουμε με παγωμένες λειχήνες και τη ζεστασιά της γούνας μας. Τα κουνούπια και οι λύκοι δεν είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί μας. Είναι τα καθημερινά γεγονότα των ανθρώπινων ζωών μας που έχουν σημασία, και μάλιστα μεγάλη. Ακόμα και τώρα, όμως, που θέλω να πιστέψω σε ένα ωραίο τέλος, πιάνω τον εαυτό μου να στρέφεται για παρηγοριά στην αγριότητα ενός αρκτικού ποταμού, στα τρομαγμένα μάτια ενός μικρού καριμπού που έχει απομακρυνθεί από τη μαμά του, και να βρίσκω γαλήνη στο γεγονός ότι είμαι παρούσα. Τα καριμπού μού θυμίζουν ότι πρέπει να συμφιλιώσουμε τη σαθρή φύση της ύπαρξής μας με την αξία των όσων ενδέχεται να χάσουμε.  

Τελικά, μπορεί να μη διαφέρουμε και πολύ από τα καριμπού που διέσχιζαν το ποτάμι. Καθώς και εμείς παλεύουμε ενάντια στο ρεύμα, κρατιόμαστε στην επιφάνεια χάρη στη γνώση ότι δεν είμαστε μόνοι. Χαιρετάμε τους γείτονές μας στην οθόνη του κινητού μας ή πίσω από παράθυρα, κρατάμε αποστάσεις που μοιάζουν βεβιασμένες και αφύσικες και ανταλλάσσουμε σιωπηλές ευχές, αναγνωρίζοντας πως για εμάς, όπως και για τα καριμπού, η γνώση ότι ανήκουμε σε μια κοινότητα είναι το παν. Ακόμα και απομονωμένοι στις αόρατες φούσκες μας, αισθανόμαστε τη δυναμική του κοπαδιού που κατεβαίνει με ορμή τη βουνοπλαγιά. Γνωρίζουμε πως δεν υπάρχει κανείς για να μας σώσει παρά μόνο εμείς οι ίδιοι.

Βρίσκοντας το κουράγιο να πηδήσουμε, περιμένοντας το σοκ του κρύου νερού να περάσει, βλέποντας τα κυματάκια που σχηματίζουν στο νερό οι προσωπικές μας επιλογές, αρχίζουμε να κινούμαστε σαν ένα σώμα. Για να επιβιώσουμε μαζί, πρέπει να είμαστε θαρραλέοι. Και συμπονετικοί. Πρέπει να μάθουμε πότε να βγαίνουμε μπροστά και να ηγούμαστε και πότε να κάνουμε στην άκρη για να περάσουν άλλοι με ασφάλεια. Και τις στιγμές αυτές, όταν ο φόβος μού κόβει την αναπνοή, θα θυμάμαι τους υδρατμούς να αναδύονται από τις πλάτες των καριμπού και τις μανάδες να βουτάνε θαρραλέα στο κρύο νερό με τα παιδιά τους, και θα επιτρέπω στον εαυτό μου να πιστεύει πως κι εμείς μπορούμε να βρούμε τον δρόμο μας.

· Καριμπού ονομάζονται οι τάρανδοι της Βόρειας Αμερικής.
· H Caroline Van Hemert είναι βιολόγος άγριας ζωής και συγγραφέας. Το βιβλίο της «The Sun is a Compass», για την αποστολή που πραγματοποίησε το 2012 με τον σύντροφό της στην Αλάσκα, εκδόθηκε πέρυσι και φέτος τον Φεβρουάριο κυκλοφόρησε σε paperback.
Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ