Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κυριάκος Βελόπουλος: Αλείμματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν δεν τον εμπόδιζε η ποικίλη δράση του, ο Κυριάκος Βελόπουλος θα μπορούσε να γίνει μασκότ της Κεραμέως. Πήρε με εξ αποστάσεως φοίτηση το πρώτο του πτυχίο στα 48 του και δεν σταμάτησε. Πήρε και μεταπτυχιακό στα 51.

Αν και υπόδειγμα της διά βίου τηλεκπαίδευσης, ο αρχηγός της Ελληνικής Λύσης βρέθηκε να απολογείται επειδή στο βιογραφικό του είχε συντομεύσει κάπως τον τίτλο τού Ιδρύματος από το οποίο είχε αποφοιτήσει. Από το «Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου» είχε παραλείψει το «Ανοιχτό», προκαλώντας μια μικρή σύγχυση με το σκέτο Πανεπιστήμιο Κύπρου, που βεβαίωσε ότι δεν τον είχε ποτέ στα μητρώα του.

Δεν χρειαζόταν να ψειρίσει κανείς τις περγαμηνές του Βελόπουλου για να αντιληφθεί τη σχέση του με την επιστήμη. Τα εμπορεύματά του, που διαφημίζονταν σαν αντικορωνοϊκά αλείμματα, και η αποκλειστική πρακτόρευση των επιστολών του Ιησού, ήταν μόνο δύο από τα κατορθώματα που θα αρκούσαν για να τον τοποθετήσουν απέναντι στον κόσμο της γνώσης – πολύ απέναντι.

Η μόδα μοιάζει να ευνοεί τα πολιτικά προϊόντα τύπου Βελόπουλου. Σε μεγάλες χώρες κυριαρχούν χλωρινοπότες και λαοβοσκοί, που συγχρωτίζονται, όπως ο Μπολσονάρο, με το πλήθος για να δείξουν ότι αψηφούν τη λοίμωξη. Οι πλατείες μεγάλων πόλεων της Γερμανίας γεμίζουν από όσους φαντάζονται ότι έχουν πέσει θύματα παγκόσμιας συνωμοσίας· από όσους θα προτιμούσαν τις κηραλοιφές από τα εμβόλια. Αλλά εδώ, ο πολιτικός που θα μπορούσε να εξαργυρώσει πολιτικά τέτοιες αγωνίες, βγαίνει από την αφάνεια μόνο για τις δημιουργικές παρασιωπήσεις στο βιογραφικό του.

Πώς εξηγείται αυτή η διαφορά; Μήπως δεν κυκλοφορούν στην ελληνική δημόσια σφαίρα αντιεμβολιαστές, εσχατολόγοι των τσιπακίων και εξορκιστές των κατασκευασμένων μικροβίων; Γιατί δεν καταφέρνουν, όπως αλλού –και όπως, άλλοτε, εδώ– να συμπήξουν κινήματα πλατείας;

Η πρόχειρη απάντηση είναι ότι τα ρεύματα αυτά βρίσκουν πια συστημικούς διαύλους. Δεν χρειάζεται Βελόπουλος, όταν στη Ν.Δ. σταβλίζονται βελοπουλέν της ψεκασμένης Δεξιάς, που σταδιοδρομούν απαγγέλλοντας στην τηλεόραση την Αποκάλυψη.

Ομως, ακόμη και αυτές οι φωνές, που τυπικά συγκαταλέγονται στο μέινστριμ, δεν απηχούν πλειοψηφικές τάσεις. Η υπερκομματική συμμαχία του παραλόγου, που όρθωνε κάποτε ένα δάσος από μούντζες, δεν έχει μπορέσει στην Ελλάδα να δρέψει τις πανδημικές φοβίες.

Η εξήγηση ίσως κρύβεται σε έναν απλό «υδραυλικό» κανόνα: Η αντιπολιτική παίρνει πάντα μόνο όσον χώρο της αφήνει η πολιτική. Η ελληνική απάντηση στην κρίση κυριαρχήθηκε αφενός από τον εκλαϊκευμένο επιστημονικό λόγο· αφετέρου από ένα μοντέλο διακυβέρνησης που –ό,τι και αν πιστεύει κανείς για την αποτελεσματικότητά του– χαρακτηρίστηκε από την ανάληψη της ευθύνης.

Σε καμία φάση της κρίσης δεν έμεινε η πολιτική ή η Πολιτεία απρόσωπη. Σε καμία φάση δεν παίχτηκε θέατρο σκιών για την απόσειση της ευθύνης.

Οταν ο γιατρός είναι στη βάρδιά του, δεν έχεις λόγο να ψάξεις τον τσαρλατάνο.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ