ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν πρέπει να το έχουν καταφέρει πολλοί. Να έχεις επιζήσει από την απόβαση στη Νορμανδία, να ζεις από καθαρή τύχη από τη μάχη των Αρδεννών, να έχεις φτάσει 97 ετών και να καταφέρνεις να τα βγάλεις πέρα και με την πανδημία της εποχής μας που δεν χαρίζεται στους «κάποιας ηλικίας».

Ο Τόνι Βακάρο, φημισμένος και βραβευμένος φωτογράφος, έμεινε μόνο δύο ημέρες στο νοσοκομείο και για μια εβδομάδα ανάρρωσε στο σπίτι του, λέει ο γιος του Φρανκ και η νύφη του Μαρία που ζουν με τα δίδυμα αγόρια τους μαζί του στο Κουίνς της Νέας Υόρκης. «Μετά σηκώθηκε, ξυρίστηκε και τριγύριζε σαν να μη συμβαίνει τίποτα».

Επιζών, σκληρό καρύδι, τυχερός ή άτυχος; Η ζωή του Τόνι Βακάρο είναι άξια να τη διηγηθείς και το 2016 έγινε ντοκιμαντέρ με τίτλο «Under fire: The Untold story of Tony Vaccaro» από το HBO, επικεντρωμένο περισσότερο στη φωτογραφική κάλυψη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τον ίδιο.

Ο Ονούφριο Μικέλε Σελεστίνο Αντόνιο Βακάρο, αν και γεννημένος στην Αμερική στις 20 Δεκεμβρίου του 1922, στα τέσσερά του χρόνια θα βρεθεί ορφανός στην Ιταλία, στο Μπονόφρο, το χωριό του πατέρα του. Η μητέρα του θα πεθάνει μπροστά στα μάτια του, έγκυος σε δίδυμα, όταν ήταν 3,5 ετών και θα ακολουθήσει από φυματίωση ο πατέρας του. Τα επόμενα χρόνια θα τα περάσει καθημερινά μελανιασμένος από το ξύλο από τον θείο του.

Εχοντας δικαίωμα σε αμερικανικό διαβατήριο και με την καθοδήγηση της γιαγιάς του θα φύγει για την Αμερική μετά την εφηβεία. Στο σχολείο δείχνει κλίση στις τέχνες και ιδιαίτερα στη γλυπτική. Αλλά και στον αθλητισμό, καθώς διέπρεπε ως δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Ονειρό του ήταν μετά την αποφοίτηση να συμμετάσχει στην Ολυμπιάδα.


Στα 97 του, ο Τόνι Βακάρο νίκησε και τον κορωνοϊό από τον οποίο προσβλήθηκε.

Η ζωή όμως, ή μάλλον ο στρατός, είχε άλλα σχέδια για εκείνον καθώς δύο μήνες μετά την αποφοίτησή του, επιστρατεύεται. Εχει ήδη αγοράσει την πρώτη του φωτογραφική μηχανή έπειτα από παρότρυνση του δασκάλου εικαστικών, και με κάποιες φωτογραφίες που έχει τραβήξει προσπαθεί να μπει στο Signal Corps (το Σώμα Διαβιβάσεων του αμερικανικού στρατού, υπεύθυνο για τις επικοινωνίες που στη διάρκεια ιδιαιτέρως του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποίησε τόσο τη φωτογραφία όσο και τον κινηματογράφο για τεκμηρίωση αλλά και προπαγάνδα).

Εκεί όμως του είπαν πως ήταν πολύ νέος για κάτι τέτοιο. «Εχω την κατάλληλη ηλικία για να πατώ τη σκανδάλη του όπλου αλλά όχι το κλείστρο της μηχανής;» απόρησε εκείνος. Η άρνηση θα τον πεισμώσει. Σε αντίθεση με τους φωτογράφους του Signal Corps με τις τεράστιες φωτογραφικές μηχανές του μεγάλου φορμά, εκείνος κουβαλά μια κόμπακτ Argus C3 των 135mm με πλαστικό φακό.

Μετά την απόβαση στη Νορμανδία το 1944 βρίσκει ένα εγκαταλελειμμένο φωτογραφείο βαδίζοντας προς τη γαλλική ενδοχώρα. Παίρνει φιλμ και χημικά. Τα βράδια με φως ασφαλείας το φως του φεγγαριού και δανεικά κράνη από συμπολεμιστές του που χρησιμοποιεί ως λεκάνες για τα χημικά, κάνει τις εμφανίσεις των φιλμ κρεμώντας τα από τα κλαδιά των δένδρων για να στεγνώσουν.

Του το έχουν ξεκαθαρίσει στην 83η Μεραρχία Πεζικού: πρώτα απ’ όλα είναι στρατιώτης. Αυτός ο περιορισμός θα αποτελέσει το μεγαλύτερο προσόν του σε σχέση με άλλους φωτογράφους που κάλυψαν τον πόλεμο, οι κινήσεις –και οι φωτογραφίσεις– των οποίων ελέγχονταν διαρκώς από τις στρατιωτικές αρχές. Ο Βακάρο είναι στρατιώτης. Οταν βρίσκεται στη μάχη πυροβολεί με το όπλο του, δεν φωτογραφίζει. Και όμως μερικές από τις πιο εμβληματικές φωτογραφίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι δικές του, καθώς βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή.


Στρατιώτης στο Λουξεμβούργο το 1944.

Πίσω από κάθε νεκρό ή τραυματία, πίσω από κάθε σκηνή μάχης ή χαλάρωσης στα χαρακώματα, ο Βακάρο αναγνωρίζει πρόσωπα και εκείνα είναι οικεία στον φακό του. Συμπολεμιστές που γνωρίζει καλά, που ξέρει τις ιστορίες τους, που του έχουν δείξει σε φωτογραφίες τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έχει καταγράψει τα πορτρέτα όλων τους. Αλλο μεγάλο του προσόν είναι η ταχύτητα. Ο ίδιος με χιούμορ πιστεύει ότι το οφείλει στον θείο του που εκτός από βαρύ είχε και γρήγορο χέρι, καθώς ήταν εξαιρετικός κυνηγός.

Ο Βακάρο συνεχίζει να φωτογραφίζει μέχρι και την είσοδο των Αμερικανών στη Γερμανία και την είδηση του τέλους του πολέμου –«Ηταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου»– καταγράφοντας με περισσότερες από 8.000 εικόνες τη φρίκη του και τη μεταμόρφωση των 18χρονων αγοριών σε άνδρες που έγιναν στρατιώτες. Με το τέλος του πολέμου μένει στην Ευρώπη, δουλεύει για το Stars and Stripes (επίσημη εφημερίδα του αμερικανικού στρατού) και καταγράφει τη μεταμόρφωση της Γερμανίας.

Οταν επιτέλους επιστρέφει στην Αμερική, αποθηκεύει τα αρνητικά που κουβαλούσε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου στο σακίδιό του, στο σπίτι της αδελφής του. Δεν θέλει να θυμάται, δεν είναι πια ο ίδιος. Το ίδιο και η κοινωνία της Αμερικής που έχει ανάγκη την ελαφρότητα και την ομορφιά μετά τη φρίκη.

Ξεκινάει να δουλεύει για το περιοδικό Flair δημιουργώντας όμορφες εικόνες μοντέλων, μόδας και καλής ζωής. Κάνει τα πορτρέτα των Τζ. Φ. Κένεντι,  Πάμπλο Πικάσο, Τζόρτζια Ο’ Κιφ, Τζάκσον Πόλοκ, Τζόρτζιο ντε Κίρικο, Πέγκι Γκούγκενχαϊμ, Μαρίας Κάλλας, Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, Μισέλ Μαρσό, Φράνκο Τζεφιρέλι, Αννα Μανιάνι, Ιμπέρ ντε Ζιβανσί, Λε Κορμπιζιέ, Φρανκ Λόιντ Ράιτ, Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, Σοφία Λόρεν και δεκάδων μοντέλων. Οι δουλειές του κοσμούν τα Life, Look και Hurpers Bazaar.

Δεκαετίες μετά, τα αρνητικά του πολέμου παίρνουν τη θέση που τους αξίζει στην Ιστορία, παρότι κάνουν τα μάτια του Βακάρο να γεμίζουν δάκρυα συχνά. Στην εβδομηκοστή επέτειο της απόβασης στη Νορμανδία βρέθηκε με τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι στη μετονομασία της κεντρικής πλατείας μπροστά από το δημαρχείο του Saint Briac Sur Mer σε πλατεία Τόνι Βακάρο. Το δημαρχείο στόλιζε μια άλλη σπουδαία φωτογραφία του, αυτή που ένα μικρό κορίτσι φιλά έναν Αμερικανό στρατιώτη ενώ γύρω τους νεαρές γυναίκες χορεύουν ένα είδος πόλκας πανηγυρίζοντας την απελευθέρωση από τα γερμανικά στρατεύματα.

Ο «Λευκός Θάνατος»

Στις 11 Ιανουαρίου του 1945 ήταν από τις σπάνιες φορές που τον διάλεξαν για φρουρό στο αρχηγείο της μονάδας στο Οτρ του Βελγίου. Συνήθως, όπως λέει ο ίδιος, προτιμούσαν κάποιον ψηλό και γεροδεμένο για φύλακα, αυτή η σπάνια επιλογή τον κράτησε ζωντανό. Στις δύο τη νύχτα ακούει βήματα και βλέπει τον λοχία Σουμέικερ να έρχεται στο αρχηγείο. Oλοι οι άνδρες της διμοιρίας του στο πεδίο της μάχης είναι νεκροί. Είκοσι επτά άνδρες ξαπλωμένοι στο λευκό χιόνι τραυματισμένοι από πολυβόλο και με μια χαριστική βολή στο κεφάλι. Βακάρο και Σουμέικερ επιστρέφουν στο σημείο τα χαράματα.

Τα πάντα είναι καλυμμένα με φρέσκο χιόνι. Ανάμεσα στους νεκρούς και ένας πεσμένος μπρούμυτα με τις μαλακές νιφάδες να τον έχουν μισοκαλύψει δημιουργώντας μια γαλήνια εικόνα. «Τόνι, είπα στον εαυτό μου, αν θέλεις μια “ρέκβιεμ” φωτογραφία, αυτή είναι».


Η διάσημη Αμερικανίδα εικαστική καλλιτέχνις Τζόρτζια Ο’ Κιφ φωτογραφημένη από τον Τόνι Βακάρο στο Νέο Μεξικό το 1960.

Η εικόνα ονομάστηκε «Λευκός Θάνατος» και είναι μία από τις εμβληματικές φωτογραφίες του πολέμου. «Ηθελα να είναι ένας άγνωστος στρατιώτης αλλά η περιέργεια δεν με άφησε», απολογείται ο Βακάρο. Ο νεκρός είναι ο φίλος του Χένρι Τάνενμπαουμ (το επώνυμό του σημαίνει έλατο στα γερμανικά), από τη Νέα Υόρκη και αυτός.

Πενήντα χρόνια μετά θα δεχθεί ένα τηλεφώνημα από έναν επισκέπτη της έκθεσης με τις φωτογραφίες του Πολέμου στο Λουξεμβούργο. Είναι ο γιος του Τάνενμπαουμ, Σαμ. Η μητέρα του δεν κατάφερε να διαχειριστεί ποτέ την απώλεια του άνδρα της επιμένοντας ότι είναι ζωντανός και εκείνος θέλει να μάθει για πρώτη φορά για τον πατέρα του.

Οι δυο τους ξεκινούν για το Βέλγιο: να επισκεφθούν το σημείο που «έπεσε» και τον τάφο του. Το χωράφι της σφαγής στο Βέλγιο είναι κατάφυτο από δένδρα. Ο Βακάρο παραξενεύεται, δεν υπήρχε δάσος εκεί. Οπως εξήγησε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού στους άφωνους επισκέπτες, στο σημείο εκείνο καλλιεργεί έλατα που όταν μεγαλώνουν τα πουλάει την περίοδο των γιορτών για να γίνουν χριστουγεννιάτικα δένδρα στην Ισπανία και την Πορτογαλία.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ