Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Ταυτιζόμουν περισσότερο με τον σκηνοθέτη παρά με τον ρόλο»

ΚΟΣΜΟΣ

Ο πλούτος ψυχής, ευγένειας και γενναιοδωρίας του Μισέλ Πικολί (1925-2020) ήταν ανυπόκριτα στοιχεία της ταυτότητάς του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ηταν Μάιος του 2005 όταν ο Μισέλ Πικολί βγαίνοντας από το αυτοκίνητο μπερδεύτηκε  και έπεσε φαρδύς πλατύς, υψηλόσωμος όπως ήταν και κοντά στα 80 τότε, σε ένα μικρό δρόμο κάπου στους Αμπελοκήπους όπου πήγαιναν για φαγητό μαζί με την Ελένη Μουσταΐρα και τη Λένα Αργύρη της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας. Οι δύο συνεργάτιδες ταράχτηκαν πολύ, έφυγαν με την πτώση τα γυαλιά από το πρόσωπό του, η μία από τις δύο έπεσε στον δρόμο ψάχνοντάς τα κάτω από τα αυτοκίνητα, η άλλη γύρισε να κοιτάξει για βοήθεια, αλλά, δευτερόλεπτα αργότερα, κατάλαβαν ότι ο Μισέλ Πικολί ήταν ήδη όρθιος, τίναζε τα ρούχα του, συνήθιζε να φοράει ολόλευκα και ένα ψαθάκι παναμά, χαμογελούσε και καθησύχαζε τις τρομοκρατημένες κυρίες: «Εχω συνηθίσει να πέφτω γιατί έπαιζα μπάσκετ!». Βρισκόταν στην Αθήνα για τις παραστάσεις του έργου της Κάρολ Ροκαμόρα «Το χέρι σου σφιχτά μες στο δικό μου», η αλληλογραφία του Τσέχωφ με την ηθοποιό και γυναίκα του Ολγα Κνίπερ, σε σκηνοθεσία του Πίτερ Μπρουκ. Την Κνίπερ υποδυόταν η Νατάσα Πάρι.

Λίγο πριν έρθει, σε μεγάλη τηλεφωνική συνέντευξή του με την «Κ» (HYPERLINK https://www.kathimerini.gr/215819) είχε μιλήσει για πολλά. Προσπαθώ να ανακαλέσω τον ήχο της φωνής του αλλά κυριαρχεί στη μνήμη μου η σκηνή με την Μπριζίτ Μπαρντό στην «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ, η οποία έχει περάσει στην κινηματογραφική μυθολογία. Εκείνη, ξαπλωμένη γυμνή στο κρεβάτι να τον ρωτά για τα μέλη του σώματός της. Κι εκείνος να της απαντά αισθαντικά, στιβαρά και τρυφερά την ίδια στιγμή. «H Μπαρντό ενσάρκωνε την “απόλυτη” γυναίκα σε μια συγκεκριμένη εποχή. Κάθε εποχή έχει το δικό της γυναικείο πρότυπο. Αρα, η ομορφιά ανανεώνεται, οι ηθοποιοί ανανεώνονται. Τι αποτελεί πρότυπο ομορφιάς; Το πρόσωπο της Μανιάνι, της Ειρήνης Παπά, της Κατρίν Ντενέβ; Θα μπορούσε να αφηγηθεί κανείς μέσα από αυτά τα πρότυπα την εξέλιξη της θηλυκότητας, δηλαδή την εξέλιξη του άνδρα...», είχε σχολιάσει σε εκείνη τη συνέντευξη του 2005.

Από νέος ο Μισέλ Πικολί δεν ήταν ποτέ, ακριβώς, νέος. Είχε εμφάνιση ώριμου άνδρα, που έδειχνε επιβλητικός, αλλά μπορούσε να έχει συμπεριφορές αδιάγνωστες, μυστήριες και εκκεντρικές.

Οι κινηματογραφικοί ρόλοι του, πάνω από 200, οι θεατρικοί σημαντικοί «από το πρώτο λεπτό που ο Μισέλ Πικολί εμφανίζεται στη σκηνή ξέρουμε ότι θα ζήσουμε μια μεγάλη θεατρική στιγμή», είχε γράψει η Le Monde, ασχολήθηκε  και με τη σκηνοθεσία στο σινεμά (από το 1997), γιατί, όπως μας είχε πει: «Για μένα είναι φυσική συνέχεια και, ακόμη περισσότερο, απαραίτητη. Δεν ήθελα ποτέ να καταλήξω να είμαι ένας γέρος, διάσημος ηθοποιός του θεάτρου ή του κινηματογράφου. Από την αρχή που ασχολήθηκα με το σινεμά, είχα ένα πάθος γι’ αυτό που αποκαλούμε τεχνική της κατασκευής μιας ταινίας. Μια ταινία δημιουργείται πίσω από την κάμερα, όχι μπροστά».

«Είναι δύσκολο να σκεφτούμε τον Σοτέ, τον Μπουνιουέλ, τον Γκοντάρ, τον Φερέρι, χωρίς εσάς», είχαμε επισημάνει. Θα προσθέταμε τώρα, εκ των υστέρων, για μια πληρέστερη καταγραφή των συνεργασιών του, τον Κλοντ Σαμπρόλ, τον Ζακ Ριβέτ, το Λουί Μαλ, τον Κώστα Γαβρά. Το 2008 εμφανίστηκε και στη «Σκόνη του χρόνου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ως μέρος ενός ερωτικού τριγώνου μαζί με τον Μπρούνο Γκαντς και την Ιρέν Ζακόμπ (ο έρωτας μιας γυναίκας για δύο άνδρες), και πρωταγωνιστή τον Γουίλιαμ Νταφόε.

Απάντησε: « Είχα πολλή τύχη και ήμουν πολύ διαθέσιμος στους σκηνοθέτες ηθοποιών. Με τον Σοτέ, τον Φερέρι, τον Λουί Μαλ, ακόμη και με τον Γκοντάρ, είχα μια βαθιά, μυστική σχέση. Μια σχέση, κάποιες φορές, αδελφική, μια απόλυτη συνενοχή. Συχνά ανακάλυπτα ότι ταυτιζόμουν περισσότερο με τον σκηνοθέτη με τον οποίο συνεργαζόμουν παρά με το πρόσωπο που έπρεπε να υποδυθώ! Οταν είσαι ηθοποιός, πρέπει από τη μία να έχεις χαμηλό προφίλ και από την άλλη να ξέρεις να παίρνεις την εξουσία στα χέρια σου. Στο θέατρο, για παράδειγμα, ο ηθοποιός είναι ο κυρίαρχος. Στη σκηνή δεν υπάρχει τίποτα άλλο από τον ηθοποιό».

Ο Πικολί γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 27 Δεκεμβρίου του 1925, από Γαλλίδα μητέρα και Ιταλό πατέρα, και οι δύο μουσικοί. Η μητέρα του έπαιζε πιάνο και ο πατέρας βιολί. Στο παρελθόν του είχε αναφερθεί, λοξοδρομώντας, στην ερώτησή μας για τη «μετανάστευση πληθυσμών από μια χώρα σε μιαν άλλη αναζητώντας καλύτερη ζωή».

Συνήθιζε να δηλώνει στις συνεντεύξεις του ότι ένα από τα θέματα που τον αγγίζουν περισσότερο είναι η εξορία: «Προέρχομαι από μια χώρα αποικιοκρατική. Οταν ήμουν παιδί είχαμε ένα θείο στρατηγό που πολεμούσε στην Ινδοκίνα, στη Μαδαγασκάρη και στη βόρεια Αφρική. Το διαμέρισμά του στο Παρίσι ήταν γεμάτο από δέρματα πιθήκων και τίγρεων... Μου προκαλούσε ανέκαθεν άφατο πόνο να βλέπω πλούσιες χώρες να θέλουν να κατακτήσουν τις φτωχές αν και κατέχουν ήδη τεράστια πλούτη. Δείτε τι συμβαίνει με την Αφρική. Μια ήπειρος με πλούσια εδάφη και εξαιρετικά φτωχούς ανθρώπους. Ισως γι’ αυτό εμείς, που προερχόμαστε από αποικιοκρατικές χώρες, αισθανόμαστε ένοχοι με ό,τι συμβαίνει σήμερα. Σήμερα υπάρχει μια νέα αποικιοκρατία».

Ενιωθε απογοητευμένος από την πολιτική; «Οχι από την πολιτική». Είχε όμως την «απογοήτευση, την κούραση των ανθρώπων που έχουν υπάρξει στρατευμένοι» και  αναρωτιούνται γιατί. «Γιατί αγωνιστήκαμε εναντίον μιας δικτατορίας; Τι σημαίνει επανάσταση; Είναι η στιγμή που αρχίζουμε να χάνουμε την ελπίδα μας για την ικανότητα της πολιτικής να παρακολουθεί τα προβλήματα των ανθρώπων».

Στην ταινία του Μανοέλ ντε Ολιβέιρα, «Γυρίζω σπίτι» (2001), ενσάρκωνε έναν μεγάλο ηθοποιό του θεάτρου. Του ζητάμε να σχολιάσει μία από τις φράσεις του ρόλου: «...Ακολουθώ απαρέγκλιτα μια αρχή. Υστερα από τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς, αρνούμαι να δεχθώ να κάνω πράγματα απλά και μόνο επειδή αμείβονται καλά». Είπε: «Είχα την τύχη να ξεκινήσω να κάνω αυτήν τη δουλειά χωρίς να σκέφτομαι τα χρήματα, είχα την τύχη να ανακαλύψω πόσο αναγκαία είναι τα χρήματα σε αυτό το επάγγελμα, αλλά και πόσο εύθραυστο είναι το χρήμα· πόσο εύθραυστη είναι η επιτυχία, πόσο οδυνηρή είναι η αναμονή για δουλειά. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι πρέπει να είσαι φτωχός για να μπορείς να είσαι καλλιτέχνης ούτε, ακόμα λιγότερο, ότι πρέπει να είσαι πλούσιος για να είσαι καλλιτέχνης». Ο Μισέλ Πικολί πέθανε 94 χρόνων. Με πλούτο ψυχής, ευγένειας και γενναιοδωρίας.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ