ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιος φυλάει τους φύλακες

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΖΑΝΙΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του quis custodiet Ipsos custodes, το οποίο αναφέρεται σε έργο του Ρωμαίου ποιητή Juvenal και βρίσκει τέλεια ίσως εφαρμογή στην πρόσφατη απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε προσφυγή κατά της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ, η οποία ουσιαστικά αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως τελικού κριτή της ευρωπαϊκής συνθήκης και του ευρωπαϊκού δικαίου γενικότερα. Αυτή η απόφαση μπορεί να απελευθερώσει δυνάμεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο το ευρώ αλλά και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Μπορεί οι Γερμανοί δικαστές να στήριξαν την απόφασή τους στη νομική έννοια της «αναλογικότητας», δεν φαίνεται όμως να αναλογίστηκαν σοβαρά την αναλογικότητα της δικής τους ενέργειας. Ενας ανεξάρτητος γερμανικός θεσμός αμφισβητεί τις αποφάσεις ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού θεσμού (ΕΚΤ) μέσω αμφισβήτησης αποφάσεων ενός άλλου ανεξάρτητου επίσης ευρωπαϊκού θεσμού (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο). Εξ ου και ο τίτλος του άρθρου.

Παρόλο που η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί να κρατήσει το θέμα χαμηλά και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί βγάζουν βρυχηθμούς αντίστασης, η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου: 1) αναμένεται να επηρεάσει μελλοντικές αποφάσεις της ΕΚΤ ενώ υποσκάπτεται και η αξιοπιστία της στις αγορές. Το whatever it takes με το οποίο ο Μάριο Ντράγκι έσωσε την Ευρώπη το 2012 και το ψελλίζει τώρα και η Κριστίν Λαγκάρντ, ίσως να μην είναι το ίδιο αποτελεσματικό στο μέλλον. 2) Μπορεί να υπάρξει αναζωπύρωση του ευρωσκεπτικισμού εντός και εκτός Γερμανίας, αμφισβήτηση, ιδιαίτερα από αυταρχικά καθεστώτα, των ευρωπαϊκών θεσμών και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Κατά τη διάρκεια της ελληνικής και μετέπειτα της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, οι Γερμανοί αξιωματούχοι συχνά ανέφεραν ως «φόβητρο» το συνταγματικό τους δικαστήριο και ήταν ένας από τους λόγους που αποφάσεις που δεν προβλέπονταν σαφώς στις συνθήκες του ατελούς οικοδομήματος της Ευρωζώνης λαμβάνονταν ultima ratio, δηλαδή ως τελευταίο καταφύγιο. Με αυτόν τον τρόπο όμως η αντίδραση της Ευρωζώνης κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν «πολύ λίγη πολύ αργά» που αύξανε σε πολύ υψηλά επίπεδα το κόστος προσαρμογής σε όρους ύφεσης και ανεργίας, όπως διαπιστώσαμε κυρίως στη χώρα μας.

Κατά το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, το Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν πιο προσεχτικό όταν έκρινε αποφάσεις ευρωπαϊκών θεσμών, ιδιαίτερα αυτών που η μη τήρησή τους έθετε σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει πλέον και το ανεξάρτητο αυτό δικαστήριο παρουσιάζεται σχεδόν ως ανεξέλεγκτο. Ετσι, υπάρχει διαφορά από το πώς αντιμετώπισε την προσφυγή κατά του OMT (Outright Monetary Transactions) το οποίο εισήγαγε η ΕΚΤ το 2012 και της παρέχει τη δυνατότητα αγοράς κρατικών ομολόγων από κράτη-μέλη της Ευρωζώνης στην πρωτογενή αγορά και σε απεριόριστες ποσότητες λειτουργώντας ουσιαστικά ως «ύστατος δανειστής» σε κυβερνήσεις. Αντίθετα, το QE αγοράζει ομόλογα μόνο στη δευτερογενή αγορά, που αποτελεί πιο ήπια παρέμβαση και επηρεάζει κυρίως τα spreads. Στην περίπτωση του ΟΜΤ, το γερμανικό δικαστήριο έκανε κάποιον ελιγμό και παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το οποίο αποφάσισε υπέρ του. Η διαφορά βέβαια μεταξύ OMT και QE είναι πως το πρώτο αγοράζει κρατικά ομόλογα μόνον αν η χώρα συμφωνήσει με τον ESM σε κάποιο πρόγραμμα προσαρμογής (σαν αυτά που υπήρχαν σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρο). Με αυτόν τον τρόπο διασκεδάστηκε αποτελεσματικά η εμμονή των Γερμανών στον ηθικό κίνδυνο και φαίνεται πως επηρέασε και το Συνταγματικό Δικαστήριο. Το OMT αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματικό και μείωσε γρήγορα τα spreads στην Ευρωζώνη χωρίς καν να χρησιμοποιηθεί ποτέ. Η αναγγελία του και μόνο από τον Ντράγκι αποδείχθηκε πολύ αξιόπιστη και αποτελεσματική. Ετσι σώθηκε τότε το ευρώ. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί και με το QE αν αμφισβητείται από τη μεγαλύτερη, πλουσιότερη και πιο αξιόπιστη απέναντι στις αγορές χώρα της Ευρώπης.

Αποτελεί ιστορική ειρωνεία το ότι ήταν ύστερα από επιμονή της Γερμανίας που η ΕΚΤ δημιουργήθηκε ως η πιο ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα του κόσμου. Λογοδοτεί μόνο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο όμως δεν μπορεί να «πειράξει» το καταστατικό λειτουργίας της, το οποίο καθορίζεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και μπορεί να αλλάξει μόνο με αλλαγή συνθηκών, δηλαδή με ομοφωνία όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αλλες κεντρικές τράπεζες, π.χ. αμερικανική, βρετανική κ.λπ., λογοδοτούν σε Κοινοβούλια τα οποία μπορούν να τροποποιήσουν τους νόμους που τις διέπουν. Δυστυχώς, το νομικό επιχείρημα της «αναλογικότητας» που χρησιμοποίησε το γερμανικό δικαστήριο μπορεί να έχει δυσανάλογα αρνητικές συνέπειες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αν όμως, ως αισιόδοξοι άνθρωποι, επιχειρήσουμε να χρησιμοποιήσουμε και αυτή την κρίση ως ευκαιρία, στην εποχή μάλιστα της COVID-19 που μειώνει και τον ηθικό κίνδυνο, και με έναυσμα μια «επικίνδυνη» για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δικαστική απόφαση, μπορούμε να φτιάξουμε μια Ευρώπη που να δουλεύει καλύτερα.

* Ο κ. Γιώργος Π. Ζανιάς είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος της Eurobank.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ