ΘΕΑΤΡΟ

Οι «art workers» στον δρόμο των διεκδικήσεων

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Οι τεχνοκράτες δεν καταλαβαίνουν από «αυθόρμητες» αντιδράσεις. Αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους του «πολιτισμού» ως «διασκεδαστές», όχι σαν ένα σύνολο που ανήκει στις παραγωγικές τάξεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

H πρωτοβουλία εργαζομένων στις τέχνες Support Art Workers έφερε στο προσκήνιο, καθυστερημένα, τη δεινή οικονομική θέση πολλών καλλιτεχνών και εργαζόμενων στο θέαμα/ακρόαμα. Η «μαύρη» εργασία είναι πολύ διαδεδομένη στον χώρο των παραστατικών τεχνών (απλήρωτο το διάστημα των προβών, αδήλωτη εργασία, λίγα ένσημα κ.λπ.) και πολύ λίγοι ηθοποιοί, χορευτές, μουσικοί καλύπτουν τα απαιτούμενα κριτήρια για να πάρουν το επίδομα των 800 ευρώ ή επίδομα ανεργίας.

Η δύναμη των κοινωνικών δικτύων αποδείχθηκε για μία ακόμη φορά. Οι 200 που ξεκίνησαν την κίνηση Support Art Workers κατάφεραν να συνασπίσουν χιλιάδες εργαζομένων στις τέχνες, διαφορετικών ειδικοτήτων, μαζί και φιλότεχνους. Ζητούν από την πολιτεία να ασχοληθεί επιτέλους με όσους απασχολούνται στη «βαριά βιομηχανία του πολιτισμού» προκειμένου να υπάρξει άμεσα ένα σχέδιο υποστήριξής τους για το επόμενο δύσκολο εξάμηνο και να βρει λύσεις για το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων, μέσω των οποίων ένα μέρος τους εξασφαλίζει κάποια εισοδήματα.

Γιατί αν εξαιρέσεις τους πρωταγωνιστές, τους σταρ κάθε καλλιτεχνικού χώρου, η κρίσιμη μάζα των εργαζομένων ανήκει στους αναλώσιμους, «περιττούς» πληθυσμούς, για τους οποίους έχουν γράψει επανειλημμένως η Γκαγιάτρι Σπίβακ και η Τζούντιθ Μπάτλερ – αναφερόμενες κατά κύριο λόγο στους μετανάστες και πρόσφυγες, σε όσους λόγω φύλου, φυλής, σεξουαλικής ταυτότητας, θρησκείας, κ.ο.κ., ζουν σαν μειονότητες, χωρίς χαρτιά ή ισότιμα πολιτειακά δικαιώματα, αφανείς ως πολίτες και εργαζόμενοι. Γιατί και οι καλλιτέχνες είναι εκτεθειμένοι στη συχνή ανεργία, στη φτώχεια και στην κοινωνικοπολιτική απαξίωση, ζώντας σε ανάλογο καθεστώς «επισφάλειας, το οποίο μπορεί να συναρθρωθεί με μία κλονισμένη αίσθηση για το μέλλον και ένα οξυμένο αίσθημα αγωνίας για ζητήματα όπως η ασθένεια και η θνητότητα» (Τζούντιθ Μπάτλερ, Αθηνά Αθανασίου, «Απ-αλλοτρίωση/Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό», εκδ. Τόπος 2016).

Mετά την παρέμβαση του πρωθυπουργού, τα υπουργεία Πολιτισμού και Εργασίας, ανακοίνωσαν μέτρα και διορθωτικές παρεμβάσεις βραχυπρόθεσμου ορίζοντα. Το Μητρώο Καλλιτεχνών, που επιτέλους θα δημιουργηθεί, είναι μια καλή κίνηση για να χαρτογραφηθεί η καλλιτεχνική αγορά εργασίας και να φανεί ποιοι είναι ενεργοί από τις χιλιάδες που εμφανίζονται να ανήκουν στους art workers. Αλλά τα ερωτήματα για το πότε και πώς θα επιστρέψουν στη δουλειά τους παραμένουν αναπάντητα, ενώ μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για τις δραματικές αλλαγές που εξ ανάγκης θα συμβούν στην αγορά εργασίας. Με τον κίνδυνο του κορωνοϊού ενεργό, πώς λ.χ. θα μπορέσουν να λειτουργήσουν τα πολλά θέατρα μικρής χωρητικότητας, κάτω των 100 θέσεων, όταν επιβάλλεται να λειτουργήσουν με το 40% της χωρητικότητάς τους;

Mε τη μεγάλη συγκέντρωση των Support Art Workers στο Σύνταγμα (7/5/2020) φάνηκε και κάτι ακόμα: η διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων δεν μπορεί να γίνει με καλλιτεχνικούς όρους ούτε από δυναμικές «μονάδες» – ως προς αυτό οι καλλιτέχνες οφείλουν να λειτουργήσουν όπως οι υπόλοιποι «μικροαστοί» εργαζόμενοι: μέσω των σωματείων τους και του διαλόγου με την κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία. Γιατί η πολιτική τάξη και οι τεχνοκράτες δεν καταλαβαίνουν από «αυθόρμητες» αντιδράσεις – μόνο από συντεταγμένες μεθοδεύσεις. Και δυστυχώς αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους  του «πολιτισμού» (όπως ακούμε συνέχεια να λέγεται…) ως «διασκεδαστές», όχι ως ένα σύνολο που ανήκει στις παραγωγικές τάξεις. Χρήσιμοι ως συμπαραστάτες στα δύσκολα με τη δουλειά και την αναγνωσιμότητά τους (ανεβάζοντας στο Διαδίκτυο παραστάσεις τους για να απασχολούνται οι «έγκλειστοι» ή συμμετέχοντας –αφιλοκερδώς, αν με έχουν πληροφορήσει σωστά– σε διαφημιστικές καμπάνιες «Μένουμε Σπίτι/Ασφαλείς»), οι καλλιτέχνες δεν αντιμετωπίζονται σοβαρά από τη στιγμή που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους με «εξω-οικονομικούς» όρους σ’ ένα απολύτως οικονομικά προσδιορισμένο εργασιακό περιβάλλον. Ετσι ενώ τα 11 εκατ. για την εκστρατεία ενημέρωσης σχετικά με την επιδημία εύκολα έγιναν 20 εκατ., όταν ήρθε η ώρα να ενισχυθεί οικονομικά ο θεατρικός χώρος (που απασχολεί χιλιάδες ανθρώπων) με δυσκολία το ένα εκατ. που είχε προγραμματιστεί να δοθεί, έγινε δύο.

Εχω την εντύπωση ότι ο καλλιτεχνικός κόσμος πρέπει να ξαναδεί μερικά βασικά, στοιχειώδη ζητήματα, όπως την αναγκαιότητα των συλλογικών του οργάνων και την επιβεβλημένη ανανέωση της λειτουργίας τους. Οι ηθοποιοί, ειδικώς, οφείλουν να εκσυγχρονίσουν τη λειτουργία του ιστορικού Σωματείου τους (ΣΕΗ). Δεν δικαιολογείται η αποχή επειδή κατά παράδοση στο τιμόνι του εκλέγονται καλλιτέχνες που πρόσκεινται στο ΚΚΕ, οι οποίοι δεν έχουν επιδείξει τα αναγκαία αντανακλαστικά για να προστατευθούν εργασιακά οι ηθοποιοί στη ριζικά διαφορετική αγορά του θεάματος της τελευταίας 20ετίας.

Γιατί ακριβώς λόγω της αποχής των πολλών εκλέγονται τα προσκείμενα στο ΚΚΕ διοικητικά συμβούλια. Μαθαίνουμε ότι σε 5.500 εγγεγραμμένα μέλη του ΣΕΗ, 3.500 είναι ενεργά (με δικαίωμα ψήφου), αλλά στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις δεν ψήφισαν περισσότεροι από 500!

Είναι αισιόδοξο ότι τις τελευταίες ημέρες εκατοντάδες προσέρχονται στο ΣΕΗ για να εγγραφούν ή να επανενεργοποιήσουν την ιδιότητα του τακτικού μέλους. Χωρίς δυναμική συμμετοχή και δαπάνη χρόνου στις (βαρετές ίσως για τις καλλιτεχνικές φύσεις) διαδικασίες λειτουργίας των σωματείων/συνδικαλιστικών οργάνων, πώς μπορούν ν’ αλλάξουν τα πράγματα; Δεν κάνει καλή εντύπωση γνωστοί και δημοφιλείς ηθοποιοί, οι οποίοι μπορούν να προβάλουν τα δίκαια αιτήματα των συναδέλφων τους που χειμάζονται, να απέχουν ή να δηλώνουν «Δεν είμαι μέλος του σωματείου, αλλά βρίσκομαι κάθε μέρα στα κανάλια» (Χρήστος Λούλης, Lifo.gr, 11/5/2020). 

Επείγει η διαμόρφωση νέων συμβάσεων εργασίας που να καλύπτουν τις πολλές διαφορετικές εργασιακές σχέσεις στον χώρο των παραστατικών τεχνών. Οπως εκκρεμούν και οι δύσκολες απαντήσεις σε ερωτήματα από τα οποία εξαρτάται η υγεία της αγοράς εργασίας, που πρώτοι οι καλλιτέχνες πρέπει, σοβαρά και ειλικρινά, να απαντήσουν. Τι μπορεί να γίνει, λ.χ., με τις αμέτρητες δραματικές σχολές και τις εκατοντάδες που αποφοιτούν κατ’ έτος και πόσο ελεύθερη θέλουν την αγορά εργασίας, όταν οι επιμέρους συνθήκες οδηγούν σε υπερπροσφορά και «μαύρη» εργασία; Γιατί ισχύει αυτό που υποστηρίζει ο Σπινόζα: η πραγματική ελευθερία ενοικεί στην κατανόηση της αναγκαιότητας.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ