ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τι θα απογίνει με την περίφημη κοινωνική αποστασιοποίηση; Νοσταλγήσατε κι εσείς τους πολύβουους δρόμους; Ανυπομονείτε για τη μέρα που θα ξεχυθούμε όλοι μαζί στην παραλία; Ή ονειρεύεστε ακόμη τον προσωπικό σας παράδεισο, μακριά από το αγριεμένο πλήθος;

Το 1925, ο Φλαμανδός Φρανς Μαζερέλ «χάραξε» ένα μυθιστόρημα σε 100 ξυλογραφίες.* Στις εικόνες του συναντάμε τους ξέφρενους ρυθμούς των κινηματογραφικών μητροπόλεων, πριν γυριστούν οι σχετικές ταινίες. Στα μαυρόασπρα χαρακτικά του βλέπουμε τους ουρανοξύστες, τα φουγάρα, τα πολύβουα σταυροδρόμια και τις χαοτικές λεωφόρους που θα ξαναβρούμε στα καταιγιστικά πλάνα του Ρούτμαν από το Βερολίνο του 1927 ή του Βερτόφ στον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή» του 1929.

Η «Πόλη» του Μαζερέλ αποτελεί ένα είδος οπτικού λεξικού της μητρόπολης του μοντερνισμού: αγώνες αυτοκινήτων, βαγόνια, γήπεδα, διαδηλώσεις, εργοστάσια, θέατρα, ιπποδρομίες, καμπαρέ, λεμβοδρομίες, μικροπωλητές, πλατείες, σταθμοί, τραμ, υπόγειες διαβάσεις, χαμαιτυπεία, ψαραγορές και ωρολογοποιεία.

Αλλά αυτό που κυριαρχεί στο βιβλίο του, αυτό που υπάρχει παντού, ακόμη κι όταν δεν είναι εμφανές, είναι το πλήθος. Το ορμητικό ποτάμι των ανθρώπων της πόλης. Το βλέπουμε να κατακλύζει το κάδρο, σε πρώτο πλάνο, στο φόντο, να εισβάλλει στους δρόμους από αριστερά, από δεξιά, από κάτω. Ακόμη κι όταν δεν το βλέπουμε, το αισθανόμαστε – είναι πάντα εκεί, δίπλα στον μοναχικό διαβάτη, πίσω από τις προσόψεις, πίσω από τις κουρτίνες, στα μακρινά παράθυρα, στις αντανακλάσεις του φωτός στους έρημους δρόμους.

 «Το να γίνεις πλήθος σημαίνει να κρατήσεις τον θάνατο απέξω. Αν αποσπαστείς, διακινδυνεύεις τον θάνατο ως άτομο, αντιμετωπίζεις τον θάνατο μόνος. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος. Πήγαιναν για να γίνουν πλήθος». Σε αυτό το απόσπασμα από τον «Λευκό θόρυβο», ο Ντε Λίλο αναφέρεται στα πλήθη που άκουγαν μαγνητισμένα τους λόγους του Φίρερ, λίγο μετά την έκδοση της «Πόλης». Ο Τζακ Γκλάντνεϊ, ο μεσόκοπος υπέρβαρος ήρωάς του, διδάσκει ένα μάθημα που ο ίδιος καθιέρωσε, τις «Χιτλερικές σπουδές», στο αξιοπρεπές, ήσυχο κολέγιο των μεσοδυτικών πολιτειών. Η ζωή του ανατρέπεται εξαιτίας ενός τοξικού νέφους που σκεπάζει τη μικρή του πόλη.

«Ο άνθρωπος δεν φοβάται τίποτα περισσότερο από το άγγιγμα του αγνώστου. Θέλει να βλέπει ό,τι τον προσεγγίζει και να είναι σε θέση να το αναγνωρίσει ή έστω να το κατατάξει. Ο άνθρωπος πάντοτε προσπαθεί να αποφύγει τη φυσική επαφή με οτιδήποτε ξένο», γράφει ο Ελίας Κανέτι στο «Πλήθη και εξουσία» («Masse und Macht», «Crowds and Power», «Μάζα και Εξουσία», η συζήτηση για την απόδοση του όρου μπορεί να πάει πολύ μακριά). Παραδόξως, εκεί ακριβώς φωλιάζει η βαθιά ανάγκη μας να είμαστε μαζί: «Το πλήθος επιδιώκει να απαλλάξει το άτομο από τον φόβο να αγγιχθεί. [...] Κάθε άνθρωπος είναι τόσο κοντά στον άλλο όσο και στον ίδιο του τον εαυτό. Και ένα τεράστιο κύμα ανακούφισης κυριαρχεί. Γι’ αυτή την ευλογημένη στιγμή –όπου κανείς δεν είναι καλύτερος, κανείς πιο σημαντικός από τον άλλο– οι άνθρωποι σχηματίζουν πλήθη».

Σήμερα αναπηδάμε ακόμη θυμωμένοι αν κάποιος περαστικός μάς πλησιάσει στα τρία μέτρα. Ταυτόχρονα αναπολούμε νοσταλγικά, οικογενειακά τραπεζώματα, πανηγύρια στο χωριό, θορυβώδη πάρτι, ακόμα και το στρίμωγμα στα βαγόνια του Ηλεκτρικού.

Σας έχουν λείψει κι εσάς οι ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες, η –σχεδόν συναρπαστική– αγωνία του «διάπλου» του μπαρ για να ευχηθείς στον εορτάζοντα, η ανακούφιση της εξασφάλισης των τελευταίων θέσεων για την προβολή του σαββατόβραδου;

Πάντα είχε κάτι αμφιλεγόμενο η έννοια του πλήθους. Τη μια μπερδευόταν με τη μάζα, την άλλη με τον λαό. Πότε ηχούσε απειλητικά, πότε ηρωικά. Σαν να μην μπορούσαμε να αποφασίσουμε αν θέλουμε να είμαστε στον αγώνα ενωμένοι ή αν οι άλλοι είναι η κόλαση. Πόσω μάλλον τώρα. Τι είναι πιο ισχυρό τελικά, ο φόβος να πεθάνουμε εξαιτίας των άλλων ή ο φόβος να πεθάνουμε μόνοι;

Οι άνθρωποι δεν είναι νησιά. Η επιβίωση προϋποθέτει τη συνύπαρξη. Και η ευτυχία εξάλλου. Στην τελευταία σελίδα της «Πόλης», μια κοπέλα κοιτάει έκθαμβη από το παράθυρο της σοφίτας της τον λαμπρό νυχτερινό ουρανό, που γίνεται ένα με την πόλη, ένα με τον γαλαξία, τα αστέρια, τα φώτα στα σπίτια, την κίνηση στους δρόμους, το φεγγάρι. Με ανοιχτό στόμα τα κοιτάζει όλα αυτά. Κι εμείς μαζί της. Με ανοιχτό στόμα, από θαυμασμό μπροστά στα θαύματα του κόσμου.

* Frans Masereel, «Η πόλη», εκδ. Άγρα

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ