Υπάρχει κάτι που θα μας λείψει πραγματικά τώρα που αφήνουμε πίσω μας την αλλόκοτη συνθήκη του εγκλεισμού; Εννέα πρόσωπα από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών δίνουν τη δική τους απάντηση.

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
σκηνοθέτης και ηθοποιός
«Η ησυχία»


Λέμε αυτές τις μέρες πως «είμαστε όλοι στο ίδιο καράβι». Αλλά δεν είμαστε, είμαστε απλώς στην ίδια καταιγίδα, με άλλο καραβάκι ο καθένας. Οπότε, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό να λέμε τι θα μας λείψει όταν τελειώσει, πριν τελειώσει. Υπάρχουν άνθρωποι που όλο αυτό το περνάνε πολύ δύσκολα και άνθρωποι που περιμένουν πώς και πώς να έρθει η ώρα να δουλέψουν για να ζήσουν, ας σιωπήσουμε λίγο λοιπόν.

Αλλά, ναι, κάτι θα μου λείψει: η ησυχία. Η ζωή των ανθρώπων του θεάτρου είναι πάντα μέσα στον κόσμο, για τον κόσμο, τώρα, για πρώτη φορά, δεν υπάρχει κανείς γύρω, μόνο οι ελάχιστοι πολύ κοντινοί. Αυτή την καινούργια κατάσταση, την ησυχία, την τιμώ όσο μπορώ, και μου επιστρέφει τους καρπούς της, που είναι ιδιωτικοί.

Περπατώντας τη Μεγάλη Παρασκευή, στη δύση του ήλιου, σε έναν άδειο δρόμο με υπέροχα δέντρα, άκουγα την πένθιμη καμπάνα της κοντινής εκκλησίας να καλεί ένα εκκλησίασμα που δεν θα προσερχόταν. Αλλά η καμπάνα δεν καλούσε μάταια, όποιοι την άκουγαν ήξεραν τι λέει, το εκκλησίασμα, σκόρπιο κι αθέατο, ήταν εκεί. Ένιωσα σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος, σαν να είμαι μέσα σε έναν πίνακα του Χόπερ. Και κατάλαβα, εκείνη τη στιγμή, πως όταν τελειώσει όλο αυτό, θα έρθουν ώρες που θα το νοσταλγούμε.


Δημήτρης Λιγνάδης
καλλιτεχνικός διευθυντής Εθνικού Θεάτρου
«Η αλληλεγγύη και η πειθάρχηση στην Ανάγκη»


(Φωτογραφία: Κωστής Σωχωρίτης)


Η μνήμη διαθέτει τον αμυντικό μηχανισμό να διυλίζει μια δυσάρεστη εμπειρία που κάποτε συνέβη και να κρατά μόνο τη θετική ανάμνηση. Όπου ο όρος «θετική» εμπεριέχει και τη «χρήσιμη». Αν θα συντηρούσα λοιπόν κάτι θετικό στον νου μου από την πρόσφατη εμπειρία του κατ’ οίκον περιορισμού, θα ήταν:

—    Η αίσθηση του πρωτόγνωρου που δίνει κάθε μη αναμενόμενο βίωμα. Όταν αντιλαμβάνεσαι πως για οποιονδήποτε προγραμματισμό κάνεις, βραχύπνοο είτε μακρόπνοο, η τελική πραγμάτωσή του ανήκει σε μια δύναμη πέρα από τα ανθρώπινα. Αυτή η διαπίστωση, όσο σκληρή και να είναι, προσφέρει τελικά την ηδονή μιας άνωθεν αποκαλυπτικής γνώσης.
—    Η συνειδητοποίηση της σμικρότητας του Ανθρώπου μπροστά σε κάτι ισχυρότερο από αυτόν. Και, την ίδια στιγμή, της μεγαλοσύνης του με την οποία αντιπαρέρχεται τη σμικρότητα αυτή.
—    Η ευρύτερη κατανόηση, αποδαιμονοποίηση και ευεργετική χρήση του αγαθού της τεχνολογίας, μέσω της ψηφιακής επικοινωνίας.
—    Η αναβάπτιση της πίστης σε αξίες που, πριν από την πανδημία, ήταν περιφρονημένες. Ίσως και κυνηγημένες.
—     Η χαρά τού να ανακαλύπτεις δεξιότητες επιβίωσης και προστασίας, ατομικής και ομαδικής.

Θα κρατούσα στη μνήμη και κάποια λιγότερο «φιλοσοφικά»: τις φιλότιμες αλλά αποτυχημένες απόπειρες μαγειρικής που ως εργένης έκανα! Την πολύ συχνή επαφή και τα παιχνίδια με τον γάτο μου. Της πόλης η ηρεμία, μέσα στην ερημία της. Ο διαυγής ουρανός, οι ευκρινείς ήχοι, οι έντονες ανοιξιάτικες μυρωδιές, το «εσωτερικό» θείο Πάσχα. Η αξία της αγάπης. Τέλος, η αλληλεγγύη που δείξαμε όλοι προς όλους και η πειθάρχηση στην Ανάγκη. Όλα τα παραπάνω δεν θα ήθελα καμία «επιστροφή στην κανονικότητα» να μας κάνει να τα ξεχάσουμε.


Θέμις Μπαζάκα
ηθοποιός
«Ότι “έζησα” για πρώτη φορά τον πατέρα μου»


(Φωτογραφία: Δομινίκη Μητροπούλου)

 

Για μένα το διάστημα της καραντίνας αποδείχθηκε διπλά δύσκολο, γιατί αποφάσισα να φροντίσω προσωπικά τον πατέρα μου (είναι 90 ετών και πάσχει από άνοια), προκειμένου έτσι να τον προστατεύσω  καλύτερα. Η κοπέλα που είχα πήγαινε και σε άλλα σπίτια και της ζήτησα ένα μικρό διάλειμμα για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Η αλήθεια είναι ότι τα έχω δει όλα. Στην αρχή δεν υπήρχε και σύνδεση με το ίντερνετ και η κατάσταση ήταν κωμικοτραγική. Αλλά μέσα σε όλο αυτό το απότομο πράγμα που μας βρήκε, ομολογώ ότι υπάρχουν και καλές στιγμές: πρώτη φορά «ζω» τον πατέρα μου. Όταν έχει τη διάθεση, κάνουμε ωραίες συζητήσεις, χανόμαστε σε αναμνήσεις, βλέπω την ευγνωμοσύνη στο πρόσωπό του. Είναι περίεργο να φροντίζεις τον γονιό σου λες και είναι μικρό παιδί. Σε μια μεγαλύτερη εικόνα, υπάρχει κάτι μέσα μου που ησύχασε πολύ. Δεν σκέφτομαι το αύριο και τώρα, που υποχρεωτικά σηκώνομαι πολύ πρωί για τον πατέρα μου, έχει έξω μια ωραία ησυχία, παρατηρώ την άνοιξη, τα πουλάκια έρχονται στο μπαλκόνι, εικόνες που δεν θυμάμαι στην Αθήνα. Δεν έχεις κάτι να περιμένεις, ούτε ευχάριστο ούτε δυσάρεστο, κι αυτό είναι μια μορφή διαλογισμού. Για παράδειγμα, πάντα μου άρεσε να μαγειρεύω, αλλά τώρα το μαγείρεμα έχει πάρει μια άλλη διάσταση, όλα αποκτούν μια συνειδητότητα, δεν ξέρω αν το περιγράφω σωστά. Είναι σαν όλα να πλαταίνουν μέσα στον χρόνο. Καλλιτεχνικά αυτή η πολύ ειδική συνθήκη νομίζω κάνει επίσης καλό. Ο καλλιτέχνης «γεμίζει» όταν έχει τη δυνατότητα να μη δουλέψει για ένα διάστημα. Μιλάω με φίλους και ηθοποιούς και λέμε στα αστεία ότι το lockdown θα έπρεπε να μας το επιβάλλουν.

Προσωπικά το βιώνω σαν κάτι πολύ πιο δυνατό και πολύ πιο ουσιαστικό και από τις διακοπές. Πας διακοπές και πολλές φορές επιστρέφεις πιο κουρασμένος από όταν έφυγες. Ενώ τις πρώτες δύο εβδομάδες ήταν λίγο περίεργα, διαμορφώνεις μια νέα ρουτίνα, που σου φέρνει μια περίεργη ευχαρίστηση και ησυχία. Την ίδια στιγμή υπάρχει κόσμος που ζορίζεται πολύ, και οικονομικά και ψυχολογικά. Εγώ πήρα τα 800 ευρώ επειδή η παράσταση που έπαιζα διακόπηκε και ο συνάδελφος που είχε τελειώσει μία εβδομάδα πριν ή ετοιμαζόταν για μετά το Πάσχα δεν πήρε τίποτα. Επομένως οι εμπειρίες είναι πολύ διαφορετικές για τον καθένα. Αν όμως κρατούσα κάτι από αυτό το παράξενο διάστημα, θα ήταν αυτό, σαν μάθημα: αν συμφιλιωθείς με ό,τι συμβαίνει, αν αποδεχτείς μια κατάσταση και δεν αντισταθείς, τελικά αυτό μπορεί να είναι και το μυστικό της ζωής.


Μάκης Παπαδημητρίου
ηθοποιός
«Δεν θα μου λείψει τίποτα από αυτή την περίοδο»



Σε τέτοιες περιπτώσεις και υπό συνθήκες που σε βάζουν διαρκώς να αναρωτιέσαι αν όλα γύρω σου γίνονται για το κοινό καλό ή αν σε χρησιμοποιούν και σε κάνουν ό,τι θέλουν, δεν πρόκειται να μου λείψει τίποτα. Δεν βρίσκω ιδιαίτερη χαρά στο να κάθομαι και να «βρίσκω» τον εαυτό μου στη μοναξιά και στην «υποχρεωτική» ενασχόληση με πράγματα που απλώς θα γεμίσουν τον χρόνο μου ή που δεν γίνονται από επιλογή αλλά από έλλειψη ελευθερίας. Θα ήθελα να περάσουν όλα και να μπορώ να κάνω τα ίδια πράγματα επειδή θέλω και όχι επειδή «πρέπει» ή δεν έχω τι να κάνω. Όπως και να ’χει, αυτό που θα μου λείψει ίσως είναι η λιγότερη κίνηση, το καυσαέριο, ο θόρυβος. Ή μάλλον ούτε καν αυτά. Καλύτερα να μπορώ να βγαίνω και να πηγαίνω όπου θέλω κι ας έχει και κίνηση... Κι όταν τελειώσει όλο αυτό, ας αρχίσουμε τότε να αλλάζουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν στην καθημερινότητά μας και ας μην περιμένουμε να έρθει μια τέτοια συγκυρία για να βρούμε «αφορμή» να διαβάσουμε ή να γυμναστούμε. Καλύτερα αγύμναστος και έξω παρά «φέτες» και μέσα και να χαίρεσαι με τα «like» στο Facebook.


Κόρα Καρβούνη
ηθοποιός
«Ο άπλετος χρόνος για να αναλογιστώ τα σημαντικά»


(Φωτογραφία: Δομινίκη Μητροπούλου)


Βρέθηκα  σε καθεστώς καραντίνας από τις 12 Μαρτίου, ενώ βρισκόμουν σε μια ιδιαίτερα ενεργή και δημιουργική περίοδο της δουλειάς μου με πολλές παραστάσεις και γυρίσματα.

Αρχικά χρειάστηκε χρόνος να ξεπεράσω το σοκ, όχι μόνο της ανεργίας και της αναγκαστικής αδράνειας και του εγκλεισμού, αλλά και του μεγέθους της σοβαρότητας της πανδημίας. Έτσι, λοιπόν, είχα πλέον άπλετο προσωπικό χρόνο για να αναλογιστώ τι είναι ουσιαστικό και σημαντικό στη ζωή μου, ποιες είναι οι προτεραιότητες που έθετα και πώς γίνεται να επαναπροσδιορίσω όλη μου τη ζωή και τον εαυτό μου. Κατάλαβα πως δεν ελέγχουμε τίποτα και τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.

Είμαι σχεδόν ευγνώμων γι’ αυτή την ευκαιρία που μου δόθηκε λόγω του εγκλεισμού και αυτός ο προσωπικός χρόνος που έχω θα μου λείψει πολύ. Το μόνο που εύχομαι πια είναι να είμαστε όλοι υγιείς. Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορεί να συνεχιστεί η ζωή μας.


Αμάντα Μιχαλοπούλου
συγγραφέας
«Η περίεργη κανονικότητα της καθημερινής ζωής»



Θα μου λείψει αυτή η περίεργη κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Ο πρόχειρος κότσος που έκανα μ’ ένα στιλό bic, οι σαγιονάρες μου, το γεγονός ότι έβγαινα από το σπίτι με την ταυτότητα και το κινητό στην τσέπη, χωρίς τσάντα, με εμφάνιση είμαι-άλουστη-αλλά-πετάγομαι-στον-μανάβη. Θα μου λείψει το banana bread που έφτιαχνε η κόρη μας το πρωί για να συνοδεύσουμε τον καφέ μας, ακόμη και η διήγηση των τρομακτικών της ονείρων με τους ανθρώπους φάλαινες που προσπαθούν να μάθουν να αναπνέουν κάτω από το νερό. Γενικά θα μου λείψει η ζωή μαζί της μέσα στο σπίτι. Οι ώρες που δουλεύαμε ήσυχα, ο καθένας στο γραφείο του ή στον κήπο. Το διάλειμμα για μεσημεριανό, η σιέστα. Και ξανά πάλι δουλειά, καφές, βόλτα με τον άντρα μου στο ρέμα.

Είχα να κατέβω στη ρεματιά Χαλανδρίου από παιδί – τότε που ονειρευόμασταν πως εξερευνούσαμε μια μυθική ζούγκλα. Ξανακοίταξα τα πεύκα, τους ευκάλυπτους, τις καλαμιές, τους άκανθους, μια βλάστηση οργιαστική. Διασταυρωνόμασταν με ζευγάρια αμάθητα να περπατάνε, φαινόταν στο αδέξιο βήμα τους πως πήγαιναν παντού με το αυτοκίνητο. Θα μου λείψει η προσπάθειά τους, το περίγραμμα των σωμάτων τους, οι φόρμες τους, τα αθλητικά τους παπούτσια.

Θα μου λείψει ο γαλάζιος ουρανός, χωρίς ένα σκίσιμο πουθενά από αεροπλάνα. Η περίεργη ησυχία τις νύχτες. Και τα πουλιά που παραληρούσαν κάθε ξημέρωμα σαν να είχαν μεθύσει, σαν να ξεκαρδίζονταν από χαρά. Πώς το έλεγε η Κική Δημουλά; «Ασεβής ευθυμία πουλιών»; Θα μου λείψει ο θρίαμβος της φύσης, το πανηγύρι της. Και δεν θα πάψω να αναρωτιέμαι: έτσι είναι πάντα ο κόσμος ή εγώ πρώτη φορά κοιτάζω;


Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
σκηνοθέτης, ιδρυτής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου
«Η διαστολή του χρόνου και η ικανοποίηση με το ελάχιστο»


(Φωτογραφία: Δομινίκη Μητροπούλου)


Έχω μάθει να δουλεύω πολύ από μικρός, και δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς δουλειά. Ιδιαίτερα την τελευταία τετραετία που ήμουν καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, παράλληλα και με κάποιες σκηνοθεσίες μου, η ένταση και ο ρυθμός της εργασίας, της δημιουργικής εργασίας, ήταν κάτι το εξαντλητικό, όση ικανοποίηση κι αν μου πρόσφερε. Οι ώρες και οι μέρες περνούσαν με ταχύτητα που με τρόμαζε.

Αυτό που έζησα τώρα ήταν η βραδύτητα, η διαστολή του χρόνου, που με ταξίδεψε πίσω στα παιδικά και στα νεανικά μου χρόνια, όταν όλος ο χρόνος ήταν δικός μου, να τον ξοδεύω όπως θέλω, να παρατηρώ ατελείωτα, χωρίς να ξέρω πόσο σημαντικό θα ήταν αυτό στη μετέπειτα ζωή μου. Έτσι λοιπόν και τώρα, κάτι ανάλογο, μπορώ να τεμπελιάζω δημιουργικά χωρίς ενοχές. Να σχεδιάζω και να δουλεύω με τους συνεργάτες μου για την παράσταση «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει», βασισμένη στο έργο του Σεπούλβεδα (θύμα κι αυτός του κορονοϊού...), που έχει προγραμματιστεί για το Φεστιβάλ Αθηνών, όπως και για το έργο που θα ανεβάσω το φθινόπωρο στον Νέο Κόσμο, περιέργως ψύχραιμος μπροστά στο ενδεχόμενο να μην πραγματοποιηθεί τίποτα από αυτά. Κι ας είμαι οικονομικά απολύτως εξαρτημένος από τη δουλειά μου.

Έπειτα, οι σχέσεις μου με τους δικούς μου ανθρώπους. Το να τους βλέπω, να μιλώ και να παίζω μαζί τους, να τους αγκαλιάζω, ξαφνικά δεν είναι δεδομένο, κι αυτό τους κάνει ακόμα πιο πολύτιμους για μένα. Ανακαλύπτω ξανά την αγάπη που με συνδέει όχι μόνο με την οικογένειά μου, την Κοραλία, τον Μίλτο, τα εγγόνια μου, αλλά και με τους φίλους, κοντινούς και πιο μακρινούς, με τους συνεργάτες μου. Την ανακαλύπτω γιατί έχει μπει ανάμεσά μας η απαγόρευση και ο κίνδυνος, αλλά και γιατί μου το επέτρεψε, μου το επιτρέπει ο ρυθμός των ημερών. Νιώθω πόσο ουσιαστικό είναι το να μπορείς να ακούσεις τον άλλο, χωρίς να κυριαρχούν οι δικές σου ανάγκες.

Και κάτι που έθιξα παραπάνω: η μείωση των υλικών αναγκών. Δεν ξέρω για πόσο χρόνο αυτό θα μου δίνει χαρά (όπως την ένιωθα παιδί), όμως αυτόν τον καιρό νιώθω την απομάκρυνση από τον όποιο καταναλωτισμό, την ικανοποίηση με το ελάχιστο, σαν ευλογία.


Γιώργος Νανούρης
σκηνοθέτης και ηθοποιός
«Η ιδέα ότι η ζωή δεν είναι ίσως ό,τι είχαμε πιστέψει ότι είναι»



Κατεβάσαμε ταχύτητες, μηδενίσαμε τα κοντέρ. Όλοι και όλα σώπασαν. Πρωτόγνωρα πράγματα. Δεν θα αναφερθώ στο θέμα της νόσου, στις απώλειες, στις δουλειές μας που πάγωσαν και είμαστε όλοι σε αναμονή, είναι αυτονόητο ότι αυτά προέχουν και όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα. Για όλους εμάς που δεν είχαμε ποτέ ωράρια, που έχουμε μάθει να δουλεύουμε νυχθημερόν, για όσους είμαστε φύσει και θέσει δημιουργικοί και παραγωγικοί, όσα ζούμε είναι μια αφορμή να πάρουμε μια απόσταση, να ησυχάσουμε λίγο και να αναρωτηθούμε αν αυτό που τόσα χρόνια θεωρούμε κανονικό μήπως τελικά δεν είναι. Μήπως τα πράγματα βρίσκονται κάπου ανάμεσα; Είμαστε φτιαγμένοι για να τρέχουμε τόσο;

Πέρασα από πολλά στάδια, όπως όλοι μας νομίζω. Αλλάζουν οι ανοχές και οι αντοχές. Αυτό που αισθάνομαι είναι πως πρέπει επιτέλους να πάρω ένα μάθημα, η ζωή δεν είναι μόνο όσα και ό,τι έχω συνηθίσει, οι ρυθμοί δεν μπορεί να είναι διαρκώς ιλιγγιώδεις και η χαρά μπορεί τελικά να βρίσκεται και σε άλλα πράγματα. Σκέφτομαι πως οι άνθρωποι, ένα άγγιγμα, μια αγκαλιά, το μοίρασμα, το ότι έχεις ένα σπίτι, το θέατρο, οι πρόβες, οι παραστάσεις, οι φίλοι, οι αγαπημένοι μας, η μουσική, ο χρόνος, μια βόλτα, η φύση, γίνονται όλα ξαφνικά τόσο πολύτιμα. Σκέφτομαι πόσο καταπονημένος είναι ο καταπληκτικός πλανήτης που μας φιλοξενεί και πόσο γρήγορα ανάσανε λίγο με τον υποχρεωτικό εγκλεισμό μας. Ελπίζω να συνεχίσω να τα σκέφτομαι αυτά όταν όλα τελειώσουν και να καταφέρω να περάσω σε έναν άλλο, πιο ουσιαστικό τρόπο που θα ζω τη ζωή μου από δω και πέρα. Διαφορετικά,  θα έχω χάσει μια μεγάλη ευκαιρία να πάω ένα βήμα παραπέρα.


Δημήτρης Τάρλοου
σκηνοθέτης, ηθοποιός, ιδρυτής του θεάτρου «Πορεία»
«Η πίστη σε μια άλλη Ελλάδα»


(Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος)


Πάντοτε, όταν με ρωτούν τι χρειάζεται για να γίνει καλό ή βαθύ θέατρο (το ίδιο είναι), απαντώ: πίστη. Είναι η λέξη-κλειδί για τη δημιουργία ενός απόλυτα απτού οικοδομήματος, φτιαγμένου από αέρα. Οι καλλιτέχνες του θεάτρου δημιουργούν από το τίποτα τα πάντα, γιατί πιστεύουν. Ενωμένοι μάχονται τον θάνατο καθημερινά, ανάβοντας μικρές εστίες αθανασίας. Οι ηθοποιοί δημιουργούν –όταν πραγματικά δημιουργούν– τις πιο ουσιαστικές και αδιατάρακτες από τη φθορά σχέσεις: τις σκηνικές σχέσεις. Γεννιούνται και πεθαίνουν καθημερινά, με την ολωσδιόλου παράλογη πεποίθηση ότι τίποτα δεν δύναται να τις διακόψει. Οι ηθοποιοί θα κάνουν τη βραδινή παράσταση, ό,τι κι αν συμβεί, υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες! Θα είναι εκεί οι καλλιτέχνες του θεάτρου, για να σας θυμίζουν τις δικές σας δυνατότητες για αθανασία.

Την πίστη αυτή για την οποία σας μιλάω τη διέκρινα και στο βλέμμα κάποιων συνανθρώπων μας όλο αυτό το διάστημα. Το ευθύ, καθαρό, βαθύ και παιδικό συνάμα βλέμμα εκείνων που έδωσαν και τις τελευταίες δυνάμεις τους για εμάς τους έγκλειστους. Ήρθαν αίφνης να μας θυμίσουν ότι προορισμός μας είναι το «μαζί», ο καθένας με τον τρόπο του κι από τη θέση του, υψηλή ή χαμηλή, έδωσαν προοπτική κι ελπίδα σε μια άχαρη καθημερινότητα. Μια άλλη Ελλάδα άρχισε να αχνοφαίνεται μέσα από τα βάθη του καπιταλισμού, της αφασίας, της αγλωσσίας, της αναισθησίας, της αρπαχτής, του οχαδερφισμού, του κομματικού συμφέροντος. Δεν τρέφω αυταπάτες. Ξέρω πως δεν είναι αυτή η πλειοψηφία. Το πιθανότερο είναι αυτές οι φωνές, αυτά τα μάτια, να εξαφανιστούν, μαζί με το 13033. Όμως θα ξέρουμε όλοι πια καλά ότι υπάρχουν. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ