Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Ελένη Γιαμαρέλλου: Μυστήρια και τσιπάκια

Οι εικόνες από τις αμερικανικές και τις γερμανικές πόλεις είναι, από μια άποψη, παρήγορες. Εκεί τα πλήθη που πιστεύουν ότι ο ιός είναι κάποιας μορφής δόλιο σχέδιο για την υποδούλωσή τους γεμίζουν πλατείες. Εδώ οι θεωρίες θάλλουν μόνο στο Διαδίκτυο. Ή σχεδόν μόνο.

Ο κοινός τόπος, που τα στελέχη της κυβέρνησης δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν, είναι ότι η Ελλάδα πέτυχε να αναχαιτίσει το πρώτο κύμα της πανδημίας, επειδή εμπιστεύθηκε τα ηνία στους επιστήμονες. Ακουσε τους γιατρούς. Οι ίδιοι οι γιατροί όμως δεν συμφωνούν. Στις ρωγμές που αφήνουν οι μεταξύ τους διαφωνίες φυτρώνουν οι νέες δεισιδαιμονίες. Ποιον πρέπει, ας πούμε, να πιστέψει το εκκλησίασμα για το ιικό φορτίο που μπορεί να μεταφέρει ένα κουταλάκι;

Να πιστέψει τον καθηγητή Τσιόδρα που, αν και πιστός, προειδοποιεί για τον κίνδυνο; Ή να πιστέψει την καθηγήτρια Λοιμωξιολογίας Ελένη Γιαμαρέλλου, που απεκδύεται την επιστημονική της ιδιότητα για να παραδοθεί στο μυστήριο; Αν πιστέψει τη Γιαμαρέλλου, δεν οφείλει μετά να αναρωτηθεί, γιατί απαγορευόταν τόσον καιρό το αβλαβές μυστήριο; Τι σκαρώνουν πάλι;

Η παροχέτευση της ευθύνης στους επιστήμονες είναι πολιτικά η εύκολη λύση. Εκείνοι βοηθούν· γνωμοδοτούν, αλλά δεν αποφασίζουν. Δεν μπορεί να ζητήσει κανείς ευθύνες για το αποτύπωμα που αφήνει το μεταφυσικό γούστο της Γιαμαρέλλου, χωρίς πρώτα να ελέγξει τους βουλευτές – και ιδίως τους βουλευτές της πλειοψηφίας.

Ενας από αυτούς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έλεγε προχθές ότι για το «θέμα τσιπάκι» συμβουλεύεται την Αποκάλυψη του Ιωάννου, την οποία ο ίδιος μετέφρασε κατά την καραντίνα. Τη μετέφρασε και βρήκε ότι το «θέμα τσιπάκι» είναι το χάραγμα. Πού βρήκε το περιβόητο τσιπάκι, δεν είπε.

Είπε, όμως, τι παθαίνει ο χαραγμένος.

Αυτή η μετάβαση από τους ψεκασμένους στους χαραγμένους, θα ήταν μόνο κωμική ύλη για την τηλεθεάμονα μειοψηφία των σκουπιδοφάγων. Θα ήταν, αν δεν αποτελούσε πάγιο δημαγωγικό εμπόρευμα ενός κλάδου του κυβερνώντος κόμματος. Πρόκειται για στελέχη νέας γενιάς, που αυτοσυστήνονται ως «αυθεντικοί Δεξιοί», ενώ ευτελίζουν τα σύμβολα της Δεξιάς και τα πλασάρουν βελοπουλικά, σαν αλοιφές. Τα ψαλιδίζουν και τα πωλούν σαν πλαστικά εικονισματάκια σε πανηγύρι.

Πουλάνε, βασικά, τον εαυτό τους. Το τσιπάρισμα της αυτοαποκαλούμενης Νεοδεξιάς θα μείνει ένα περιθωριακό είδος του παραπολιτικού θεάματος. Θα μείνει, όσο δεν χρειάζεται κανείς να το αντιπαραβάλει με τους όρκους του πρωθυπουργού στον ορθό λόγο και τον στρατηγικό του προσανατολισμό προς το Κέντρο. Οι δεξιοπώλες μένουν γραφικοί όσο χαράσσονται από το μήνυμα, περισσότερο απ’ ό,τι το παραχαράσσουν.

Παύλος Πολάκης: Μπαλοθιές στο σκοτάδι

«Τι θα γινόταν αν» ο Τσίπρας είχε απαρνηθεί τον Πολάκη; Τι θα γινόταν αν δεν είχε επωμιστεί την πολιτική ζημιά από τις μπαλοθιές του; Η ερώτηση δεν είναι τελείως υποθετική. Ο Τσίπρας θα μπορούσε να μετρήσει τις απώλειες που του προκάλεσε η αψυχολόγητη επίθεση κατά του Στέλιου Κυμπουρόπουλου, λίγες ημέρες πριν από τις ευρωεκλογές. Θα μπορούσε να προσθέσει αυτή τη ζημιά στις εργατοώρες που έχουν αναλώσει ο ίδιος και ο κομματικός του μηχανισμός, προκειμένου να απολογούνται για τα ντελίρια του τέως υπουργού στα κοινωνικά δίκτυα.

Αντί της κοστολόγησης του πολακισμού, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να συνδράμει την καμπάνια επανεκλογής του Πολάκη στα Χανιά, πίνοντας μαζί του ρακές πλάι στο κύμα. Η επιλογή αυτή προσλαμβάνει νέα σημασία, τώρα που το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνει να μπαίνει σε φάση εσωτερικού ξεκαθαρίσματος. Το ξεκαθάρισμα δεν το καθοδηγεί ο ίδιος ο Τσίπρας. Το κινούν οι φράξιες μεταξύ τους. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ακόμη και στη διάσπαση του 2015, ο πρόεδρος δεν είχε διώξει κανέναν. Οι δραχμιστές έφυγαν μόνοι τους.

Μπορεί αυτή τη φορά το δίλημμα να μην έχει υπαρξιακές διαστάσεις για τη χώρα. Εχει όμως για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι παλιοί κομματικοί –Βούτσης, Φίλης, Σκουρλέτης σε σύμπλευση με τον Τσακαλώτο– αντιτάσσονται στον πολακισμό, αλλά είναι εξίσου αλλεργικοί στην πασοκική διεύρυνση. Οι φορείς του πολακισμού –όπως παρουσιάστηκαν συντρώγοντας σφακιανό λουκάνικο και ψάρι στα γενέθλια της Αυτού Αψύτητας– θέλουν τους πρώην πασόκους, όσο και τη συνέχιση της αντισυστημικής γυμναστικής, που έχει ως πυρήνα της την εμμονή με τα media. Και ο Τσίπρας; Τους θέλει όλους. Από μιαν άποψη, δεν έχει άδικο. Η φιλοδοξία της εμπέδωσης του ΣΥΡΙΖΑ ως μεγάλου κόμματος δεν είναι εφικτή χωρίς πολυσυλλεκτική ευρυχωρία.

Γίνεται, όμως, συγκατοίκηση με κάποιον που πυροβολεί σκιές κάθε βράδυ; Συμβιβάζεται η φιλοδοξία του μεγάλου κόμματος με το ρεύμα της εχθροπάθειας που συσπειρώνει μεν τους φανατικούς, απωθώντας όμως, πολιτικά και αισθητικά, τη μεγάλη πλειοψηφία;

Η δυσκολία του Τσίπρα να ζυγίσει το βάρος που συνιστά για τον ίδιο ο Πολάκης αντανακλά τη δυσκολία του ίδιου να αποχωριστεί την αντιπολιτική. Μεγάλος ή μικρομέγαλος, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πετύχει μόνο ως κόμμα διαμαρτυρίας. Η πολυσυλλεκτικότητά του, ακόμη κι όταν η ποικιλία της εκτεινόταν μέχρι τη νεοκαραμανλική δεξιά, δεν είχε θετικό περιεχόμενο. Είχε μόνο «αντι-». Γι’ αυτό δεν είναι υπερβολή να αναγορεύει κανείς τον Πολάκη σε φυσιογνωμία καθοριστική για τον ΣΥΡΙΖΑ. Τους ορίζει. Δεν τον ορίζουν. Γι’ αυτό και αδυνατούν να μετρήσουν πόσο τους κοστίζει.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ